Αντέχει, αλλά πόσο; Η απορία ανήκει στους φίλους, στους θαυμαστές, και βέβαια στους λογής λογής ανταγωνιστές των διασήμων που, όσο είναι νέοι και λαμπεροί, μαγνητίζουν το πόπολο απανταχού της γης αλλά, μόλις δεχθούν την επίθεση των κρίσιμων δεκαετιών (περνώντας από τα -άντα στα -ήντα), αρχίζουν τα άγρια στραπάτσα. Οι γυναίκες χάνουν την ομορφιά τους, κυριολεκτικά τις λεηλατεί (ενίοτε τις γελοιοποιεί κιόλας) ο χρόνος –όπως την Ελίζαμπεθ Τέιλορ ή την Μπαρντό– και παρατείνουν την ύπαρξή τους σαν δοξασμένα λείψανα που χαίρονταν σε υπερσυντέλικο παρόν αλλά πενθούν σε ενεστωτικό. Αντίθετα, οι άντρες έχουν κάποια δυνατότητα να δεχθούν ξώφαλτσα τα βόλια και να περάσουν μια δεύτερη εποχή αρρενωπής ομορφιάς.

 

Παράδειγμα ο Σον Κόνερι. Παρότι η Ούρσουλα Άντρες θλιβόταν ήδη από τον Δόκτορα Νο επειδή, προτού αρχίσει το γύρισμα, έβαζαν ψεύτικη τούφα στην αρχόμενη καραφλίτσα του μάγκα από την Ιρλανδία, ο Σον έπεισε την υφήλιο για το σπάνιο σκαρί του, κατέστη είδωλο και πραγματικός σνομπ ακόμα και έναντι του εαυτού του. Όσοι δε τον φθόνησαν και πόνταραν στο χρόνο την πάτησαν άγρια, διότι ο Ιρλανδός τούς επεφύλασσε αυτό που δεν άντεχαν ούτε σαν σκέψη. Μέσα από τον κομψό και ανδροπρεπή Σον αναδύθηκε μια κραταιά φιγούρα ώριμου άντρα αλλά επ’ ουδενί γέρου. Γόης στα εβδομήντα του; Συμβαίνει κι αυτό.

 

Το αντίθετο μπορούμε να πούμε για τον Κέρκ Ντάγκλας (που είχε ρώσικο αίμα και λεγόταν Ισούρ Νταλιίλοβιτς Ντέμσκι). Κράμα βιαιότητας και λαϊκής γοητείας, κέρδισε τα μεταπολεμικά δημοψηφίσματα της έβδομης τέχνης με τον Τσάμπιον (του Μάρκ Ρόμπσον), το Τελευταίο Ατού (του Μπίλι Γουάιλντερ), τη Ζωή Ενός Ανθρώπου, τον Ασύλληπτο Επαναστάτη και τον Συμβιβασμό (του Καζάν). Πλατύστερνος, κοντοπόδαρος και με δυσανάλογο κεφάλι, δεν άντεξε τα δεύτερα -ήντα. Τον είδαμε μετά το τρίτο εγκεφαλικό να ψευδίζει στην οθόνη, να περιφέρεται σαν χάρβαλο του πάλαι ποτέ αψίκορου αν και βραχύσωμου νταγκλαρά.

 

Άρα οι καλοί πεθαίνουν νέοι; Τουλάχιστον στην περίπτωση του Τζέιμς (Μπάιρον) Ντιν, αυτό ισχύει απολύτως. Βγαλμένο από τα χέρια του Ελία Καζάν και τη σχολή του Άκτορς Στούντιο, αυτό το πρωτοφανές κεφάλι χτύπησε κατάκαρδα τη νεολαία του ’50, που πάσχιζε να βρει έναν τρόπο να επινοήσει τον εαυτό της. Στα Ανατολικά της Εδέμ, η πίκρα μέχρι θανάτου και το θέλγητρο του αρρενωπού αυτοβασανισμού εκτόξευσαν τον Ντιν σε έναν ουρανό συμβολοποίησης όπου δεν κατοίκησε εσωτερικά μόνο μια γενιά, αλλά και μια ορισμένη άποψη για τη ζωή. Τι έλειπε από αυτόν τον άνθρωπο που θύμιζε αριστούργημα της τύχης; Ο βίαιος θάνατος. Επήλθε κι αυτός, για να τον στεφανώσει με την απαραίτητη αδικία που πρέπει να συνοδεύει όποιον δεν έχει προγόνους και απογόνους.

 

Το δίδυμο Φιντέλ Κάστρο - Τσε Γκεβάρα είναι ενδεικτικό και διδακτικό. Ο πρώτος, Κουβανός βέρος, ενσάρκωσε την Επανάσταση, απέβη σπαζοκεφαλιά για τον Κένεντι και εν γένει για τα σαΐνια του Πενταγώνου, πέρασε από σαράντα κύματα με αποτέλεσμα, ακόμα και σήμερα, υπέργηρος πλέον, να προσωποποιεί τον μέγα άθλο και την επερχόμενη κατάρρευση. Στο άλλο άκρο, ο Αργεντίνος Ερνέστο Γκεβάρα είχε τη μοίρα που του υπαγόρευσε μυστικά το σουλούπι του. Με ένα κεφάλι που οι πάντες θα ήθελαν να φέρουν, διαφώνησε με τον Κάστρο, σαν τον Σιφουένκος, στράφηκε προς τη Νότια Αμερική, όπου τελικά βρήκε αυτό πού επεδίωκε: το θάνατο του επαναστάτη. Μπλουζάκια, κονκάρδες, πίνακες, βιβλία απαθανατίζουν τη μορφή του, που κανείς δεν θέλει να τη σκεφτεί γερασμένη και ασθενική.

 

Ας μιλήσουμε όμως και για έναν άσχημο άντρα. Ο Ζαν Πολ Σαρτρ απασχόλησε το Παρίσι περίπου μισόν αιώνα. «Δεν είμαι και νάνος» έγραφε στις Λέξεις. Πράγματι, νάνος ή βάτραχος, άνθρωπος του Βισύ ή υστερότοκο της Αριστεράς, μουτσούνα του Χάιντεγκερ ή εχθρός του γαλλικού αστικού πνεύματος, αυτός ο δαιμόνιος άνθρωπος αναστάτωσε τα γαλλικά γράμματα, έστησε τόμους στη σειρά, ωσότου η επίδραση ειδικών ουσιών που έπαιρνε τον οδήγησαν σε θλιβερή κατάρρευση – τα τελευταία χρόνια του κατάντησε παίγνιο στα χέρια πνευματικών καθοδηγητών εβραϊκής προελεύσεως. Ο Ηλίθιος της Οικογένειας δεν τον έσωσε από τον ηλίθιο του Παρισιού.

 

Όσο για τα δικά μας διάσημα πρόσωπα, η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ανδρός που «πάτησε» το χρόνο και έσωσε τη μορφή του είναι αυτή του Ζήσιμου Λορεντζάτου. Ντόπιος κατά το φρόνημα και ευρωπαίος κατά την εμφάνιση, έζησε μέσα σε ένα κλίμα πνευματικής βασκανίας η οποία δεν του επέτρεψε να πιει από τη βρύση της δαχτυλοδειχτούμενης διασημότητας. Ιερέας μιας μικρής αδελφότητας αφοσιωμένων, άγνωστος στον πολύ κόσμο, ευτύχησε να μην τον προδώσει το σώμα του και ό,τι αυτό συνεπάγεται.

 

Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε βέβαια τα στερνά του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος ταυτίστηκε με τον μεταχουντικό μετασχηματισμό της χώρας. Τα βίντεο από τη ζωή του στην Αμερική δείχνουν έναν επιτυχημένο μετανάστη που διέπρεπε στον πανεπιστημιακό του κλάδο όντας συνάμα υποδειγματικός οικογενειάρχης – κατά το αμερικανικό πρότυπο. Με την επάνοδο στη χώρα, ο άνθρωπος με το ζιβάγκο έπαιξε όλα τα μεγάλα στοιχήματα. Κοινωνικός αναμορφωτής, πολιτικός εκτός συναγωνισμού, σύμβολο της μεσαίας τάξεως που επιτέλους ασπάστηκε την εξουσία. Το τέλος του δεν ήταν στο ύψος των προσδοκιών του. Οι περιπέτειες με τα νοσοκομεία, όπου τον βλέπαμε υποβασταζόμενο, κατερειπωμένο, φέρθηκαν σκληρά σε έναν άνθρωπο που δεν ήθελε να γεράσει.

 

Τα γεράματα του Μητσοτάκη είναι γνωστά.