Ο βόμβος από το πιστολάκι πάλευε να σκεπάσει αυτόν του ανεμιστήρα, που πάλευε με τη σειρά του να ξεγελάσει τη ζέστη που ορμούσε από την ανοιχτή πόρτα. Τα χέρια της κομμώτριαςείχαν πάρει φωτιά. Πάλευε κι αυτή να τα βγάλει πέρα με τα φουλ ραντεβού της ημέρας, η Λένα που τη βοηθούσε τα Σάββατα την πήρε χθες το βράδυ, να της πει ότι ήταν ακόμα άρρωστη. Έτσι, έπρεπε να ξεπετάξει μόνη της τις πελάτισσες, που είχαν αράξει στη φθαρμένη δερματίνη του καναπέ, περιμένοντας τη σειρά τους με ξινισμένα μούτρα.

 

Η Σίλα δούλευε στο κομμωτήριο τα  τελευταία εφτά χρόνια. Στην αρχή ήταν ένα φοβισμένο κορίτσι, στη δούλεψη της κυρά-Βούλας. Στη συνέχεια όμως έγινε η ίδια το αφεντικό, όταν η κυρά-Βούλα πέθανε και της άφησε το κομμωτήριο - την επιχείρηση δηλαδή, γιατί το ενοίκιο έτρεχε κάθε μήνα. Από πελατεία μη φανταστείς, οι τελευταίες εναπομείνασες Ελληνίδες της γειτονιάς, όλες 50 και άνω, το κρεπ και το καστανό κομοδινέ τα είχε μάθει στην εντέλεια. Περιέργως, με το που έγινε το μαγαζί δικό της, οι Αλβανές σταμάτησαν να έρχονται, κι ας νόμιζε αυτή αφελώς, ότι οι δικοί της θα την υποστήριζαν. Όμως οι άνθρωποι μισούν την επιτυχία των φίλων τους. Όσο για τις Ελληνίδες, γι’ αυτές δεν ήταν παρά μόνο το αλβανάκι, κι έμπαιναν στο μαγαζί με ύφος δέκα καρδιναλίων. Όμως η Σίλα δεν έκανε τεμενάδες, τις πελάτισσες τις κρατούσε με το καλό της το χέρι και τον φτηνό τιμοκατάλογο. Προπάντων με το δεύτερο.

 

Η ώρα είχε πάει δώδεκα. Είχε χτενίσει κιόλας πάνω από δέκα κεφάλια και την περίμεναν άλλα τόσα - μετά η δουλειά έπεφτε, οι κυρίες έσπευδαν στο τάισμα του συζύγου και τον μεσημεριανό τους υπνάκο. Φόρεσε στα χέρια τα γάντια, το επόμενο ραντεβού ήθελε και βαφή.

 

Άντε ρε συ Σίλα τι θα γίνει, μια ώρα κλείνω που περιμένω’  η τσιριχτή φωνή της κυρά -Μαίρης σα να κόχλασε από το καζάνι της σιγοβράζουσας συλλογικής δυσαρέσκειας. ‘Ωχ, να την πάλι τη γλωσσοκοπάνα, ξεφύσηξε από μέσα της. ‘Λίγο υπομονή κυρία Μαίρη μου, είμαι και μόνη  μου σήμερα’. ‘Πόσο ακόμα υπομονή να κάνω ρε Σίλα? Γι αυτό έκλεισα πρωινό ραντεβού, πρέπει να πάω σπίτι  να καθαρίσω τα φασολάκια’. ‘Ε, έτσι είναι τα λούσα κυρία Μαίρη μου, αυτά τα πράγματα θέλουν τον χρόνο τους’. Η κυρά-Μαίρη δεν κατάλαβε αν την καλόπιανε ή την ειρωνευόταν.

 

Συννεφιασμένη Κυριακή μοιάζεις με την καρδιά μου, που έχει πάντα συννεφιά, η βραχνή φωνή του Τσιτσάνη ξεβράστηκε από το ραδιοφωνάκι. ‘Αυτό βρήκαν να τώρα να βάλουν, μέσα στο κατακαλόκαιρο? Σκέτο ψυχοπλάκωμα’, η κυρά-Μαίρη συνέχισε ακάθεκτη. ‘Ποιος σταθμός είναι αυτός; Χάλια παίζει, αυτός που βάζει μουσική θέλει κρέμασμα’. Και περνώντας από τα λόγια στην πράξη, πλησίασε αποφασιστικά το ραδιόφωνο και γύρισε το κουμπί. Τα ενοχλητικά παράσιτα διαδέχτηκε μια ωσαύτως ενοχλητική φωνή σύγχρονου βάρδου.

 

Η Σίλα προτίμησε να την αγνοήσει. ‘Κάποιες γυναίκες είμαστε απλά ανώτερες’, δήλωσε στον εαυτό της, χρυσώνοντας το χάπι της στιγμιαίας επαγγελματικής της υποχώρησης. Γνώριζε όμως καλά μέσα της, ότι τα ρόλλερ και τα κλάμερ της δουλειάς της ήταν στην πραγματικότητα οι λαστιχένιοι κρίκοι που την κρατούσαν  δέσμια του κομμωτηρίου, των σεσουάρ και των παρακμιακών - πάλαι ποτέ μεγαλοκυριών της γειτονιάς, που γερνούσαν κάθε βδομάδα στο μαγαζί της, ασχημαίνοντας τους γυαλιστερούς της καθρέφτες με τις άσπρες τους τρίχες και τις κακιασμένες τους γκριμάτσες.

 

Και τότε την έπιανε κάτι σαν πανικός, στην στιγμιαία συνειδητοποίηση πως για χάρη τους θα μείνει για πάντα μισός άνθρωπος. - ‘Και ποια η διαφορά; Καμία’ ρωτούσε κι απαντούσε μόνη της, ξεγλιστρώντας με κυνισμό από τη μέγγενη που απειλούσε να τη συνθλίψει, για να παραδοθεί και πάλι στην καθησυχαστική μιζέρια της καθημερινότητας.

 

 

[Με τη σειρά εμφανίσεως: Half a person, Hairdresser on fire, Still ill, Stretch out and wait, Girl afraid, We hate it when our friends become successful, Sheila take a bow, Hand in glove, Bigmouth strikes again, These things take time, Every day is like Sunday, Panic (hang the dj), Some girls are bigger than others, Rubber ring, What difference does it make?]