Ανάμεσα στις ερωτήσεις παρατίθενται αποσπάσματα από το βιβλίο “Με μια σκάλα στο φεγγάρι”.  

“Σε ποια μεριά της γης βρίσκονται άραγε τα σπουδαία πράγματα”, κυρία Φιλιππίδου;

Τον συλλογισμό τον κάνει η Άννα στη νουβέλα της Μέλπως Αξιώτη "Θέλετε να χορέψομε Μαρία;”, όπου γράφει: "Έτρεμα μήπως δεν προλάβω να τα γνωρίσω όλα γύρω μου. Έτρεμα πάλι ύστερα μήπως τελειώσουν όλα και δεν πομείνει τίποτα άλλο, για την συνέχεια της ζωής. Αλλά η ζωή είναι μεγάλη, και ησύχασα” και παρακάτω γράφει: ”Εγώ μεγάλωσα μέσα σε μια σακούλα χαρτοπόλεμο. Προσπαθούσα να ξεχωρίσω μέσα σ’ εκείνο το πλήθος τα χρώματα, το ιδιαίτερο, που δεν θα εξαφανιζόταν με την γοργή στροφή, να μπερδευτεί με τα άλλα χρώματα. Σε ποια μεριά της γης να βρίσκονται άραγε, συλλογιζόμουν πάντα, τα σπουδαία πράματα...". Έτσι κι εγώ τώρα, θα σας απαντήσω με την ίδια απορία,  γιατί δεν είμαι πια μικρό παιδί να θεωρώ όλα τα πράγματα πολύ μεγάλα "και ίσως θα χρειαστεί εμείς τώρα να ξαναπλάσομε μια παιδική καρδιά, για να μπορούμε να διαβάσομε."

— Μέσα στην τόση αλλοτρίωση, πώς καταφέρνετε και διατηρείτε ανέπαφη την σκάλα σας για το φεγγάρι;

Υποψιάζομαι πως εγώ και η σκάλα μου σωθήκαμε με την πολλή δουλειά και με την υπερπροσπάθεια που κατέβαλα να γίνω καλύτερη. Η αγάπη μου για το διάβασμα, έπαιξε κάποιο ρόλο, ίσως και… η τύχη! Έχω πίστη στις κλασικές αξίες που υπερασπίστηκα με αυτοθυσία. Έζησα λιτά όλα τα χρόνια της ζωής μου και ζω ακόμη σαν φοιτήτρια, σε ένα μικρό σπίτι, παρέα με μια μικρή συλλογή έργων τέχνης, τα μικροπραγματάκια μου, τα λουλούδια και τα βιβλία μου. Δεν έχω παιδιά. Είχα πάντα ένα αίσθημα ισορροπίας και δικαιοσύνης και πιστεύω πως ο άνθρωπος ανταμείβεται, όταν ολοκληρώσει και παραδώσει το «έργο» του. Έχω υπομονή και κράτησα, για πολλά χρόνια, ζωντανή την παιδικότητα, την χαρά της ζωής και της δημιουργίας. Το χόμπυ μου είναι να ζωγραφίζω τα όνειρα μου! Εκτός από τους κλασικούς, αγαπώ το σουρεαλιστικό κίνημα και τον ιδρυτή του Αντρέ Μπρετόν, κρατάω τα μάτια της ψυχής και της φαντασίας μου ανοιχτά και αφουγκράζομαι τα μικρά πράγματα. Με ενδιαφέρει πολύ να κατανοήσω τα λάθη μου, όπως κατανοώ και τα λάθη των άλλων όταν πηγαίνω στην θέση τους. Θα ηρεμήσω όταν μπορέσω να συγχωρήσω τον εαυτό μου, για την άγνοια μου και την ανοχή μου απέναντι στην αγένεια. Έβαλα σκοπό από 'δω και πέρα, να βοηθήσω και να προστατεύσω ένα μικρό κοριτσάκι τριών χρονών, που εχει απλώσει σ’ ένα περβάζι ενός ισογείου παράθυρου, ένα πανάκι από τα κουρέλια της μάνας του της μοδίστρας, με τα παιχνίδια του: ένα σπασμένο πράσινο γυαλί, μια παραμάνα και μερικά σκουριασμένα καρφιά!


Αλλά, άραγε, οι φοβεροί τραπεζίτες γνωρίζουν πόσοι ταλαντούχοι κλόουν γεννήθηκαν στην πολύβουη ερημιά των περιπλανώμενων τσίρκων του κόσμου; Έχουν το ηθικό σθένος να παραδοθούν στη γοητεία του ρεαλιστικού αριστουργήματος του Φελίνι La Strada; Να κοιτάξουν την απορημένη Τζουλιέτα Μασίνα, τον βίαιο Ζαμπανό ή τον τρελό ακροβάτη στα μάτια; Να παρακολουθήσουν το δάκρυ της Τζελσομίνας στο αέναο ταξίδι χωρίς κανέναν προορισμό;

— H τέχνη εξημερώνει τους “αχρείους” ή μήπως τελικά, όχι;
Η γνώμη μου είναι πως όχι! Οι "αχρείοι" μισούν μάλλον τα έργα τέχνης σαν άχρηστα και δαιμονικά και θέλουν να τα καταστρέφουν. Σε κάποιες περιπτώσεις, αν ανήκουν στην ελίτ των “αχρείων", τα "καταναλώνουν" ή τα αγοράζουν πληρώνοντας δισεκατομμύρια. Τα κίνητρα τους, κατά την γνώμη μου, δεν είναι να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι ή να διασώσουν τα έργα εις τους αιώνες, αλλά η οργή που έχουν ενάντια στην αδυναμία τους μπροστά στον θάνατο, και δεν διαφέρει αυτή η οργή από την οργή που έχει μια αγέλη πρωτόγονων ιθαγενών, που θρηνεί και ακρωτηριάζεται μπροστά σε έναν νεκρό της φυλής.  Αν οι “αχρείοι" εξημερωνόντουσαν από την τέχνη, και μόνο ο Παρθενώνας θα έφτανε, για να άλλαζε την ανθρωπότητα.


Εμείς, ως λαός, νομίζω τα πταίσματα τα ξεχάσαμε και τα συγχωρήσαμε, για να μας συγχωρήσει κι εμάς ο ουρανός για τα δικά μας. Τώρα δίνουμε αγώνα για την ιστορική μας μνήμη. Τίποτα άλλο δεν έχουμε να υψώσουμε απέναντι στην κυνική ανηθικότητα του εχθρού, που ξεχνάει επιλεκτικά και θυμάται ό, τι τον συμφέρει, σαν τον Καραγκιόζη.
[…]
Κι εκεί που προσπαθούμε, με τα μάτια ανοιχτά και την καρδιά καθαρή, να μην ξεχάσουμε την ιστορία μας, πάνω στον απολογισμό μιας ζωής, αλλά και στο λογαριασμό της καθημερινότητας, έρχεται αναίσχυντα ο εχθρός, και χωρίς άδεια, ξεφορτώνει στους στενούς διαδρόμους του μυαλού μας τη βρωμερή σαβούρα με λίστες, στικάκια, off-shore, δισεκατομμύρια, τροπικά νησιά και υπονοούμενα, ανακριτικές επιτροπές, ενεχυροδανειστήρια, ζαρτιέρες και αγκυλωτούς σταυρούς.


— Ποιος είναι ο εχθρός (του λαού) σήμερα;
Ό, τι μπορεί να συμβεί σε έναν επιπόλαιο άνθρωπο υποθέτω, μπορεί να συμβεί και σε έναν λαό που θέλει να χαϊδεύεται, και που δεν έχει μνήμη ή που δεν σέβεται τους πεθαμένους. Ό,τι αδυναμίες έχει ένας απλός άνθρωπος, έχει και ένας λαός που θέλει τα περισσότερα, με την λιγότερη προσπάθεια και που όταν δεν έρχονται τα περισσότερα, απογοητεύεται. Σήμερα, επιπλέον, ο λαός έχει πάρα πολλές και λάθος πληροφορίες, φτιάχνει ακόμα πλαστικά όνειρα για χρήματα που θα τον σώσουν κι έχει παραφουσκωμένες προσδοκίες. Επομένως, ο εχθρός και σήμερα νομίζω, όπως πάντα, είναι ο κακός μας εαυτός, η άγνοια της ιστορίας της ανθρώπινης περιπέτειας, η σκοτεινή μας πλευρά. Ο άνθρωπος που είναι φτιαγμένος και ικανός για τα μεγαλύτερα δημιουργήματα, μπορεί με την ίδια ευκολία να καταστρέφει και να στρέφεται και εναντίον του εαυτού του.

 

— Τα κείμενα αυτά γράφτηκαν μέσα στη δίνη της ευρύτερης “κρίσης”. Θεωρείτε ότι η συνθήκη είναι η ίδια σήμερα ή έχουμε περάσει σε μια νέα περίοδο; 

Νομίζω πως βρισκόμαστε σε ακινησία, με συμπτώματα ασφυξίας. Οι δυνάμεις της βαρύτητας μας τραβούν προς τη γη και η ανάμνηση της ευμάρειας, της αυταρέσκειας και της αυτάρκειας, γίνεται όλο και πιο θαμπή. Οι αδύναμοι άνθρωποι εγκλωβισμένοι στην αδυναμία δράσης, περιμένουν τον θάνατο ή το θαύμα. Κάτι πρέπει ν’ αλλάξει επί της ουσίας, ή κάτι να "θέλει" ν’ αλλάξει νομοτελειακά, κι αυτό σήμερα μπορεί να γίνει νομίζω, πρώτα από πάνω. Οι εξουσίες πολιτικές, πολιτισμικές, οικονομικές και θρησκευτικές έχουν υποχρέωση τώρα να ενωθούν, να βοηθήσουν και να δώσουν το παράδειγμα. Ο λαός, μετά από σειρά λαθών, δίνει μια επώδυνη μάχη επιβίωσης και χρειάζεται κάποιο έλεος. Φοβάμαι πολύ την απληστία των εξουσιών, τον ναρκισσισμό και την παράνοια των μεγαλομανών, την άκαμπτη φαυλότητα των επιτήδειων, την ατιμωρησία και την αδικία.


Και θυμήθηκα εκείνη τη φορά που, από την έναρξη κιόλας μιας άλλης παράστασής του, με είχε ακινητοποιήσει. Δεν θυμάμαι πού, αλλά ήθελε να υπάρχει απόλυτο σκοτάδι και σιωπή. Μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι οι ηθοποιοί είχαν εκπαιδευτεί να παίρνουν (περνώντας από στενούς διαδρόμους) τις θέσεις τους. Θυμάμαι ότι έφτασα στα όρια του πανικού και θα είχα χάσει τις αισθήσεις μου, αν δεν είχα ανακαλύψει ένα κόκκινο φωτάκι μιας εξόδου κινδύνου, όπου κάρφωσα το βλέμμα μου για να σωθώ, μέχρι να ανάψουν τα φώτα σκηνής.


— Πώς μετακινείσαι από τη θέση σου μέσα στο απόλυτο σκοτάδι και φτάνεις τελικά στην “σκάλα” (σου), αν υποθέσουμε ότι έχεις ακινητοποιηθεί;

Ο "τυφλός" άνθρωπος μεταφορικά είναι αυτός που δεν ξέρει. Όμως, ο τυφλός εκ γενετής έχει αναπτύξει τις άλλες του αισθήσεις και φτάνει στην σκάλα του, λύνει τα δεσμά της αδράνειας, βρίσκει τα "φωτεινά" μονοπάτια. Κάπως έτσι κι εγώ, "ακινητοποιημένη" πολλές φορές από άγνοια, από μια αδικία, από μια προσβολή, από την κατάχρηση εξουσίας των “ισχυρών", των ανόητων ή ακόμη και από τα λάθη μου, βάζω σ’ εφαρμογή τις αισθήσεις μου και ενεργοποιώ το ένστικτο της επιβίωσης. Στρέφομαι στη δουλειά και στο διάβασμα και βρίσκω παρηγοριά στην ποίηση, τη λογοτεχνία, την φιλοσοφία αλλά και την παρατήρηση της φύσης και τους νόμους της απροσδιοριστίας! Δεν εγκαταλείπω την δημιουργία και τις πιο πολλές φορές, βρίσκω μια φωτεινή δέσμη που με πηγαίνει πίσω στον προορισμό μου ή σε μια στενή διέξοδο που, με δυσκολία έστω, με βγάζει από τον λαβύρινθο για να με λυτρώσει από την βουλιμική μανία  του Μινώταυρου.


Ωραία αλλάζουν όλα ίδια: πίσω πατώντας προχωράνε τα πράγματα κι ούτε μάτια έχουνε να δούνε τους κανόνες, ούτε αυτιά να ακούσουν το ρυθμό, μέσα στη βαβούρα πνίγεται ο ρόγχος των ανέργων και ο άγγελος που κρατούσε την Ουράνια εντολή τσακίστηκε στη σκάλα. Στις γειτονιές του κόσμου μυρίζει ανθρώπινο κρέας και λιμασμένα ξερογλείφονται τα αιμοβόρικα κουνούπια.


— Τι χρειάζεται για να εξαφανιστούν τα κουνούπια, πέρα από εντομοαπωθητικά;

Τα κουνούπια δεν θα εξαφανιστούν ποτέ και με τίποτα. Νομίζω προσαρμόζονται σιγά σιγά, όπως και κάποιοι άνθρωποι στις συνθήκες και στις περιστάσεις που αλλάζουν. Ο κύκλος του αίματος θα συνεχιστεί εις τους αιώνες, μέχρι ο άνθρωπος (αν καταφέρει και επιβιώσει) στο πολύ μακρινό μέλλον, να βρει ίσως τον χαμένο του παράδεισο, την αθωότητα του, τον τόπο όπου δεν υπάρχουν ωδίνες και στεναγμοί, ούτε αιμοβόρικα κουνούπια παρά μόνο φως, αλήθεια γαλήνη και αγάπη. Από την άλλη μεριά, πάντα υπάρχει και η εκδοχή μιας άγνωστης διαστημικής ζωής με κουνούπια γίγαντες και φτερωτά χταπόδια!

 

Και οι νεόσοφοι διατείνονται πως δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια κι ότι τέλειωσε ο χρόνος που μας δώσανε για να κάνουμε την αυτοκριτική μας και να επεξεργαστούμε τα λάθη μας και ν’ αλλάξουμε νοοτροπία -όπως μας είχαν συμβουλέψει- και ότι όλα αυτά τα γύρω από το “εγώ” και τα συναφή γίνανε κιόλας γραφικότητες και ότι ένα πράγμα μετράει πλέον: η αρμοστικότητα, αλλιώς προσαρμογή, δηλαδή άμεση αλλαγή στη δομή της λειτουργίας μας προφανώς διά του εκφοβισμού, του εκβιασμού και της αφόρητης πιέσεως ή κάποιου άλλου βάρβαρου τρόπου επιστημονικής φαντασίας που δεν γνωρίζω -προκειμένου ν΄ ανταποκριθούμε στις νέες, μη κανονικές συνθήκες.



 Είναι υπερτιμημένη η προσαρμοστικότητα;

Η προσαρμοστικότητα δεν είναι μέθοδος για όλους και δεν είναι και για τα πάντα. Το να κάνουμε το καθήκον μας στη δουλειά, κάτω από πίεση, απαιτεί νηφαλιότητα και εγρήγορση, ψυχραιμία και δράση. Μερικές φορές, η επιχειρηματική ηγεσία, μπορεί με τις αποφάσεις της να καθορίσει το μέλλον, όχι μόνο της επιχείρησης, αλλά ακόμη και της ίδιας της χώρας. Θέλει όμως κόπο και χρόνο για να αλλάξει κάτι και δεν είναι το ίδιο εύκολο σε όλους. Κάποιοι πιο ευέλικτοι και ανθεκτικοί  προσαρμόζονται. Όμως άλλοι αρρωσταίνουν ή τρελαίνονται, πεθαίνουν ή αυτοκτονούν. Ο φόβος, το άγχος ή η ανασφάλεια, αν λάβουν μαζικό χαρακτήρα, μπορεί να έχουν καταστροφικά αποτελέσματα, όταν εφαρμόζεται ένα πρόγραμμα προσαρμογής! Δε νομίζω πως η επιστήμη με τα σεμινάρια προσαρμοστικότητας και η ψυχιατρική με τα σκευάσματα κατευνασμού του άγχους είναι η λύση στο πρόβλημα μας.

 

Σ’ αυτά τα αποσιωπητικά ήρθαν και μπήκαν άλλες μικρές τελείες, τόσες πολλές, που, μέχρι να δύσει ο ήλιος, γέμισε το δωμάτιό μου με αποσιωπητικά και στροφές ελλείπουσες. Και πάνω στον ορίζοντα αιωρούμενες στο κενό τελείες, ακροβατούσαν, από τελεία σε τελεία πατώντας, οι κυρτωμένες σκιές φαντασμάτων χιλιάδων αστέγων, ανέργων, ανέλπιδων, αρρώστων, απόρων, αναπήρων και απελπισμένων, που είχαν φύγει από τις ουρές των φιλάνθρωπων συσσιτίων και κατευθύνονταν σιωπηλά προς μια αόρατη στέρνα ψυχή, σε μια στέρνα θάνατο, σε μια εσώτατη ύπαρξη ή μια καινούργια ζωή.


— Πάντα κάτι (θα) λείπει;

Ναι, υποθέτω πάντα κάτι λείπει, πάντα κάτι υπολείπεται απ όλα. Λείπει η αποκορύφωση μάλλον, η απογείωση, το άλμα προς τη μεγάλη, ηδονική στιγμή, τότε που η "μίμηση πράξεως" συναντά την φύση, όταν αποδίδεται δικαιοσύνη και υπάρχει ισορροπία. Αυτό το κάτι που λείπει κάνει τα πράγματα ατελή και ψεύτικα, κι εμάς τους ανθρώπους στερημένους, ανικανοποίητους, κακούς και μίζερους. Γιατί αυτό που λείπει είναι ένας θεός-ενθουσιασμός, είναι η χαρά της δημιουργίας, η αθωότητα, η ποίηση. Και ποιος μπορεί να ισχυριστεί σήμερα ότι είναι αθώος, κάνοντας τέχνη ή γράφοντας κριτική για την τέχνη;

 

Εδώ μες στα χαλάσματα που τα σπείραν άλας
θέλεις δε θέλεις θα βαδίζεις
υπολογίζοντας την κλίση που θαχουν τα επίπεδα
θα επιμένεις πριονίζοντας τις πέτρες μοναχός σου
θέλεις δε θέλεις πρέπει ν' αποχτήσεις έναν δικό σου χώρο

Άρης Αλεξάνδρου

 

— Πώς τον αποκτά κανείς;

Έχω την αίσθηση, αν κατάλαβα καλά, πως ο χώρος μας βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην γη, στον ουρανό και στον άνθρωπο. Αυτά είναι η τραγωδία και η κωμωδία μας. Γι’ αυτά τα τρία "πράγματα" δίνεται η μάχη, γι’ αυτά και το αίμα των εκατομμυρίων μάχιμων στα στρατόπεδα των πολέμων και των αθώων αμάχων, γι’ αυτά οι θυσίες και οι εκατομμύρια ασώματες κεφαλές. Τώρα το πώς αποκτάς ένα "δικό σου χώρο” δεν είναι συνταγή. Είναι ταξίδι, επιστροφή στην “πατρίδα”, είναι νόστος, Οδύσσεια. Είναι «καταβύθιση» στα ανεξερεύνητα βάθη της απέραντης θάλασσας, είναι το κυνήγι της άσπρης φάλαινας, είναι ζωή και θάνατος, έρωτας για τα δάκρυα των πραγμάτων.

 

*Όνειρο, Μίλτος Σαχτούρης