ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΓΡΑΦΗ του 1981 και εξής, εδώ και πάνω από σαράντα χρόνια δηλαδή, ο πληθυσμός του δήμου Αθηναίων βαίνει μειούμενος. Κάποτε ήμασταν 867.000 και σήμερα μόλις 637.000 – αυτό είναι ένα στοιχείο που αξίζει να έχουμε κατά νου όποτε συζητάμε για τη στεγαστική κρίση. Η πόλη μας είναι γεμάτη άδεια σπίτια (απόντες ιδιοκτήτες, κληρονόμοι εξ αδιαιρέτου που μισιούνται, ή απλώς εγκατάλειψη), ωστόσο οι τιμές των ακινήτων συνεχίζουν να φουσκώνουν· βρίσκονται, όπως λένε οι Ιταλοί, alle stelle, πλησιάζουν τα άστρα. Ο Νέος Οικοδομικός Κανονισμός, που κατέπεσε τελικά ως αντισυνταγματικός, θα θεράπευε μεταξύ άλλων αυτή την κατάσταση, εντοπίζοντας όμως το πρόβλημα εκεί όπου πρόβλημα δεν υπήρχε, προσφέροντας δηλαδή ακόμα περισσότερα σπίτια, κι άλλα διαμερίσματα, την ώρα που δεν μπορούμε να γεμίσουμε ούτε τα υπάρχοντα – την ώρα που περιτριγυριζόμαστε από τσιμέντο, τσιμέντο που υπερθερμαίνεται το καλοκαίρι, και που μένει, απ’ ό,τι φαίνεται, εν πολλοίς ακατοίκητο.
Στην πραγματικότητα, για το στεγαστικό χάος ευθύνονται οι «νέες χρήσεις» των κατοικιών –το Airbnb, για να καταλαβαινόμαστε–, αλλά υπάρχουν κι άλλες αιτίες· όλες τους σχετίζονται με το κέρδος και την απουσία πραγματικού δικαιώματος στην κατοικία.
Ανεγείρονται πλέον πολυκατοικίες χωρίς «κατοίκους», με κυριλέ κουδούνια, όπου αντί για ονόματα, υπάρχουν αριθμοί, γιατί η βραχυχρόνια μίσθωση είναι, μεταξύ άλλων, ανώνυμη.
Στο μεταξύ, αν αρχίσεις να παρατηρείς ότι η Αθήνα χάνει τους κατοίκους της, τότε αρχίζεις να το βλέπεις παντού. Η κίνηση π.χ. στην Τριών Ιεραρχών (τον πιο εμπορικό δρόμο στα Άνω Πετράλωνα) μοιάζει μειωμένη σε σχέση με όταν ήμουν παιδί· οι αγορές στις γειτονιές μαραζώνουν· ακόμα και οι υποδομές μαρτυρούν –εκτός απ’ τις μηδενικές κρατικές επενδύσεις–, σε συμβολικό επίπεδο, τη σταδιακή υποχώρηση της ανθρώπινης παρουσίας μέσα στην πόλη. Η ΣΤΑΣΥ ανακοίνωσε προ ολίγων ημερών πως θα ανακαινίσει τη σιδηροδρομική γέφυρα Πουλοπούλου, μεταξύ των σταθμών του Θησείου και των Πετραλώνων, κάτω απ’ την οποία περνάω σχεδόν καθημερινά και βλέπω την τρομακτική φθορά της (σίδερα προεξέχουν, νερά τρέχουν μέσα απ’ την τσιμεντένια κατασκευή όποτε βρέχει). Μοιάζει με απομεινάρι ενός τελειωμένου πολιτισμού.
Η ανάγνωση που αιτιολογεί όλα τα παραπάνω με βάση το δημογραφικό δεν με πείθει – είναι αμέτρητοι εκείνοι που θα ήθελαν ένα σπίτι στα Πετράλωνα ή στο Κουκάκι και δεν μπορούν να το βρουν. Και την ίδια στιγμή στους δρόμους δίπλα στην πολυκατοικία μου ανεγείρονται πέντε νέες κολοσσιαίες οικοδομές – αυτό το νέο θλιβερό είδος αθηναϊκής οικοδομής, που θα βαφτεί λευκή ή γκρι και αντί για κάγκελα στο μπαλκόνι θα έχει τζάμια. Πολυκατοικίες χωρίς «κατοίκους», με κυριλέ κουδούνια όπου αντί για ονόματα υπάρχουν αριθμοί, γιατί η βραχυχρόνια μίσθωση είναι, μεταξύ άλλων, ανώνυμη.
Η πόλη είναι κατά κάποιον τρόπο ένα άθροισμα κτιρίων, κι όταν αυτά τα κτίρια αξιοποιούνται για σκοπούς που καμία σχέση δεν έχουν με την κατοίκηση, σκοπούς που μάλιστα ενίοτε μάς μοιάζουν ακατανόητοι (διαβάζω, λ.χ., πως κάποιες φορές τα funds που αγοράζουν στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αμέτρητα ακίνητα επιλέγουν κάποια απ’ αυτά να παραμένουν κενά, να μην τους αποφέρουν δηλαδή κέρδος, ούτως ώστε να ανέβει το ενοίκιο στα υπόλοιπα ακίνητα), τότε η διατύπωση που χρησιμοποίησα πιο πάνω, «η πόλη μας», καταλήγει μάλλον κενή νοήματος. Αυτή η πόλη δεν ανήκει σε μας.
Παρ’ όλα αυτά, οι κάτοικοι συνεχίζουν να υπάρχουν.
Το σημερινό στεγαστικό πρόβλημα δημιουργεί μια σειρά νέων εμπειριών, αλλάζει άρδην τη ζωή μας.
Υπάρχουν αμέτρητες πολυκατοικίες στην ευρύτερη δική μου περιοχή που τα περισσότερα διαμερίσματά τους έχουν γίνει πλέον Airbnb. Περιμένοντας στην είσοδο μιας απ’ αυτές πριν από κάποιο καιρό, είδα στο κουδούνι (ανάμεσα στα νούμερα για τα οποία έγινε λόγος πιο πάνω) το όνομα του ενός και μοναδικού ενοίκου ή μιας οικογένειας ενοίκων. Πώς μοιάζει να νιώθεις ότι ζεις σε κέντρο διερχομένων; Πώς είναι να αισθάνεσαι ότι η πολυκατοικία σου είναι πλέον ξεκάθαρα προϊόν και η δική σου παρουσία μέρος «της εμπειρίας», καθότι εσύ είσαι ο «local»; Τι κάνεις όταν ακούς τους τουρίστες να γιορτάζουν στον από κάτω όροφο κι εσύ σκέφτεσαι πως πρέπει να ξυπνήσεις αχάραγα, γιατί ο ΗΣΑΠ αργεί ως και δεκαπέντε λεπτά το πρωί, και μετά έχεις και μια ανταπόκριση;
Σε προσωπικό επίπεδο τώρα, αυτές οι συνθήκες ορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη ζωή μου. Το παιδικό μου δωμάτιο έχει μετατραπεί σ’ αυτό το ενδιάμεσο είδος χώρου: είναι «νεανικό δωμάτιο», ζω φυσικά ακόμα με τους δικούς μου· όλοι μου οι φίλοι ζουν με τους δικούς τους. Άρα η ενηλικίωσή μας συνέβη μονάχα τύποις, ακόμα κι αν πρέπει να δουλεύουμε για να καλύπτουμε τα «έξοδά μας» – όσα, δηλαδή, δεν σχετίζονται με την κατοικία, αυτά που κάποτε κάλυπτε το εφηβικό χαρτζιλίκι. Αν δεν σε σώσει μια κληρονομιά ή μια φοβερά καλή δουλειά ή αν δεν βρεις συγκάτοικο, το πατρικό και η συνέχιση της παιδικής ηλικίας που ζεις σε αυτό μπορεί να κρατήσει για πολύ καιρό – η σκέψη πως μπορεί να κρατήσει για πολύ καιρό με πανικοβάλλει.
Σε κάτι τέτοιες καταστάσεις, ωστόσο, αναπτύσσεται ένα είδος αναγκαστικής δημιουργικότητας· δεν το λέω ως κάτι απαραίτητα θετικό, καθώς οι νέες στρατηγικές που βρίσκουμε είναι εξαιτίας της πίεσης. Κάποιες μέρες της εβδομάδας μένω στο σπίτι της συντρόφου μου, ακόμα ωστόσο (κι εύχομαι αυτό γρήγορα να τελειώσει) δεν έχω τα μέσα ώστε η συγκατοίκηση να γίνει «κανονική» – κανένα απ’ τα σπίτια όπου κατοικώ δεν είναι αυτήν τη στιγμή το «σπίτι μου», ωστόσο συνυπάρχω, βοηθάω και αγαπώ τους ανθρώπους που ζουν και στα δύο. Ξέρω πως μια άλλη παρέα στη γειτονιά, φίλοι φίλων, νοικιάζουν οι ίδιοι κάποιες φορές μέσα στον χρόνο Airbnb στην Αθήνα, για να φύγουν για λίγο από το πατρικό ή και για να αποκτήσουν κι αυτοί την εμπειρία του «τουριστικού προϊόντος» μας.
Στην πολυκατοικία όπου ζει κάποιος συγγενής μου στα Κάτω Πετράλωνα (πέρα, δηλαδή, από τη σαπισμένη γέφυρα Πουλοπούλου), οι ένοικοι συμφώνησαν να παραχωρήσουν δωρεάν το παλιό διαμέρισμα των θυρωρών σε έναν άντρα από τη γειτονιά που χρειάστηκε στέγη. Ήταν συλλογική απόφαση – δεν έβγαζε νόημα από οικονομικής άποψης, αυτά τα τετραγωνικά θα μπορούσαν σίγουρα να αξιοποιηθούν με «αποδοτικότερο τρόπο», αλλά δεν αξιοποιήθηκαν· το σπίτι δεν έμεινε άδειο, ούτε έγινε «small luxurious apartment in the heart of Petralona», επέστρεψε όμως στους κατοίκους.