Τα περίπτερα στην Αθήνα λιγοστεύουν και αλλάζουν μορφή. Από μικρά σημεία εξυπηρέτησης της γειτονιάς θυμίζουν πλέον σε πολλές περιπτώσεις μικρά καταστήματα με διευρυμένη εμπορική παρουσία στον δρόμο. Η συρρίκνωση του αριθμού τους και η μεταβολή της φυσιογνωμίας τους επηρεάζουν όμως άμεσα και τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται και ρυθμίζεται ο δημόσιος χώρος.
Το περίπτερο υπήρξε για δεκαετίες σταθερό σημείο της αθηναϊκής καθημερινότητας. Σήμερα, όμως, φαίνεται πια να χάνει τη δεδομένη παρουσία του στην πόλη. Σε πανελλαδικό επίπεδο λειτουργούν πλέον περίπου 4.000-4.700 περίπτερα, όταν το 2010 ξεπερνούσαν τα 10.000. Στον δήμο Αθηναίων, από περίπου 1.200 περίπτερα που υπήρχαν πριν από την έναρξη της οικονομικής κρίσης το 2010, ενεργά παραμένουν γύρω στα 250, ενώ για περίπου 150 θέσεις περιπτέρων τα δικαιώματα παραχώρησης έχουν περιέλθει στον δήμο, ο οποίος τα διαχειρίζεται πλέον.
Η συζήτηση γύρω από τα περίπτερα δεν αφορά μόνο έναν κλάδο που συρρικνώνεται. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο η πόλη διαχειρίζεται τον δημόσιο χώρο, θέτει όρια στην εμπορική δραστηριότητα και επαναπροσδιορίζει τη θέση ενός αστικού στοιχείου που για δεκαετίες θεωρούνταν αυτονόητο και ήταν χαρακτηριστικό γνώρισμα της νεοελληνικής πραγματικότητας και κουλτούρας.
Η εικόνα του μικρού σημείου εξυπηρέτησης της γειτονιάς έχει σε πολλές περιπτώσεις αντικατασταθεί από εκτεταμένες κατασκευές, με πολλαπλές προθήκες, ψυγεία, διαφημιστικά πάνελ και προϊόντα που καταλαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερα τμήματα του πεζοδρομίου.
Στο κέντρο της Αθήνας, η απουσία των παραδοσιακών περιπτέρων γίνεται όλο και πιο αισθητή. Όχι μόνο επειδή κλείνουν ή απομακρύνονται, αλλά κυρίως επειδή όσα παραμένουν σπάνια θυμίζουν το περίπτερο που γνώριζαν οι προηγούμενες γενιές. Η εικόνα του μικρού σημείου εξυπηρέτησης της γειτονιάς έχει σε πολλές περιπτώσεις αντικατασταθεί από εκτεταμένες κατασκευές, με πολλαπλές προθήκες, ψυγεία, διαφημιστικά πάνελ και προϊόντα που καταλαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερα τμήματα του πεζοδρομίου.
Η μετάβαση αυτή δεν αφορά μόνο τη νέα, εμπλουτισμένη εμπορική φυσιογνωμία των περιπτέρων, την οποία οι άνθρωποι του κλάδου θεωρούν αναγκαία για να επιβιώσουν απέναντι σε ισχυρούς ανταγωνιστές, όπως τα mini kiosks που λανσαρίστηκαν ως αναβαθμισμένη εκδοχή του κλασικού περιπτέρου με διευρυμένο ωράριο, αλλά και οι υπηρεσίες delivery που φέρνουν τα πάντα στην πόρτα μας· επηρεάζει άμεσα τη χρήση του πεζοδρομίου και την καθημερινή λειτουργία του δημόσιου χώρου.
Την ίδια στιγμή, μια σειρά από θεσμικές παρεμβάσεις, οι αλλαγές στη νομοθεσία, η αυστηροποίηση των ελέγχων και η επιβολή προστίμων επανακαθορίζουν τα όρια εντός των οποίων μπορεί να λειτουργήσει σήμερα ένα περίπτερο. Το αποτέλεσμα είναι μια συνεχής προσπάθεια εξισορρόπησης: ανάμεσα στη διατήρηση ενός ιστορικού αστικού στοιχείου και τη ρύθμιση του δημόσιου χώρου, ανάμεσα στη βιωσιμότητα ενός επαγγέλματος και την αναβάθμιση του αστικού τοπίου.
Η συζήτηση για τα όρια στον δημόσιο χώρο αποτυπώνεται και στα στοιχεία που έδωσε ο δήμος Αθηναίων. Όπως επισημαίνει η Ελένη Ζωντήρου, αντιδήμαρχος Δημοτικής Αστυνομίας και Κοινοχρήστων Χώρων, «το συχνότερο πρόβλημα αποτελεί η υπέρβαση των χορηγούμενων μέτρων κατάληψης κοινόχρηστου χώρου».
Οι σχετικοί έλεγχοι διενεργούνται από τη Δημοτική Αστυνομία, βάσει της κανονιστικής πράξης του δήμου Αθηναίων για τις προϋποθέσεις χρήσης κοινόχρηστου χώρου, η οποία τροποποιήθηκε τον περασμένο Απρίλιο και προσαρμόστηκε στο νέο νομοθετικό πλαίσιο που προβλέπει αυστηρότερα πρόστιμα σε περιπτώσεις αυθαίρετης χρήσης.
Η ίδια σημειώνει ότι «η δημοτική αρχή έχει δρομολογήσει αλλαγές προκειμένου να τεθεί σε χρήση ένας ενιαίος τύπος κουβουκλίου περιπτέρου με ομοιόμορφα χαρακτηριστικά, διατηρώντας τον παραδοσιακό του χαρακτήρα, όπως και την όσο το δυνατόν πιστότερη εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας», που απορρέει μέσα από τις κανονιστικές πράξεις. Ως αρμόδια αντιδήμαρχος, μας λέει: «Παραμένω σταθερά προσανατολισμένη στην αναβάθμιση της ποιότητας της ζωής στην πόλη και με σεβασμό στον δημόσιο χώρο εργάζομαι για την τήρηση της νομιμότητας όσον αφορά τον κοινόχρηστο χώρο των περιπτέρων».
Πόσο χώρο μπορεί, τελικά, να καταλάβει ένα περίπτερο;
Πόσο κοινόχρηστο χώρο μπορεί να χρησιμοποιήσει νόμιμα ένα περίπτερο; Μέχρι πού μπορεί να επεκταθεί; Η κανονιστική πράξη του δήμου Αθηναίων καθορίζει με σαφήνεια τα όρια που μπορεί να καταλαμβάνει ένα περίπτερο στον δημόσιο χώρο. Το βασικό κουβούκλιο, δηλαδή ο κλειστός χώρος εργασίας του περιπτερά, έχει μέγιστο εμβαδόν 2,55 τετραγωνικά μέτρα, με διαστάσεις 1,70x1,50 μέτρα. Πρόκειται για έναν χώρο ουσιαστικά ενάμισι επί ενάμισι, μέσα στον οποίο περνά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας ο επαγγελματίας.
Πέραν αυτού, μπορεί να παραχωρηθεί επιπλέον κοινόχρηστος χώρος αποκλειστικά για συγκεκριμένο εξοπλισμό και μόνο υπό προϋποθέσεις. Το συνολικό αποτύπωμα που μπορεί να καταλαμβάνει ένα περίπτερο, κουβούκλιο και προστέγασμα μαζί δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 7 τ.μ. όταν βρίσκεται σε πεζοδρόμιο και τα 10 τ.μ. όταν βρίσκεται σε πλατεία. Δεδομένου ότι το κουβούκλιο φτάνει έως τα 2,55 τ.μ., ο επιπλέον κοινόχρηστος χώρος που μπορεί να παραχωρηθεί αντιστοιχεί σε έως 4,5 τ.μ. σε πεζοδρόμιο και έως 7,5 τ.μ. σε πλατεία. Η κανονιστική πράξη βάζει και συνολικό «ταβάνι»: η συνολική επιφάνεια που μπορούν να καταλαμβάνουν ψυγεία και σταντ είναι έως 2,30 τ.μ., και τυχόν διάδρομοι εξυπηρέτησης πελατών συνυπολογίζονται στη συνολική παραχωρούμενη επιφάνεια.
Προϋπόθεση για να δοθεί ο χώρος είναι να μην εμποδίζεται η ομαλή διέλευση των πεζών και να τηρούνται οι προβλέψεις της κανονιστικής πράξης. Σε περίπτερα που βρίσκονται μπροστά σε διατηρητέα κτίρια, μνημεία ή κτίρια ιδιαίτερου κάλλους, με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου προβλέπεται ότι δεν παραχωρείται κοινόχρηστος χώρος για λόγους προστασίας του αρχιτεκτονικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος και της αισθητικής της πόλης.
Η παραχώρηση κοινόχρηστου χώρου δεν έχει το ίδιο κόστος σε όλη την πόλη. Το ύψος του τέλους εξαρτάται από τη θέση του περιπτέρου και τη ζώνη στην οποία βρίσκεται. Όπως επισημαίνει ο Θοδωρής Μάλλιος, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Μισθωτών Περιπτέρων και της Ένωσης Περιπτεριούχων Αττικής, στις πιο εμπορικές «πιάτσες» της πόλης, όπως η πλατεία Συντάγματος και η πλατεία Κολωνακίου, που έχουν και την υψηλότερη μηνιαία χρέωση για τον επιπλέον κοινόχρηστο χώρο, το κόστος ανέρχεται στα 550 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Δεν ισχύει το ίδιο σε λιγότερο εμπορικές ζώνες, όπου οι τιμές είναι χαμηλότερες, ενώ σε άλλους δήμους της Αττικής οι χρεώσεις μπορεί να είναι και συμβολικές, ανάλογα με τις αποφάσεις που λαμβάνει ο κάθε δήμος.
Η βιωσιμότητα ενός περιπτέρου, λοιπόν, φαίνεται να εξαρτάται από τη γεωγραφία του, καθώς άλλο είναι λειτουργεί σε τουριστικό σημείο με υψηλό κόστος κοινόχρηστου χώρου και άλλο σε μια γειτονιά. Ο Θοδωρής Μάλλιος είναι περιπτεράς μαζί με τα αδέλφια του από το 1991. Ξεκίνησαν με περίπτερο στη λεωφόρο Αμαλίας, δίπλα στον Εθνικό Κήπο, και έναν χρόνο αργότερα συνέχισαν σε άλλα σημεία του κέντρου. Για 28,5 χρόνια δραστηριοποιείται στο ιστορικό τρίγωνο της πόλης. Είχε το περίπτερο στην Ακρόπολη, στο ύψος του Ηρωδείου – «με τα πολλά κρεμαντζούλια», όπως λέει. Σήμερα βρίσκεται στην πλατεία Συντάγματος, ενώ η οικογένεια διατηρεί και τουριστικό κατάστημα στην Πλάκα. Γνωρίζει καλά την πιάτσα και η διαδρομή του προφανώς το επιβεβαιώνει.
Σήμερα, σημειώνει, το 99% όσων εκμεταλλεύονται περίπτερα είναι μισθωτοί, όχι οι αρχικοί δικαιούχοι των αδειών. «Ως επαγγελματίες, αποτελούμε το 99% αυτών που τα δουλεύουν. Από κάθε περίπτερο ζούσαν δύο οικογένειες: εμείς, οι ενοικιαστές, και οι ανάπηροι πολέμου που είχαν το δικαίωμα παραχώρησης. Και για να μην πω και μια τρίτη, αυτή των υπαλλήλων μας».
Το περίπτερο, λέει, μπορεί εκ πρώτης όψεως να μοιάζει προσοδοφόρο. «Μπορεί να φαίνεται ότι τα έχουμε καταφέρει καλά». Στην πράξη όμως πρόκειται για ιδιαίτερα απαιτητική δουλειά. «Το τίμημα είναι βαρύ. Δεν έχεις προσωπική ζωή. Είσαι κουλουριασμένος μέσα σε έναν χώρο ένα επί ένα και προσπαθείς να βγάλεις το ψωμί σου». Ο εσωτερικός χώρος εργασίας είναι ελάχιστος, ο περιπτεράς εκτεθειμένος στον δρόμο: «Τον δέρνουν οι βροχές, οι υψηλές θερμοκρασίες».
Γιατί μειώθηκαν τα περίπτερα
Η αλλαγή του πλαισίου, όπως περιγράφει, επιβάρυνε ακόμη περισσότερο όσους είχαν το αρχικό δικαίωμα. Το 2014 επιβλήθηκε τέλος κουβουκλίου και στους δικαιούχους. Ακόμη και αν δεν νοικιάζουν το περίπτερο και αυτό παραμένει κλειστό, είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν το τέλος. «Τουλάχιστον πριν από μία πενταετία, περίπου 70 με 80 ανάπηροι έδωσαν τα κλειδιά και αποποιήθηκαν του δικαιώματος», αναφέρει.
Η εικόνα αυτή, λέει, δείχνει πώς ένας θεσμός που ξεκίνησε ως μέτρο κοινωνικής πρόνοιας μετατράπηκε σταδιακά σε μια αυστηρά ρυθμιζόμενη δραστηριότητα. Η επιβάρυνση αυτή δεν ήταν μεμονωμένη. Εντάχθηκε σε μια ευρύτερη πορεία συρρίκνωσης του κλάδου, η οποία επιταχύνθηκε μετά το 2010 και αποτυπώνεται καθαρά στους αριθμούς. Τα περίπτερα λιγόστεψαν δραματικά μέσα σε μια δεκαετία, όχι από μία μόνο αιτία, αλλά από τη διαδοχή τριών κρίσεων που άλλαξαν ριζικά τους όρους λειτουργίας τους, σύμφωνα με τα όσα μας λέει. Μας παραπέμπει σε νούμερα, που αποκαλύπτουν αυτήν τη συρρίκνωση.
Τα στοιχεία που συγκεντρώνει ο κλάδος δεν προέρχονται από κάποια επίσημη κρατική βάση δεδομένων. «Τα δικά μας νούμερα τα αντλούμε κυρίως από τις καπνοβιομηχανίες, γιατί δεν έχουμε μηχανισμό να μετρήσουμε εμείς τις απώλειες», λέει ο Θ. Μάλλιος. Ένα ακόμη μέτρο σύγκρισης είναι το περιοδικό που εκδίδει η Ομοσπονδία και διανέμεται σε όλη τη χώρα: «Το καταλαβαίνουμε κι από τις επιστροφές. Όταν αυξάνονται, ξέρεις ότι έχουν κλείσει σημεία».
Μας εξηγεί ότι το 2010 λειτουργούσαν περίπου 10.000 περίπτερα πανελλαδικά. Σήμερα απομένουν «σκάρτα 5.000», μεταξύ 4.500 και 4.700. Στην Αττική, από περίπου 4.500 πριν από την κρίση, έχουν μείνει γύρω στις 2.000. Στον δήμο Αθηναίων από περίπου 1.200 σήμερα λειτουργούν περίπου 450. «Το μεγαλύτερο χτύπημα», σύμφωνα με τα στοιχεία που παίρνει ο Θ. Μάλλιος από τα σωματεία, το έχουν δεχθεί ο Πειραιάς και η Θεσσαλονίκη, που έχουν χάσει πάνω από 60 περίπτερα.
Η συρρίκνωση, όπως την περιγράφει, δεν είναι αποτέλεσμα μίας μόνο αιτίας αλλά τριών διαδοχικών κρίσεων. Στην πρώτη θέση βάζει την οικονομική κρίση και τη φορολογία στα καπνικά που διογκώθηκε υπέρμετρα: «Τα κέρδη μας συρρικνώθηκαν δραματικά από τις τρεις απανωτές αυξήσεις στον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα καπνικά την περίοδο της κρίσης», σημειώνει.
Ο ειδικός φόρος ήταν ήδη υψηλός, περίπου στο 73,5%. «Από τα 100 λεπτά που κόστιζε ένα πακέτο, τα 73,5 πήγαιναν στο κράτος. Τα υπόλοιπα τα μοιραζόμασταν όλοι: ο αγρότης που παρήγαγε τον καπνό, ο χονδρέμπορος, εμείς. Εκεί που μοιραζόμασταν 23,5 λεπτά, σήμερα μιλάμε για κάτω από 17 ή 18. Το περίπτερο, που βασιζόταν διαχρονικά στα καπνικά ως βασικό πυλώνα εσόδων, είδε τη βασική του πηγή να αποδυναμώνεται». Παράλληλα, την περίοδο της οικονομικής κρίσης, η γενικευμένη οικονομική καχεξία των καταναλωτών μείωσε τον τζίρο σε όλα τα προϊόντα.
Όταν η αγορά άρχισε να σταθεροποιείται, όπως μας λέει, ήρθε η πανδημία. «Πολλοί από εμάς ζούμε από τον τουρισμό και από το γεγονός ότι βρισκόμαστε σε πιάτσες και αγορές», λέει. «Περίπτερα σε τουριστικά σημεία, σε κεντρικές πλατείες ή πάνω σε μεγάλους οδικούς άξονες εξαρτώνται από τη ροή πεζών και αυτοκινήτων. Στην πανδημία δεν υπήρχε κυκλοφορία. Οι αγορές ήταν κλειστές, ο τουρισμός μηδενικός. Για όσους είμαστε σε μεγάλους δρόμους και ζούμε από τα αυτοκίνητα, ήταν καταστροφή».
Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι υπήρξε στήριξη. «Σωθήκαμε πολλοί από εμάς, κι εγώ με τα αδέλφια μου, χάρη στις επιστρεπτέες και τα μέτρα στήριξης. Μπήκαμε στις πληττόμενες επιχειρήσεις στο και πέντε, μετά από πίεση προς τα υπουργεία». Αν και, όπως υποστηρίζει, δεν ανήκει πολιτικά στον χώρο της ΝΔ, οφείλει να αναγνωρίσει ότι τα μέτρα που έλαβε ως κυβέρνηση «σώσανε την παρτίδα».
Και ενώ ο κλάδος προσπαθούσε να ανακάμψει, ήρθε η ενεργειακή κρίση. «Είμαστε ενεργοβόρες επιχειρήσεις», τονίζει. Τα ψυγεία λειτουργούν όλο το 24ωρο, ο φωτισμός είναι διαρκής, ιδιαίτερα στα τουριστικά σημεία. Έναν επαγγελματία που είναι ήδη στα όριά του το παραμικρό μπορεί να τον στείλει στον αγύριστο». Για πολλούς, η αύξηση του ενεργειακού κόστους λειτούργησε ως το τελικό πλήγμα.
Η αστική πρωτοτυπία του περιπτέρου
Η τριπλή αυτή πίεση, φορολογική, υγειονομική και ενεργειακή, δεν εξηγεί μόνο τη μείωση των περιπτέρων. Αποκαλύπτει και κάτι ακόμη: πόσο ευάλωτος έχει γίνει ένας θεσμός που κάποτε θεωρούνταν σταθερός πυλώνας της αστικής καθημερινότητας.
Κι αυτό γιατί το περίπτερο δεν γεννήθηκε ως μια απλή εμπορική δραστηριότητα. Η καθιέρωση και η γρήγορη διάδοσή του στις ελληνικές πόλεις, μια καθαρά ελληνική αστική πρωτοτυπία, συνδέθηκε εξαρχής με συγκεκριμένες κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες του κράτους.
Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, το ελληνικό κράτος αναζητούσε τρόπους να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των πολεμικών συγκρούσεων και την απουσία οργανωμένων δομών κοινωνικής πρόνοιας.
Η παραχώρηση δικαιώματος εκμετάλλευσης περιπτέρου σε ανάπηρους και τραυματίες πολέμου αποτέλεσε ένα από τα πρώτα οργανωμένα μέτρα επαγγελματικής αποκατάστασης. Σε μια εποχή που οι συντάξεις ήταν περιορισμένες και το κοινωνικό κράτος ουσιαστικά ανύπαρκτο, το περίπτερο λειτούργησε ως πρακτική λύση επιβίωσης.
Ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897 και, λίγα χρόνια αργότερα, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι του 1912-1913 αύξησαν τον αριθμό των δικαιούχων και, κατ’ επέκταση, των περιπτέρων. Η ίδια λογική συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες. Μετά τον πόλεμο του 1940 και την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης, νέες κατηγορίες δικαιούχων εντάχθηκαν στο καθεστώς παραχώρησης, διευρύνοντας τον κοινωνικό χαρακτήρα του θεσμού. Στο πλαίσιο αυτό εντάχθηκαν αργότερα και πολεμιστές της Κύπρου.
Παράλληλα, το κράτος αξιοποίησε τον θεσμό για να οργανώσει και να ελέγξει το εμπόριο καπνού. Μέχρι τότε, η πώληση καπνικών γινόταν κυρίως από πλανόδιους μικροπωλητές και λίγα καπνοπωλεία, με αποτέλεσμα απώλεια φορολογικών εσόδων. Με την παραχώρηση αποκλειστικού δικαιώματος πώλησης καπνοβιομηχανικών προϊόντων στα περίπτερα, δημιουργήθηκε ένα ελεγχόμενο δίκτυο διανομής, χαμηλού διοικητικού κόστους και υψηλής αποτελεσματικότητας για το Δημόσιο.
Τρίτος παράγοντας ήταν η κάλυψη καθημερινών αναγκών της πόλης. Σε μια περίοδο περιορισμένου οργανωμένου λιανεμπορίου, το περίπτερο εξελίχθηκε σε σταθερό σημείο εξυπηρέτησης: εφημερίδες, τσιγάρα, βασικά είδη μικρής κατανάλωσης. Με τον χρόνο, ξεπέρασε τη στενή εμπορική του λειτουργία και λειτούργησε ως άτυπος κόμβος πληροφόρησης και κοινωνικής επαφής, ενταγμένος οργανικά στον δημόσιο χώρο.
Οι αλλαγές που διαμόρφωσαν το πλαίσιο λειτουργίας
Η σημερινή εικόνα των περιπτέρων στην Αθήνα δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς τη διοικητική αλλαγή που επήλθε μετά το 2010. Με τον «Καλλικράτη», οι αρμοδιότητες για τη χορήγηση και διαχείριση των αδειών μεταφέρθηκαν από τις νομαρχίες στους δήμους.
Στον δήμο Αθηναίων, από τα περίπου 1.200 περίπτερα που λειτουργούσαν πριν από την οικονομική κρίση, σήμερα η Διεύθυνση Δημοτικών Προσόδων διαχειρίζεται περίπου 400 άδειες. Από αυτές, περίπου 250 περίπτερα είναι ενεργά, ενώ για περίπου 150 θέσεις τα δικαιώματα παραχώρησης έχουν περιέλθει στη διαχείριση του δήμου.
Οι άδειες αυτές είχαν αρχικά δοθεί σε ανάπηρους πολέμου, της Εθνικής Αντίστασης, θύματα ειρηνευτικής περιόδου και άλλες κατηγορίες δικαιούχων που εντάσσονταν στο πλαίσιο της κοινωνικής αποκατάστασης. Ωστόσο, μετά το 2012, το καθεστώς αυτό άλλαξε. Η άδεια δεν θεωρείται πλέον σχεδόν κληρονομικό δικαίωμα.
Μέχρι το 2012, το δικαίωμα παραχώρησης μπορούσε να μεταβιβαστεί στη χήρα/χήρο του/της δικαιούχου ή σε ανύπαντρη θυγατέρα, γεγονός που διατηρούσε έναν έντονο οικογενειακό χαρακτήρα στη λειτουργία των περιπτέρων. Σήμερα, ισχύει η μεταβίβαση στη χήρα/χήρο, αλλά υπάρχει συνέχεια μόνο στην περίπτωση που το τέκνο έχει ποσοστό αναπηρίας άνω του 67%. Σε διαφορετική περίπτωση, το δικαίωμα δεν συνεχίζεται αυτομάτως εντός της οικογένειας.
Όταν μια θέση περιπτέρου δεν την εκμεταλλεύεται πλέον ο αρχικός δικαιούχος, τότε περιέρχεται στη διαχείριση του δήμου και ακολουθείται συγκεκριμένη διαδικασία επαναδιάθεσης. Περίπου το 30% των θέσεων παραχωρείται εκ νέου, με κοινωνικά και εισοδηματικά κριτήρια, σε ευπαθείς ομάδες, άτομα με αναπηρία, πολύτεκνους, πολεμιστές της Κύπρου. Οι υπόλοιπες θέσεις προκηρύσσονται σε δημόσια διαδικασία δημοπρασίας από τον δήμο, με χρονικά προσδιορισμένη παραχώρηση, συνήθως δεκαετούς διάρκειας.
Με αυτόν τον τρόπο, το περίπτερο απομακρύνεται από τη λογική της διαχρονικής οικογενειακής συνέχειας και εντάσσεται σε ένα πλαίσιο περιορισμένου χρόνου εκμετάλλευσης και διοικητικής διαχείρισης.
Το αλαλούμ της αισθητικής εικόνας και ο δημόσιος χώρος
Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν σαφή κριτήρια για τις διαστάσεις και τη χωροθέτηση, η αισθητική εικόνα των περιπτέρων στην Αθήνα παραμένει ανομοιογενής. Στην πράξη, η τελική μορφή τους καθορίζεται συχνά όχι από ένα ενιαίο αρχιτεκτονικό πρότυπο αλλά από τη διαφημιστική επιφάνεια που φέρουν, από το ποια εταιρεία «ντύνει» το κουβούκλιο, ποια μαρκίζα τοποθετείται, ποιο λογότυπο κυριαρχεί.
Έτσι, ενώ ο κανονισμός ρυθμίζει τα τετραγωνικά, δεν ρυθμίζει στον ίδιο βαθμό την αισθητική συνοχή. Το αποτέλεσμα είναι μια πόλη όπου τα περίπτερα λειτουργούν περισσότερο ως μικρές εμπορικές μονάδες με έντονη διαφημιστική ταυτότητα παρά ως ενιαίο αστικό στοιχείο.
Ο επαναπροσδιορισμός αυτής της εικόνας απασχολεί πολλά χρόνια, αλλά τίποτα δεν αλλάζει επί της ουσίας, αν και κατά καιρούς υπήρξαν κάποιες ενέργειες. Το 2016 ο δήμος Αθηναίων προκήρυξε αρχιτεκτονικό διαγωνισμό ιδεών για τον σχεδιασμό πρότυπου περιπτέρου για την πόλη της Αθήνας. Στόχος ήταν η αναζήτηση ενός ενιαίου αρχιτεκτονικού προτύπου που να σέβεται τον δημόσιο χώρο, να οργανώνει με σαφήνεια τη μορφή και τη λειτουργία και να μπορεί να εφαρμοστεί τόσο σε παλιά όσο και σε νέα περίπτερα.
Ο διαγωνισμός επιδίωκε μια σύγχρονη προσέγγιση, με πρωτότυπες σχεδιαστικές προτάσεις για την αισθητική και λειτουργική αναβάθμιση των περιπτέρων. Ωστόσο, παρά το ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε, τίποτα δεν μετουσιώθηκε σε πράξη. Δύο χρόνια μετά, η δημοτική αρχή προχώρησε στην οριστική κατάργηση 331 θέσεων εγκαταλελειμμένων περιπτέρων. Όπως είχε δηλώσει τότε ο δήμαρχος, Γ. Καμίνης, «η οριστική κατάργηση του ενός τρίτου των θέσεων εγκαταλελειμμένων περιπτέρων στην Αθήνα απελευθερώνει χώρο για τους πεζούς και βοηθά σημαντικά στη λειτουργική και αισθητική αναβάθμιση του αστικού τοπίου της Αθήνας».
Αυστηρότερο πλαίσιο και κυρώσεις
Η ρύθμιση της εικόνας των περιπτέρων συνδέεται άμεσα με το καθεστώς χρήσης του κοινόχρηστου χώρου. Η πρόσφατη νομοθετική παρέμβαση του 2024, στην οποία προσαρμόστηκε και η κανονιστική πράξη του δήμου Αθηναίων, με τροποποίηση τον περασμένο Απρίλιο, αυστηροποίησε σημαντικά τις κυρώσεις για αυθαίρετη κατάληψη κοινόχρηστου χώρου. Αν διαπιστωθεί υπέρβαση των επιτρεπόμενων μέτρων, επιβάλλεται το αναλογούν τέλος χρήσης και πρόστιμο τριπλάσιο του αναλογούντος τέλους.
Αν η κατάληψη αφορά χώρο για τον οποίο δεν έχει δοθεί καθόλου άδεια, το πρόστιμο ανέρχεται στο διπλάσιο του μεγαλύτερου ποσού ανά τετραγωνικό μέτρο που ισχύει στην περιοχή για αντίστοιχη χρήση. Σε ακόμη σοβαρότερες περιπτώσεις, όταν η αυθαίρετη χρήση αφορά οδεύσεις τυφλών ή την ελεύθερη ζώνη πλάτους 3,5 μέτρων σε πεζόδρομο, το πρόστιμο φτάνει στο τετραπλάσιο του μεγαλύτερου προβλεπόμενου ποσού.
Η διαδικασία είναι συγκεκριμένη: πραγματοποιείται αυτοψία, επιδίδεται εντολή άρσης της αυθαίρετης κατάληψης και δίνεται προθεσμία επτά ημερών για συμμόρφωση. Αν δεν υπάρξει ανταπόκριση, τα αντικείμενα απομακρύνονται από συνεργείο του δήμου, ενώ επιβάλλεται και επιπλέον κόστος μεταφοράς και αποθήκευσης. Σε περίπτωση δεύτερης παράβασης, αφαιρείται η άδεια χρήσης κοινόχρηστου χώρου για έξι μήνες. Αν το διάστημα αυτό δεν συμπληρωθεί εντός του ίδιου έτους, δεν χορηγείται νέα άδεια μέχρι να συμπληρωθεί το εξάμηνο.
Η μνήμη και η σύγχρονη προσαρμογή
Μέσα σε αυτό το μεταβαλλόμενο τοπίο, το περίπτερο δεν αποτελεί μόνο αντικείμενο διοικητικής ρύθμισης, αλλά και πεδίο καλλιτεχνικής και ιστορικής προσέγγισης.
Ο εικαστικός Ανδρέας Finch αυτό το διάστημα παρουσιάζει στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων την έκθεση «Περί Πτερύγων Ανέμων – Τα Αθηναϊκά Περίπτερα», με την υποστήριξη του Οργανισμού Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων.
Η έκθεση αποτελεί αποτέλεσμα μακροχρόνιας έρευνας και αποτυπώνει τη διαδρομή των αθηναϊκών περιπτέρων από τις αρχές του 20ού αιώνα έως σήμερα, μέσα από 20 τρισδιάστατες εικαστικές δημιουργίες διαφορετικών μεγεθών. Στα έργα αναπαρίστανται ιστορικά περίπτερα όπως εμφανίζονται σε παλαιές φωτογραφίες και καρτ ποστάλ: τα πρώτα πολυγωνικά κιόσκια της πλατείας Συντάγματος, το πρώτο Μινιόν στα Χαυτεία, οι Μούσες της πλατείας Ομονοίας, ο Κουτάλας της Γλυφάδας, ακόμη και το περίπτερο που κατέρρευσε στην οδό Πανεπιστημίου κατά τη διάρκεια των έργων του μετρό το 1997.
Στην ερώτησή μας αν βλέπει τη σημερινή εικόνα των περιπτέρων ως φυσική προσαρμογή ή ως απώλεια ταυτότητας, ο Ανδρέας Finch αποφεύγει τη νοσταλγική προσέγγιση.
Όπως σημειώνει, συχνά γίνεται αποδέκτης «μιας κλάψας» για τα περίπτερα και μιας έντονης νοσταλγίας. Ωστόσο, θεωρεί ότι η σημερινή εξέλιξη είναι σε μεγάλο βαθμό υγιής. Κατά τη γνώμη του, ο αρχικός ρόλος των περιπτέρων έχει μεταβληθεί εδώ και χρόνια, λόγω της σταδιακής εξάλειψης των εντύπων και των αλλαγών στην αγορά των καπνικών. «Από κοινωνικής και τεχνολογικής πλευράς, έχει χαθεί ο επικοινωνιακός τους ρόλος, καθώς πλέον λειτουργούν κυρίως ως σημεία ταχείας, διεκπεραιωτικής εξυπηρέτησης.
Επισημαίνει επίσης ότι «τα περίπτερα εξυπηρετούσαν για δεκαετίες και ανάγκες που σήμερα θεωρούνται προβληματικές, το κάπνισμα, τη ρυπογόνα διανομή εντύπων». Υπό αυτό το πρίσμα, η μετατροπή τους σε μικρά καταστήματα ευκολίας δεν του φαίνεται ούτε παράλογη ούτε αρνητική.
Η απώλεια, λέει, αφορά κυρίως τη λαογραφική και ιστορική διάσταση. Πολλά παλιά περίπτερα, ιδίως σε πιο φτωχές γειτονιές, έφεραν έντονο ιδιοκατασκευαστικό χαρακτήρα και στοιχεία τοπικής αισθητικής. Αυτή η όψη δεν διατηρήθηκε. Όμως, όπως επισημαίνει, δεν είναι βέβαιο ότι θα μπορούσε να παραμείνει αμετάβλητη.
Η έκθεση, εξηγεί, «αποτελεί φόρο τιμής σε ένα σύμβολο του αστικού μας πολιτισμού που αξίζει ανάδειξης» και για τον ίδιο μια αφετηρία για την εξερεύνηση ευρύτερων, πιο σύνθετων ζητημάτων που αφορούν την πόλη.
Μια ιστορία που επαναλαμβάνεται
Αν δει κανείς την ιστορία των περιπτέρων μέσα από δύο εμβληματικά, με την έννοια της ιστορικότητας, περίπτερα της Αθήνας, ίσως διακρίνει μια ιδιότυπη συνέχεια.
Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού, τα πρώτα πολυγωνικά κιόσκια της πλατείας Συντάγματος καταγράφονται σε καρτ ποστάλ της εποχής ως νέα αστικά σημεία αναφοράς. Ένα από αυτά τα περίπτερα, σύμβολο μιας άλλης κλίμακας πόλης, χάθηκε δεκαετίες αργότερα μέσα στις αναπλάσεις για τα έργα του μετρό. Η σύγχρονη υποδομή κυριολεκτικά το κατάπιε.
Λίγες δεκαετίες αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ένα διαφορετικό περίπτερο στα Χαυτεία έδινε ένα άλλο μήνυμα. Ο ιδιοκτήτης του είχε μετατρέψει το μικρό κιόσκι σε υπερφορτωμένη βιτρίνα, κρεμώντας και εκθέτοντας κάθε πιθανό προϊόν. Από εκεί ξεκίνησε η επιχείρηση που εξελίχθηκε το 1934 στο Μινιόν και αργότερα σε ένα από τα πιο εμβληματικά πολυκαταστήματα της Αθήνας.
Αν διαβαστούν μαζί, αυτά τα δύο στιγμιότυπα μοιάζουν σχεδόν προφητικά. Από τη μία, το παραδοσιακό περίπτερο που απορροφάται από τη νέα πολεοδομική/αστική πραγματικότητα. Από την άλλη, το μικρό κιόσκι που προαναγγέλλει τη λογική της εμπορικής διόγκωσης.
Σήμερα, τα περίπτερα της Αθήνας κινούνται ακριβώς ανάμεσα σε αυτές τις δύο τροχιές. Κάποια εξαφανίζονται. Κάποια άλλα διογκώνονται λειτουργικά, θυμίζοντας μικρές εμπορικές μονάδες, μια μορφή που δεν απέχει πολύ από το πρότυπο που, άθελά του ίσως, εγκαινίασε εκείνο το περίπτερο στα Χαυτεία σχεδόν έναν αιώνα πριν.
Ίσως, τελικά, τα πρώτα εκείνα περίπτερα να είχαν ήδη δείξει το μέλλον: είτε θα τα κατάπινε η πόλη, είτε θα μεταμορφώνονταν σε κάτι μεγαλύτερο από την αρχική τους μορφή. Και η σημερινή συζήτηση για τον δημόσιο χώρο, την αισθητική και τη βιωσιμότητα του επαγγέλματος δεν είναι παρά η συνέχεια αυτής της διαδρομής.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.