ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΑΛΙΟΤΕΡΑ ονομάζαμε lifestyle και ίσως τώρα δεν έχει την ίδια ονομασία, είχε, με λίγες εξαιρέσεις, μια αγάπη στη λεύκανση. Διάφορα αμφιλεγόμενα ή σκοτεινά πρόσωπα, περνώντας μέσα από σελίδες και ψηφιακούς τόπους κοσμικής επεξεργασίας, έβγαιναν λουσμένα στο φως της δημοκρατικής αθωότητας.
Χαρακτηριστικό αυτού του στυλ δημοσιότητας είναι ότι, πολιτικά, κατάντησε βιότοπος των πιο συντηρητικών αντιλήψεων. Σε όλη σχεδόν την Ευρώπη, ο λεγόμενος τύπος people (όπως τον ονομάζουν στη Γαλλία) και ο ινσταγκραμικός του βραχίονας αποθεώνουν τη μοναρχία, τις ολιγαρχίες, τους κόσμους των ξεφτισμένων δυναστειών. Όσο και να αλλάζουν οι καταστάσεις, να προκύπτουν παγκόσμιες κρίσεις και πόλεμοι ή να πέφτουν κάποιες φιγούρες τύπου Έπσταϊν λόγω σκανδάλων, αυτή η «νομιμοποίηση» των χειρότερων ιδεών μέσω της κοσμικής φούσκας επεκτείνεται. Έχει αποκρυσταλλωθεί μια παγκόσμια σφαίρα ξιπασμένης πλουτοκρατίας με όχημα ειδύλλια, αγορές σπιτιών, luxury επιλογές.
Σε όλη σχεδόν την Ευρώπη, ο λεγόμενος τύπος people (όπως τον ονομάζουν στη Γαλλία) και ο ινσταγκραμικός του βραχίονας αποθεώνουν τη μοναρχία, τις ολιγαρχίες, τους κόσμους των ξεφτισμένων δυναστειών.
Τον περασμένο Μάρτιο, το «Paris Match», μια από τις ναυαρχίδες του μεγαλοαστικού κουτσομπολιού της Γαλλίας, αφιέρωνε το κεντρικό του στόρι στο «νέο ειδύλλιο στην πόλη», στη σχέση του νεαρού ηγέτη της γαλλικής ακροδεξιάς, Ζορντάν Μπαρντελά, με την πριγκίπισσα Μαρία Καρολίνα των Βουρβόνων-Δύο Σικελιών. Αξίζει εδώ να κάνουμε μια εξαίρεση παραθέτοντας τον τρόπο με τον οποίο προλογίζεται η «αποκάλυψη- έκπληξη»:
Εκείνο το πρωί, στο Αζάτσιο, το φως είχε εκείνη την απαλότητα που σταματά τη ροή του χρόνου. Ανάμεσα στη Μεσόγειο και τα σιωπηλά βουνά, όλα φαίνονταν να συνυπάρχουν σε μια σχεδόν εξωπραγματική αρμονία. Οι Κορσικανοί γνωρίζουν αυτό το θαύμα: τα νησιά Sanguinaires, αυτά τα τέσσερα μυστηριώδη νησάκια που βρίσκονται στην άκρη του κόλπου. Σε αυτό το σκηνικό, όπου κάθε πέτρα φαίνεται να είναι φορτωμένη με μνήμες, μια απροσδόκητη σκηνή προσφέρθηκε στα βλέμματα: ο Ζορντάν Μπαρντελά και η πριγκίπισσα Μαρία Καρολίνα των Βουρβόνων και των Δύο Σικελιών να περπατούν δίπλα δίπλα.
Μέσα από αυτές τις γραμμές, μαζί με τις φωτογραφίες των δύο από την κορσικανική ύπαιθρο, θα προωθηθεί ακόμα περισσότερο η φαντασίωση γύρω από τον Ζορντάν Μπαρντελά. Ήδη ο τεράστιος αριθμός followers δείχνει ότι έχει συγκροτηθεί μια νεανική βάση που βλέπει στον συγκεκριμένο άνθρωπο ένα παράδειγμα επιτυχίας, φωτογένειας και πατριωτισμού. Το «Paris Match» και το συνολικό κοσμικο-παπαρατσικό σύστημα φροντίζουν για την αισθητική ενός ανερχόμενου συστήματος εξουσίας. Την ίδια στιγμή, πολύ ισχυροί άνθρωποι στον επιχειρηματικό χώρο, όπως ο Βενσάν Μπολορέ, κατοχυρώνουν την επιβολή τους στον γαλλικό εκδοτικό χώρο, σε ένα μεγάλο μέρος του Τύπου και της τηλεόρασης. Παράλληλα, διαβάζουμε για συναντήσεις του Μπαρντελά με την ηγεσία του MEDEF, του Συνδέσμου Βιομηχάνων της Γαλλίας, και για ένα οικονομικό σχέδιο με βασικό στοιχείο την «απλούστευση». Ο κορμός της πρότασης αυτής της αναβαπτισμένης ακροδεξιάς είναι η ελευθερία τού επιχειρείν με λιγότερα εμπόδια και κανονιστικές ρυθμίσεις. Το γνωστό παιχνίδι μεταξύ της μάχης με τη γραφειοκρατία –ωραία ακούγεται πάντοτε αυτό– και της υπονόμευσης των όποιων κανόνων.
Προφανώς ορισμένα θέματα –τα οικονομικά, τα εργασιακά– δεν είναι πολύ σέξι. Μαγνητισμένη η προσοχή στρέφεται στην απόφοιτη μιας φημισμένης σχολής μόδας Μαρία Καρολίνα των Βουρβόνων. Έχει κάτι από την αρχέγονη αριστοκρατική ξανθιά Γαλλία που σμίγει με το φτασμένο παιδί –ιταλικής και λίγο αλγερινής καταγωγής– από το λαϊκό προάστιο του Σεν Ντενί. Σχεδόν σαν να διαβάζεις Σταντάλ, πάντως κάτι από τις αφηγήσεις του 19ου αιώνα. Οι ιστορίες προσωπικής ανόδου, ο παραμυθητικός εθνικισμός της «προστασίας» και η μυθολογία μιας αναγεννημένης επιχειρηματικότητας γίνονται ένα μείγμα που κερδίζει την ψυχή όλο και περισσότερων παραγόντων. Είναι πια χαρμάνι που ατμίζεται και από σημαντικό κομμάτι νέων ανθρώπων, αν και στους νεότερους η Γαλλία έχει πολλά ριζοσπαστικά και αντιφασιστικά αντίβαρα.
Προσπαθώ να σκεφτώ αν κάτι ανάλογο θα μπορούσε να προχωρήσει και στην Ελλάδα ως ένα κάποιο στυλ lifestyle εξευγενισμού στη δεξιά. Κάτι φαίνεται να δοκιμάζεται τον τελευταίο καιρό με τον γιο του Κωνσταντίνου και με τους Ντε Γκρες, όμως οι συνθήκες αντιστέκονται. Υπάρχουν φυσικά ακροατήρια που δεν τους λέει τίποτα ούτε η ιστορία της βασιλείας, ούτε καν η δικτατορία και τα δεινά της. Ένας κόσμος πρόθυμος να καταναλώσει τη μεγαλοαστική χλιδή στα σόσιαλ δείχνει επιπλέον να κυριεύεται από περιφρόνηση και αντιπάθεια προς οτιδήποτε «φτωχό» και «μίζερο» (από τους Παλαιστίνιους μέχρι την παραμικρή διαδήλωση στη χώρα). Σε αυτόν τον κόσμο, ένας έρωτας μαζί με μια κάποια εθνικιστική παρόλα θα αρκούσαν ίσως ως πολιτικά σήματα. Στη Γαλλία ωστόσο ο Ζορντάν Μπαρντελά έχει πίσω του ένα κόμμα οργανωμένο και με ιστορία, τον Εθνικό Συναγερμό, το πρώην Εθνικό Μέτωπο. Και υπάρχει ήδη ένα δημοσκοπικό προβάδισμα, αφού, όπως πάνε τα πράγματα, το μεγαλύτερο μέρος της δεξιάς στη Γαλλία θα ανασυντεθεί γύρω από αυτόν τον χώρο και τις ιδέες του και όχι αντιστρόφως. Δεν υπάρχει κάτι ανάλογο, ακόμα, στην Ελλάδα, πέρα από προθέσεις και ένα σκόρπιο ακροατήριο.
Έχει όμως τη σημασία του το πώς, διαχρονικά, η απολιτική σφαίρα των celebrities λειτουργούσε υπέρ των πιο αντιδραστικών ιδεών. Αρκεί να θυμηθεί κανείς πόσο το «εξαθλιωμένο» στυλ των ρούχων που φορούσαν οι πρώτοι ταλαίπωροι Αλβανοί μετανάστες στην Ελλάδα του ’90 είχε γίνει στόχος ιταμής λοιδορίας σε κάποια περιοδικά και στα τηλεοπτικά τους παραρτήματα. Ή το πώς χριστιανο-εθνικιστικές κορόνες κυκλοφορούν στα χείλη διασημοτήτων από κοινού με έναν κοινωνικό συντηρητισμό τύπου δεκαετίας του ’50. Η πρόσφατη μόδα επιστροφής σε έναν «παραδοσιακό» μητρικό ή πατρικό ρόλο (tradwifes και άλλες αστειότητες) και οι δηλώσεις αγανάκτησης από το woke –το οποίο στην Ελλάδα, το έχουμε πει, ουδέποτε είχε την μορφή και τη δύναμη που του αποδίδουν– καλλιεργούν το έδαφος για συνάντηση πολιτικής ακροδεξιάς και απολιτικής ελαφρότητας.
Στη Γαλλία πάντως το πράγμα κινείται με άλλες ταχύτητες και έχει ωριμάσει ως ένας πολύ συγκεκριμένος πολιτικός κίνδυνος. Τα διάφορα «Paris Match» θα συνεχίσουν τις κιτς ρομαντικές περιγραφές τους, οι δημοσιολόγοι του κατεστημένου θα υποκύπτουν στην ανάγκη για λεύκανση της άκρας δεξιάς και ο καλός κόσμος θα λέει: «μα δεν είναι τελικά νοστιμούλης αυτός ο νεαρός;».
Αναλογίζεσαι έτσι μελαγχολικά εκείνη την παλιά ρήση που βεβαίωνε, αφελώς, ότι η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο· το πώς πια μπορεί να πραγματώνεται και με διεστραμμένο τρόπο σε διάφορες «μοναρχικές» αυλές του μεταμοντέρνου σύμπαντός μας. Εδώ που πια πολλαπλασιάζονται οι φωτογενείς ρατσιστές, οι καλλονές εθνικίστριες και οι άψογα ντυμένοι μαϊντανοί του κακού.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.