ΜE TIΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΙΣ συμβαίνει κάτι μαγικό. Κατ’ αρχάς ξεκινάμε από το ποιος τις κάνει; Είναι συμπαθής στο ευρύ κοινό; Έχει δώσει δικαιώματα; Αν «ναι» και «όχι» ταυτόχρονα, δηλαδή, α) είναι συμπαθής και β) δεν έχει απασχολήσει ποτέ την κοινή γνώμη για κάτι αρνητικό, θα την πάρει μαζί του, αν κάνει μια δήλωση για ένα εξαιρετικά σοβαρό θέμα.

 

Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με τον Δημήτρη Σταρόβα και την υπόθεση του ελληνικού #MeToo, που καιρό τώρα επισημαίνουμε ότι μετά το πρώτο κύμα κάπου σκάλωσε. Ο καλλιτέχνης, πριν από λίγες ημέρες, παραχώρησε μία συνέντευξη στην εφημερίδα “On Time”, στην οποία, μεταξύ πολλών άλλων, προχώρησε και σε μία δήλωση, με την οποία συμφώνησαν σιωπηλά πολλοί. Επειδή συμφώνησαν, δεν σημαίνει ότι δεν είναι βαθιά προβληματική.

 

Ας τη δούμε λίγο, απομονωμένη –για λόγους αντικειμενικότητας– από οτιδήποτε άλλο αφορά τον καλλιτέχνη (τις φιλίες του στον χώρο του θεάματος, τις διαπροσωπικές σχέσεις, τις εν γένει πεποιθήσεις του).

 

«Αν ήταν ανοιχτά τα θέατρα, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν θα είχε γίνει. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Δηλαδή, εντάξει να υπήρχαν περιστατικά, κάποιες περιπτώσεις που όντως πρέπει ναι, να βγουν, αλλά υπήρχαν και πράγματα που ήταν γνωστά στο χώρο και τώρα ξαφνικά μας έπιασε κάτι. Υπάρχει μια τεράστια υπερβολή και μια τεράστια υποκρισία. Εννοείται ότι δεν αποσιωπούμε κάτι, αλλά δεν μπορούμε να τους βάζουμε όλους στο ίδιο τσουβάλι. Τους… βαφτίσαμε τώρα όλους βιαστές. Δεν πάει έτσι. Κι από την άλλη δεν είναι δουλειά του καθενός ή της κάθε εκπομπής να λύσει αυτό το θέμα. Αρμόδια είναι μόνο η δικαιοσύνη».

 

Η οπτική του κ. Σταρόβα είναι η οπτική όσων μετά από απανωτές καταγγελίες κουράστηκαν, δεν βρίσκουν ανάχωμα και ίσως δεν έχουν αντοχές στο κακό, όταν τους κοιτάει κατάματα. Δεκτό. Δεν έχουμε όλοι τις ίδιες άμυνες, δεν αντέχουμε όλοι την ίδια ποσότητα σαπίλας, χωρίς να λυγίσουμε. Αν δεν αντέχουμε, όμως, διαφοροποιούμαστε, τερματίζουμε τη συζήτηση, απέχουμε. Κοινώς, αν δεν έχουμε λύση, δεν γινόμαστε μέρος του προβλήματος, τουλάχιστον.

 

Να, μια τοποθέτηση με την οποία θα ταχθούν όσοι καλοπροαίρετα (ας το θεωρήσουμε δεδομένο κι αυτό, κι ας είναι το πιο προβληματικό της κουβέντας) αναρωτιούνται «γιατί τώρα;»). Τι ακριβώς λέει ο κ. Σταρόβας εδώ;

 

«Αν ήταν ανοιχτά τα θέατρα, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν θα είχε γίνει»: Με λίγα λόγια, το κύμα καταγγελιών ξεκίνησε εν μέσω πανδημίας, με όλα τα θέατρα κλειστά. Οι καταγγέλλουσες δεν είχαν τίποτα να χάσουν δηλαδή, κατ’ αυτό το σκεπτικό, ούτε καν τη δουλειά και τα χρήματά τους, οπότε, ναι, αφού δεν υπήρχε τίποτα να χαθεί, έγιναν και 10-20-30-100 καταγγελίες, εναντίον 3-5-10 ατόμων και αυτό ήταν όλο. Το να το λέμε αυτό, τη στιγμή που ήδη κόσμος έχει οδηγηθεί στη φυλακή, είναι τουλάχιστον αστείο.

 

«Με ό,τι αυτό συνεπάγεται»: Δηλαδή;! Με τη συνέχιση και την αποσιώπηση όλου αυτού του αίσχους, που χρόνια ευλογούνταν και κουκουλωνόταν απ’ όσους είχαν συμφέρον και τρόμο να κουκουλωθεί;

 

«Δηλαδή, εντάξει να υπήρχαν περιστατικά, κάποιες περιπτώσεις που όντως πρέπει ναι, να βγουν, αλλά υπήρχαν και πράγματα που ήταν γνωστά στο χώρο και τώρα ξαφνικά μάς έπιασε κάτι»: Κατά τον καλλιτέχνη, κάποια περιστατικά όντως δεν επιδέχονται αμφιβολίας. Ήταν γνωστά, αλλά όλοι σώπαιναν, οπότε (καλώς;) βγήκαν. Ωστόσο δεν μας έπιασε ξαφνικά κάτι. Δεν έπιασε καν ξαφνικά κάτι τις γυναίκες του συγκεκριμένου χώρου. Από αλλού ξεκίνησε το κύμα και κανείς δεν φανταζόταν που θα φτάσει. Η Σοφία Μπεκατώρου έκανε την αρχή και επειδή έτσι συμβαίνει με τις «ενέσεις θάρρους», έδωσε φωνή και σε άλλες γυναίκες. Οπότε αν υπαινίσσεται δόλο η δήλωση, αυτός απλώς δεν υπάρχει...

 

«Υπάρχει μια τεράστια υπερβολή και μια τεράστια υποκρισία. Εννοείται ότι δεν αποσιωπούμε κάτι, αλλά δεν μπορούμε να τους βάζουμε όλους στο ίδιο τσουβάλι»: Από εδώ κορυφώνεται σταδιακά το προβληματικό της δήλωσης. Κατ’ αρχάς, χωρίς υποκείμενο –ποιος είναι υπερβολικός και ποιος υποκριτής;– η διατύπωση «σηκώνει» πολλές αναγνώσεις. Επίσης, είναι ένα κλισέ που επαναλαμβάνει πολύς κόσμος, ακόμη και γυναίκες, μία χαμηλών λιπαρών μισογυνική φρυγανίτσα, που μπορούν να τραγανίσουν όλοι, όταν θέλουν να βάλουν τέλος σε μία σοβαρή συζήτηση. Η γενίκευση αφήνει στον αέρα πολλά που ο καθένας μπορεί να μεταφράσει όπως θέλει και στο τέλος να συμφωνήσει. Βολικό.

 

«Εννοείται πως δεν αποσιωπούμε κάτι...»: Μα, πώς; Πριν από μία αράδα γινόταν σαφές ότι, αν ήταν κλειστά τα θέατρα, δεν θα είχε γίνει τίποτα απ’ όλα αυτά, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Δηλαδή, και την αποσιώπηση... Μπέρδεμα!

 

«...αλλά δεν μπορούμε να τους βάζουμε όλους στο ίδιο τσουβάλι»: Σωστά. Δεν είναι το ίδιο το να χαϊδέψεις κάποια παρά τη θέλησή της, με το να την ξαπλώσεις με τη βία κάτω, απλώς για να της τριφτείς. Άλλο αδίκημα το ένα, άλλο αδίκημα το άλλο. Ωστόσο, όλες οι μορφές σεξουαλικής παρενόχλησης απηχούν και εκπορεύονται από την ίδια κουλτούρα. Αυτή του βιασμού. Το ότι δεν υπήρξε διείσδυση δεν σημαίνει ότι το θύμα είναι λιγότερο θύμα. Επίσης πολύ βολικό.

 

«Τους βαφτίσαμε τώρα όλους βιαστές. Δεν πάει έτσι»: Κανείς δεν βάφτισε κανέναν τίποτα. Εκτός κι αν μιλάμε για καταγγελίες που έχουν πάρει τον δρόμο της δικαιοσύνης. Πρόκειται για μία προβληματική διατύπωση, όπου, χωρίς να το θέλει, ελπίζουμε, ο καλλιτέχνης αθωώνει συλλήβδην «τέρατα» και εμμέσως κλείνει το μάτι σε όποια γυναίκα είχε σκοπό να καταγγείλει αυτό που της συνέβη. Βιαστικά, ατσούμπαλα, μπαϊλντισμένα, είναι που μπαίνουν τώρα όλες οι καταγγελίες στο ίδιο τσουβάλι. Και ναι, όντως, δεν πάει έτσι.

 

«Κι από την άλλη δεν είναι δουλειά του καθενός ή της κάθε εκπομπής να λύσει αυτό το θέμα. Αρμόδια είναι μόνο η δικαιοσύνη»: Να και κάτι με το οποίο συμφωνούμε απόλυτα. Γι’ αυτό και μέχρι να αποφανθεί η Δικαιοσύνη, αποφεύγουμε συστηματικά τους χαρακτηρισμούς –θυμάτων και θυτών και υποθέσεων– και περιμένουμε τις αποφάσεις. Μέχρι τότε, οποιαδήποτε άλλη τοποθέτηση είναι νερό στον μύλο που ξεπλένει «πολύ καλά παιδιά που ποτέ δεν είχαν δώσει δικαίωμα για τίποτα», «πολύ ωραίους άντρες που δεν είχαν ανάγκη να βιάσουν», «πολύ ξηγημένα παλικάρια που όλα τα έκαναν σωστά»...

 

Και για να μην υπάρχει καμία σκιά. Η οπτική του κ. Σταρόβα είναι η οπτική όσων μετά από απανωτές καταγγελίες κουράστηκαν, δεν βρίσκουν ανάχωμα και ίσως δεν έχουν αντοχές στο κακό, όταν τους κοιτάει κατάματα. Δεκτό. Δεν έχουμε όλοι τις ίδιες άμυνες, δεν αντέχουμε όλοι την ίδια ποσότητα σαπίλας, χωρίς να λυγίσουμε. Αν δεν αντέχουμε, όμως, διαφοροποιούμαστε, τερματίζουμε τη συζήτηση, απέχουμε. Κοινώς, αν δεν έχουμε λύση, δεν γινόμαστε μέρος του προβλήματος, τουλάχιστον.

 

Όλο αυτό που έχει συμβεί δεν είναι ούτε για γενικεύσεις, ούτε για «ωχαδερφισμούς», ούτε για light αντιμετώπιση που αφήνει περιθώρια παρερμηνείας.

 

Ακόμη κι αν η αρχική πρόθεση δεν ήταν αυτή, η τελική διατύπωση τα σαρώνει όλα. Και είναι ακριβώς η ρητορική και η επιχειρηματολογία που δίνει στον εκάστοτε δράστη το ελεύθερο να συνεχίζει ανενόχλητος και στο εκάστοτε θύμα το σύνθημα να σιωπά. Και ευτυχώς, όντως, δεν πάει έτσι...