ΟΙ ΕΙΔΙΚΟΙ ΣΤΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ κομματικό σύστημα –και υπάρχουν, ευτυχώς, εξαιρετικοί γνώστες των γερμανικών πραγμάτων σε αυτήν τη χώρα– αναλύουν το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών και στέκονται στις εξαιρετικές επιδόσεις του Όλαφ Σολτς (της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας), στην πτώση της χριστιανοδημοκρατίας, στην άνοδο –αλλά όχι θρίαμβο‒ των Πράσινων ή στην αδυναμία της «αριστεράς» (Die Linke) να συγκροτήσει κάτι αξιόλογο ως αριστερή αντιπολίτευση.

 

Έχει κάνει εντύπωση επίσης, πόσο μάλλον που πολλοί πιστεύουν τυφλά ότι ακροδεξιά και κεντροδεξιά είναι συγκοινωνούντα δοχεία, το ότι οι απώλειες της χριστιανοδημοκρατικής δεξιάς δεν κατευθύνθηκαν προς το κόμμα της λαϊκιστικής, αντιεμβολιαστικής δεξιάς αλλά προσανατολίστηκαν στους Πράσινους και τους Σοσιαλδημοκράτες.

 

Εδώ όμως θέλω να ασχοληθώ με ένα παράπλευρο θέμα που δεν αφορά μόνο τους ειδικούς στα γερμανικά πράγματα ή τους μύστες της γαλλικής σκηνής. Τα όσα συμβαίνουν σε αυτές τις δύο μεγάλες χώρες είναι ευρωπαϊκά και παγκόσμια γεγονότα, όχι απλές εθνικές ιστορίες. Βλέπουμε, λοιπόν, δυο διαφορετικά ρίσκα που, με μια έννοια, δείχνουν το σημαντικό πολιτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι φιλελεύθερες δημοκρατίες σε καιρούς περάσματος από τη μία κρίση στην άλλη.

 

Αν στη Γερμανία το πρόβλημα προκύπτει από συμμαχίες με ασυντόνιστους εταίρους που γρήγορα ονειρεύονται την απαλλαγή του ενός από την ανάγκη του άλλου, στη Γαλλία ο κίνδυνος είναι πάντα μια προεδρία χωρίς πολιτικούς συνομιλητές, μια βούληση «από ψηλά» που δεν μπορούν να συνεννοηθούν μαζί της ούτε στη δεξιά ούτε στην αριστερά. 

 

Η Γερμανία, και εξαιτίας των ρυθμίσεων του εκλογικού της συστήματος, θα περάσει μια δοκιμασία σύνθετων διαπραγματεύσεων ανάμεσα σε πολιτικές δυνάμεις, όπως συμβαίνει συνήθως. Μόνο που το 2021, στις συνθήκες που έχει δημιουργήσει η πανδημία αλλά και το κλιματικό ζήτημα, αναδύεται μια διαφορετική πρόκληση.

 

Στη διαπραγμάτευση αυτή ορισμένοι έχουν πολλά κοινά και άλλες δυνάμεις έχουν διαφορές που δεν μπορεί να υποτιμηθούν. Θα πει κανείς: αυτό είναι δημοκρατικό, είναι μια μαθητεία στην τέχνη του συμβιβασμού, στην ανοχή και στην οικοδόμηση συμμαχιών. Ακούγεται ωραίο και, σε έναν βαθμό, έχει την αλήθεια του. Όταν όμως στο πιθανότερο σενάριο οι Σοσιαλδημοκράτες και οι Πράσινοι θα πρέπει να συγκυβερνήσουν με τους Ελεύθερους Δημοκράτες, αντιλαμβάνεται κανείς πως αυξάνει ο κίνδυνος μιας πολιτικής ανορθογραφίας.

 

Οι Ελεύθεροι Δημοκράτες (FDP) είναι σταθερά υπέρ της ελάχιστης παρέμβασης στην οικονομία και πολιτεύονται με το παλιό σύνθημα για μειώσεις φόρων και χωρίς εμπιστοσύνη στις δημόσιες επενδύσεις. Οι άλλοι δύο σχηματισμοί μπορούν να συγκλίνουν, όμως αυτή η αναγκαστική συμμαχία περισσότερων εταίρων θα υπονομεύσει την πολιτική συνοχή και την ισχύ της κυβέρνησης.

 

Στο γαλλικό παράδειγμα, από την άλλη, παρατηρεί κανείς κάτι διαφορετικό. Εδώ η έλλειψη κοινωνικών συμμαχιών αφήνει μεν τον Πρόεδρο «ελεύθερο» και του δίνει μεγάλο περιθώριο πρωτοβουλιών, αυτή του η εξουσία όμως δεν έχει στέρεες βάσεις. Ο Μακρόν είναι παρών, ο μακρονισμός έχει αλλάξει μέσα στον χρόνο, αλλά το κόμμα της προεδρικής πλειοψηφίας, η Δημοκρατία σε κίνηση (Lrem), δεν έχει πραγματικά ερείσματα, ούτε ιστορική ταυτότητα.

 

Όσα στοιχεία από τις γαλλικές πολιτικές παραδόσεις και αν αφομοιώνει ο Εμανουέλ Μακρόν, η λογική του προεδρικού συστήματος στη Γαλλία δεν προσφέρεται για πολιτικές συμμαχίες αλλά για αμφισβητήσεις και τριβές. Ο Πρόεδρος, με κάποιον τρόπο, γίνεται μια μοναχική φιγούρα και σε μια εποχή παράδοξων πολιτικών φαινομένων αυτό μπορεί να παραγάγει αστάθεια: μία ακόμα αστάθεια μέσα στις πολλές άλλες, πέρα από την επισφάλεια της εργασίας, την κλιματική απορρύθμιση και τις συνέπειες της πανδημίας.

 

Αν στη Γερμανία το πρόβλημα προκύπτει από συμμαχίες με ασυντόνιστους εταίρους που γρήγορα ονειρεύονται την απαλλαγή του ενός από την ανάγκη του άλλου, στη Γαλλία ο κίνδυνος είναι πάντα μια προεδρία χωρίς πολιτικούς συνομιλητές, μια βούληση «από ψηλά» που δεν μπορούν να συνεννοηθούν μαζί της ούτε στη δεξιά ούτε στην αριστερά.

 

Γιατί όμως να έχουν σημασία αυτές οι πολιτικές εμπειρίες για όλους μας, και για μας στην Ελλάδα; Προφανώς γιατί μιλάμε για τις δύο κινητήριες δυνάμεις της Ευρώπης, του ευρωπαϊκού καπιταλισμού και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ένας λόγος περισσότερο είναι όμως η ιστορική συγκυρία και η πολιτική στιγμή.

 

Η Ευρώπη ανακαλύπτει τη στρατηγική της αμηχανία σε μια συγκυρία όπου τα γεωπολιτικά μπλοκ και οι συμμαχίες δεν είναι δεδομένα. Οι πολύχρωμες-ετερόκλητες κομματικές συμπράξεις που φαίνονται δημοκρατικές δύσκολα μπορούν να βγάλουν μια ισχυρή κοινή βούληση. Από την άλλη, τα μοντέλα κάθετης ηγετικής διεύθυνσης, δίχως κοινωνικές και κομματικές συμμαχίες, δεν μπορούν να αποφύγουν τη φθορά από τη στιγμή που με κάποια γεγονότα πλήττεται η δημοφιλία του ηγέτη.

 

Αυτές οι δυσοίωνες καταστάσεις της πολιτικής οδηγούν κάποιους σχολιαστές να επικαλούνται –όχι μόνο νοσταλγικά‒ το δίπολο δεξιάς και αριστεράς ως ένα αντίβαρο στο μεταμοντέρνο χάος και στις αμοιβάδες του. Πολλοί θα σκέφτονταν τώρα πως στη Γερμανία θα είχε πολιτική λογική ένας συνασπισμός Πράσινων, Σοσιαλδημοκρατών και αριστεράς (Die Linke).

 

Να όμως που το κόμμα της αριστεράς, με κάτω από πέντε τοις εκατό, δεν μπορεί να παίξει σοβαρό ρόλο, ακόμα και αν υποθέσουμε πως μια διαπραγμάτευση μπορούσε να ξεπεράσει σοβαρές διαφορές, για παράδειγμα σε σχέση με το θέμα των στρατιωτικών συμμαχιών της Γερμανίας. Ακόμα και αν φανταστείς εύκολα μια «προγραμματική σύγκλιση», ο λαός με τις επιλογές του και τα εκλογικά συστήματα δεν σου κάνουν τη χάρη.

 

Ας πούμε πως η ιδέα μιας απλούστευσης των πολιτικών διλημμάτων –και το δίπολο δεξιά-αριστερά, αποτελεί, εκτός των άλλων, μηχανισμό απλούστευσης των διλημμάτων– είναι δελεαστική. Πολλά όμως από τα ζητήματα που διαιρούν και προβληματίζουν τους συγχρόνους δεν έχουν μία μόνο «δεξιά» και μία «αριστερή» απόκριση.

 

Στη Γαλλία και στη Γερμανία (για να μείνω στο νήμα του κειμένου αυτού) υπάρχουν αριστεροί υπέρ της πυρηνικής ενέργειας και αριστεροί κατά της πυρηνικής ενέργειας, αριστεροί που έχουν αντιρρήσεις για τον ρόλο του πολιτικού Ισλάμ στις μουσουλμανικές κοινότητες των πόλεων και αριστεροί που θεωρούν την ισλαμοφοβία βασικό πρόβλημα. Υπάρχουν αριστεροί πιο κοντά στο παραδοσιακό αναδιανεμητικό κράτος παροχών και άλλοι που έχουν ευαισθησία και σε θέματα αποτελεσματικότητας και δημοσιονομικής υγείας, ακόμα και αν όλοι τους αξιώνουν την «κοινωνική ευαισθησία».

 

Και στη δεξιά, επίσης, υπάρχουν εκείνοι που πιστεύουν πως μετά την παρένθεση του υγειονομικού παρεμβατισμού πρέπει να επιστρέψει η «χρηστή διαχείριση» της φιλελεύθερης ανταγωνιστικότητας και άλλοι που έχουν μετατοπιστεί σε μια κουλτούρα συνετού συντηρητισμού με δημόσιες επενδύσεις και μέριμνα για την κοινωνική συνοχή. Υπάρχουν εκείνοι που έχουν αντιληφθεί την ανάγκη μιας πολιτικής για το κλίμα και το περιβάλλον (παραμένοντας από άλλες απόψεις στη δεξιά) και εκείνοι που σκέφτονται τη μεγέθυνση της οικονομίας και τη βιομηχανική κουλτούρα με πολύ παραδοσιακό τρόπο.

 

Αυτές δεν είναι μικρές διαφορές και ανώδυνες αποχρώσεις. Η περίσταση και η μετα-πανδημική φάση θα έχουν ανάγκη από ισχυρές καθοδηγητικές δυνάμεις. Σε περιόδους σαν τη σημερινή, τα διαφορετικά πολιτικά βλέμματα δεν μπορεί να κρύβονται κάτω από μια επίπλαστη «σταθερότητα».

 

Οι γερμανικές δυστοκίες ή το κλίμα που διαμορφώνεται στη Γαλλία πριν από την επίσημη έναρξη της προεδρικής κούρσας δίνουν μια γεύση αυτού του προβλήματος που είναι ουσιαστικά η κρίση ταυτότητας της ευρωπαϊκής πορείας και όχι μόνο οι περιπέτειες δύο πολιτικών συστημάτων. Τα εκλογικά συστήματα, οι επιλογές των πολιτών ή οι τάσεις της συγκυρίας βγάζουν συνδυασμούς που έχουν μέσα τους την αδυναμία, την έλλειψη πραγματικού στίγματος.

 

Αυτό το κενό κομματικής πολιτικής σπεύδουν να καλύψουν τα πρόσωπα και η δοκιμασμένη τέχνη των παζαριών και του δικού τους πραγματισμού. Ίσως όμως αυτή η κληρονομημένη συνταγή να μην αρκεί απέναντι στην ένταση, στην κλίμακα και στο επείγον των προβλημάτων.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.