ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΕΝΝΕΑ ΜΗΝΕΣ, ο γνωστός τραγουδιστής Χ. έβγαλε στο Facebook ένα «βίντεο-έρευνα». Φορώντας πουκάμισο και με προβαρισμένα, προσεκτικά ελληνικά, κοιτά την κάμερα και λέει φράσεις όπως «ενίσταμαι στην τάση των ημερών που με θέλει πειθήνιο απέναντι σε οποιαδήποτε επιστημονική ολιγαρχία», δείχνοντας παραποιημένα γραφικά από ανύπαρκτες έρευνες, πεπεισμένος ότι ο κορωνοϊός δεν υπάρχει. Στο ΥouΤube το βίντεο υπάρχει σε κανάλια με τίτλους όπως «polemistes tou fotos» και «melaxrinaki agrinio». 

 

Στο προφίλ του στο FB ο Χ. ποζάρει με μάτια κλειστά και χέρια ανοιγμένα ψηλά, σαν ένας νέος Ιησούς. Από κάτω οι 50.000 followers του παραληρούν. Στα ποστ του Χ. τα νοσοκομεία αποκαλούνται «κρεματόρια» και ο κόσμος πεθαίνει στις εντατικές «από τις παρενέργειες του εμβολίου».

 

Διαβάζοντας πίσω από τις γραμμές, συναντάς κάτι οικείο και γνώριμο ‒ μια γλώσσα που βαφτίζεται αντι-συστημική και επαναστατική. Οι «γερμανοτσολιάδες» συνυπάρχουν με τη «χούντα» και τσιτάτα καφενείου («Ό,τι βλάπτει τον άνθρωπο είναι ανοιχτό. Ό,τι τον ευεργετεί παραμένει κλειστό. ΑΝΟΙΧΤΑ οίκοι ανοχής, καζίνο, τράπεζες, βιομηχανίες, πολυεθνικές. ΚΛΕΙΣΤΑ γυμναστήρια, θέατρα, μουσική αθλητισμός, παιδότοποι».). Κάθε δεύτερο ποστ μιλά για λογοκρισία και κρατική παρέμβαση («Μικρά, μικρούλικα ανθρωπάκια που σας έδωσαν τη δύναμη της λογοκρισίας... είστε τοοοσο αστείοι! 500.000 άνθρωποι που είδαν το βίντεο σε 5 μέρες σε fb και youtube σας στέλνουν φιλάκια!»).

 

Το πιο ενδιαφέρον δεν είναι πως ο αντι-εμβολιαστικός λόγος λειτουργεί ως συνέχεια του αντισυστημικού λαϊκισμού αλλά ότι, ενώ παρουσιάζεται ως «επαναστατικός», στην ουσία πρεσβεύει έναν βαθύ συντηρητισμό.

 

Η αντισυστημική σημειολογία χτυπάει κόκκινο στο καινούργιο του τραγούδι («Οι ειδικοί / δεν επιδέχονται καμία κριτική / Δείξε λιγάκι σεβασμό και ηθική / Για το καλό σου σε κρατάνε φυλακή / Οι ειδικοί / έχουνε γνώση, πείρα, κύρος, λογική / κι είν’ από σένα λίγο πιο σημαντικοί / που θες να ζήσεις μια ζωή κανονική»).

 

Στο βιντεοκλίπ αρχαία ελληνικά αγάλματα που φοράνε μάσκες συνυπάρχουν με βλοσυρούς, απόμακρους γιατρούς που κάτι μας κρύβουν κι έρχονται σε αντίθεση με χαρωπούς νέους που παίζουν κιθάρες στις παραλίες και κρατάνε μπαλόνια στον ήλιο. Το βιντεοκλίπ τελειώνει με έναν μασκοφόρο χορευτή που κάθεται σε ένα πλαστικό καφάσι σε ένα χωράφι(!) και προσπαθεί να κλείσει απεγνωσμένα την τηλεόραση, αλλά δεν μπορεί.

 

Αυτό το επιχείρημα με τους «ειδικούς» που καταπιέζουν και συνθλίβουν τον απλό άνθρωπο για να υπηρετήσουν τα σκοτεινά τους συμφέροντα μόνο καινούργιο δεν είναι. Λίγο πριν από το Brexit, σε μια τηλεοπτική συνέντευξη, κάποιος ρώτησε τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης και υπέρμαχο του Βrexit Michael Gove αν ξέρει έστω κι έναν οικονομολόγο που να στηρίζει το Brexit. «Οι πολίτες της χώρας μας έχουν κουραστεί να ακούνε τους ειδικούς» απάντησε. Η απάντησή του έμεινε στην Ιστορία, με τον ίδιο τρόπο που έμεινε στην Ελλάδα το «Μαζί τα φάγαμε».

 

Το πιο ενδιαφέρον δεν είναι πως ο αντι-εμβολιαστικός λόγος λειτουργεί ως συνέχεια του αντισυστημικού λαϊκισμού αλλά ότι, ενώ παρουσιάζεται ως «επαναστατικός», στην ουσία πρεσβεύει έναν βαθύ συντηρητισμό. Η καχυποψία για οτιδήποτε δεν είναι χειροπιαστό ή δεν έχει εγγυηθεί κάποιο μέλος της οικογένειάς μας, το περίφημο «εγώ λέω να κάνω το εμβόλιο από Σεπτέμβριο» (κάντε το εσείς πρώτα, να βεβαιωθώ ότι δεν θα πεθάνετε ή δεν θα βγάλετε λέπια), το «πειραματικό σκεύασμα», οι επίμονες αντι-επιστημονικές απαντήσεις σε κάθε επιχείρημα υπέρ του εμβολίου («αφού μπορώ να κολλήσω, γιατί να κάνω το εμβόλιο;», «θα περιμένω το φάρμακο» και το φανταστικό «θα μου αλλοιώσει το DNA»), είναι απλώς δείγματα ενός εξαιρετικά ανθεκτικού τρόπου σκέψης που μεταλλάσσεται ελαφρά, ανάλογα με τις περιστάσεις.

 

Το μακρινό 2011, όταν οι θεωρίες συνωμοσίας ήταν στο ξεκίνημά τους, είχα πάρει συνέντευξη από μια διάσημη ηθοποιό. Ήταν τα χρόνια των μνημονίων ‒ ξεκινήσαμε να μιλάμε για πολιτική. Συνειδητοποίησα ότι πίστευε στους αεροψεκασμούς αλλά και σε διάφορες, ακόμα πιο εκκεντρικές θεωρίες, όπως η κούφια γη. Ήταν η πρώτη φορά που συζήτησα με αυτό που πλέον αποκαλούμε «ψεκασμένο».

 

Εκεί κατάλαβα το μεγάλο πρόβλημα με τους συνωμοσιολόγους ‒ είναι αδύνατο να τους μεταπείσεις ή να κάνεις ουσιαστικό διάλογο μαζί τους. Μπροστά της είχε μια πιατέλα με πορτοκάλια. «Τα βλέπεις τα πορτοκάλια;» με ρώτησε, «ναι» απάντησα. «Τους έχουν βγάλει τα θρεπτικά συστατικά, γιατί θέλουν να μας αφανίσουν» μου είπε. «Και γιατί τα τρώτε;» ρώτησα. «Γιατί έτσι».