ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΤΗΣ ΑΝΑΚΛΗΣΗΣ της παρασημοφόρησης του Ιάσονα Αποστολόπουλου έφερε στο φως ένα θέμα για το οποίο είχαμε καιρό να ακούσουμε, το προσφυγικό.

 

Θυμάστε μια περίοδο που όλα τα κανάλια το είχαν πρώτη είδηση, τα ρεπορτάζ το ένα μετά το άλλο, ανταποκριτές στη Λέσβο, στη Χίο, στη Βόρεια Ελλάδα; Και μετά… το απόλυτο τίποτα. 

 

Γιατί, άραγε, αυτή η ξαφνική σιωπή, σαν να έχει λυθεί το θέμα ή σαν να μην έχουμε πια τίποτα να πούμε γι’ αυτό; Κι όμως, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ, μέχρι τη στιγμή που γράφεται αυτό το κείμενο είχαμε 4.172 αφίξεις από θάλασσα ή στεριά, εκ των οποίων ένα μεγάλο ποσοστό είναι παιδιά, και, το κυριότερο, 102 ανθρώπους να έχουν χάσει τη ζωή τους ή να αγνοούνται το 2020.

 

Φυσικά, η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη σε σχέση με αυτό που συναντήσαμε πριν από μερικά χρόνια, αφού, σύμφωνα με τις σχετικές κυβερνητικές ανακοινώσεις, οι άνθρωποι που παραμένουν εγκλωβισμένοι στα νησιά έχουν μειωθεί κατά 77% και συνολικά στη χώρα κατά 45%, οι διαδικασίες ασύλου έχουν βελτιωθεί και προσεγγίζουν τα ευρωπαϊκά πρότυπα, οι επαναπατρισμοί –συμφωνείς ή διαφωνείς, και αν εξαιρέσεις τα προβλήματα που παρουσιάζονται από την Τουρκία‒ έχουν μπει σε έναν δρόμο. Αλλά δεν παύει να υπάρχει το πρόβλημα. 

 

Ούτε ο αριθμός των αφίξεων είναι μικρός για να αγνοηθεί ή για να μας επιτρέπεται να αδιαφορούμε, ούτε ο αριθμός εκείνων που χάνονται ή αγνοούνται, ούτε η κατάσταση διαμονής αυτών των ανθρώπων στους χώρους φιλοξενίας έχει αλλάξει σημαντικά, παρά την οικονομική βοήθεια από την Ε.Ε. 

 

Ούτε ο αριθμός των αφίξεων είναι μικρός για να αγνοηθεί ή για να μας επιτρέπεται να αδιαφορούμε, ούτε ο αριθμός εκείνων που χάνονται ή αγνοούνται ‒για την ακρίβεια, και ένας άνθρωπος να αγνοείται ή να χάνεται στη χώρα μας θα έπρεπε να μας απασχολεί, ακόμη και αν είναι… λουόμενος‒, ούτε η κατάσταση διαμονής αυτών των ανθρώπων στους χώρους φιλοξενίας έχει αλλάξει σημαντικά, παρά την οικονομική βοήθεια από την Ε.Ε. 

 

Για παράδειγμα, διαβάζοντας τις ανακοινώσεις της Ύπατης Αρμοστείας, δηλώσεις αξιόπιστων ΜΚΟ αλλά και ακούγοντας τις προσωπικές μαρτυρίες φίλων που σέβομαι και ασχολούνται με το θέμα, μετά τη φωτιά στη Μόρια 7.000 άνθρωποι συνεχίζουν να μένουν στο νέο κέντρο φιλοξενίας στο Καρά Τεπέ, σε χώρο σχεδιασμένο να χωράει ούτε τους μισούς, χωρίς να υπάρχει σύνδεση με το υδρευτικό δίκτυο, το νερό μεταφέρεται με φορτηγά, λίγες ντουζιέρες (αν θυμάμαι καλά τριάντα έξι) εξυπηρετούν όλον αυτόν τον κόσμο ‒άνδρες και γυναίκες(!)‒, η προσωπική υγιεινή γίνεται με… κουβάδες και ελλιπή ηλεκτροδότηση ή θέρμανση, ελλείψεις που ειδικά τη χειμερινή περίοδο κάνουν τη ζωή ανυπόφορη και, δυστυχώς, η εγκληματικότητα είναι ακόμα υψηλή, κυρίως απέναντι σε γυναίκες και παιδιά.  

 

Ειλικρινά, και χωρίς να έχω απολύτως καμία αντιπολιτευτική διάθεση, αναρωτιέμαι πού επενδύονται αυτά τα κεφάλαια που προορίζονται ακριβώς γι’ αυτόν τον σκοπό, πώς κατανέμονται, γιατί δεν μαθαίνουμε πια τι γίνεται στα κέντρα, γιατί δεν βλέπουμε φωτογραφίες και ρεπορτάζ και γιατί δεν ενδιαφέρεται πια κανένας να μάθει.

 

Θέλουμε ή δεν θέλουμε, έχουμε στην ευθύνη μας αυτήν τη στιγμή περίπου 50.000 ανθρώπους που μας «χτύπησαν» την πόρτα και αναγκάστηκαν να φύγουν από τα σπίτια τους επειδή τους έδιωξε είτε ο πόλεμος, είτε ένα δικτατορικό και αυταρχικό καθεστώς, είτε η φτώχεια. Πέρασαν πολλά μέχρι να έρθουν εδώ, αλλά τα κατάφεραν. Η δική μας δουλειά είναι, μέχρι να βρεθεί τρόπος να φτάσουν εκεί που θέλουν να φτάσουν, να τους φιλοξενήσουμε με ασφάλεια, σεβόμενοι τα δικαιώματά τους και τηρώντας τον νόμο. 

 

Πολλοί θα σπεύσουν να πουν ότι δεν υπάρχει ζεστή πολιτική βούληση. 

 

Εγώ θα υποθέσω με καλή πίστη ότι θέληση υπάρχει, το κενό όμως ανάμεσα στη θέληση και την εφαρμογή του νόμου είναι η λεπτή γραμμή που χωρίζει τη διαχειριστική ικανότητα από το χάος.

 

Γράφει ο καθηγητής Δημήτρης Χριστόπουλος στο βιβλίο του «Αν το προσφυγικό ήταν πρόβλημα, θα είχε λύση» (εκδόσεις Πόλις): «… το παρόν βιβλίο γράφτηκε με σκοπό να προσφέρει επιχειρήματα σε όσους πιστεύουν ότι το προσφυγικό και το μεταναστευτικό είναι ζητήματα τα οποία η ελληνική κοινωνία ‒είτε της αρέσει είτε όχι‒ θα πρέπει να μάθει να ζει, χωρίς εξωραϊσμούς ή δαιμονοποιήσεις. Από αυτήν την άποψη θέλει πρωτίστως να υπηρετήσει την αρετή της επίγνωσης ως μοναδικής προϋπόθεσης για να αλλάξουν τα πράγματα προς το καλύτερο».

 

Διαβάστε το.