ΟΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΕΙΝΑΙ τρομακτικές. Το ελληνικό κράτος στρατολογεί πρόσφυγες για την παράνομη απώθηση προσφύγων που προσπαθούν να διασχίσουν τα σύνορα στον Έβρο. Κάποιοι απ’ τους μισθοφόρους δρουν υπό την απειλή βίας. Φορώντας μάσκες, δέρνουν, απάγουν και κακοποιούν σεξουαλικά τους νέους μετανάστες. Πληρώνονται με μετρητά, με κινητά κλεμμένα από άλλους πρόσφυγες και με έγγραφα που τους επιτρέπουν τη διέλευση από την Ελλάδα. Δίνουν αναφορά σε ανώτατους αξιωματικούς, οι οποίοι οργανώνουν και τη στρατολόγησή τους. Τα παραπάνω αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου όσων στοιχείων αποκαλύπτει το πρόσφατο ρεπορτάζ του BBC, βασιζόμενο σε καταθέσεις πρώην μισθοφόρων και συνοριοφυλάκων, καταγγελίες μεταναστών, εσωτερικά έγγραφα της αστυνομίας, καθώς και οπτικοακουστικό υλικό¹.
Η σιωπή που ακολουθεί είναι εκκωφαντική. Το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη βγάζει μια ανακοίνωση με την οποία αρνείται την ύπαρξη των επαναπροωθήσεων, ενώ υπόσχεται, για ακόμα μια φορά, ότι οι καταγγελίες θα διερευνηθούν. Στελέχη της κυβέρνησης απορρίπτουν τις αναφορές ως «επιστημονική φαντασία», κόμματα της αριστεράς κάνουν επικριτικές δηλώσεις, κάποια μέσα αναδημοσιεύουν την είδηση και το θέμα φαίνεται να τελειώνει εκεί. Τις μέρες μετά τη δημοσίευση του ρεπορτάζ του BBC, η κοινή γνώμη, η αντιπολίτευση και τα ΜΜΕ είναι απασχολημένα μ’ ένα πολύ πιο σημαντικό και πολύ πιο «δικό μας» θέμα: το πτυχίο του Λαζαρίδη.
Αυτή η υπόγεια σύγκλιση πολλών επικριτών της συνοριακής βίας με τους υποστηρικτές της μάς οδηγεί σε μία ακόμα άβολη αλήθεια της εν λόγω υπόθεσης: το θέμα των pushbacks δεν εγγράφεται εύκολα σ’ ένα πλαίσιο δεξιάς/αριστεράς.
Δεν είναι η πρώτη φορά που αντιμετωπίζουμε την κρατική βία των pushbacks με τέτοια αδιαφορία. Μια αντίστοιχη στάση επικράτησε τον Ιούνιο του ’24, όταν ένα ακόμα ρεπορτάζ του BBC έδειξε πως το ελληνικό Λιμενικό ευθύνεται για τον θάνατο τουλάχιστον 43 προσφύγων, τους οποίους απώθησε ή απήγαγε και επιβίβασε σε κακώς εξοπλισμένα φουσκωτά την περίοδο 2020-2023. Η ίδια αδιαφορία φάνηκε τον Ιανουάριο του ’25, μετά την πρώτη καταδίκη της Ελλάδας για pushback, κατά την οποία το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διακήρυξε ότι οι επαναπροωθήσεις (των οποίων την ύπαρξη αρνούνται διαχρονικά οι κυβερνήσεις μας) είναι «μια συστηματική πρακτική εκ μέρους των ελληνικών αρχών». Τέλος, ενώ ο θάνατος 650 προσφύγων στα ανοιχτά της Πύλου τον Ιούνιο του ’23 –παρουσία περιπολικού του Λιμενικού με κλειστές κάμερες, χωρίς «μαύρο κουτί» και εξοπλισμό διάσωσης– απασχόλησε αρχικά την κοινή γνώμη, το ενδιαφέρον έσβησε γρήγορα και αποδείχθηκε ανίσχυρο να συντηρήσει ένα κίνημα όπως αυτό των Τεμπών, ακόμα και τη στιγμή που νέα στοιχεία έβγαιναν στη δημοσιότητα.
Οι αντιδράσεις του μεγαλύτερου μέρους της ελληνικής κοινωνίας σε τέτοιες αποκαλύψεις κινούνται ανάμεσα σε δύο πόλους. Στη μία άκρη του φάσματος έχουμε όσους δεν συμφωνούν με τα pushbacks, αλλά δεν ενδιαφέρονται αρκετά για να ασχοληθούν με αυτά, όσους τα ξεχνάνε και προχωράνε στην επόμενη ή τη «σημαντικότερη» είδηση (εν προκειμένω, την πρόσληψη του Λαζαρίδη).
Στο άλλο άκρο, έχουμε τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό όσων επικροτούν τα pushbacks και τα υποστηρίζουν ενεργά. Ανοίξτε, αν θέλετε, τα σχόλια του Facebook σε άρθρα που αναδημοσιεύουν τα ευρήματα του BBC και θα δείτε εκατοντάδες Έλληνες να γράφουν «καλά τους κάνουν», «μακάρι να ισχύει» και «αν τους θέλετε, τότε πάρτε τους στο σπίτι σας». Πρόκειται για το μένος προς τα θύματα, τη μνησίκακη αδυναμία που σπεύδει να τιμωρήσει τον ακόμα πιο αδύναμο, την επιτυχία μιντιακών μηχανισμών να πείσουν τους πολίτες ότι οι πρόσφυγες ευθύνονται για τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματά τους. Τα σχόλια Άγγλων στην αρχική δημοσίευση του BBC παρουσιάζουν μια αντίστοιχη εικόνα: «Well done, Greece!».
Στην πραγματικότητα, η αντίθεση ανάμεσα στους δύο πόλους είναι μόνο φαινομενική. Η απάθεια όσων διαφωνούν με τα pushbacks αλλά δεν τα θεωρούν σημαντικό πολιτικό ζήτημα και η εμπάθεια όσων τα υποστηρίζουν προέρχονται από ένα κοινό υπόστρωμα συγκαλυμμένου ή φανερού ρατσισμού. Και οι δύο πλευρές θεωρούν τις ζωές των μεταναστών λιγότερο σημαντικές – αν και η πρώτη δεν πρόκειται να το παραδεχτεί. Είναι αυτή η υποτίμηση των Άλλων, ο αποκλεισμός τους από τη σφαίρα του ανθρώπινου και του «πενθίσιμου» που επιτρέπει στον κόσμο είτε να αγνοεί τη βία ενάντια στους πρόσφυγες είτε να τη θεωρεί αποδεκτή στο πλαίσιο του «εθνικού συμφέροντος».
Αυτή η υπόγεια σύγκλιση πολλών επικριτών της συνοριακής βίας με τους υποστηρικτές της μάς οδηγεί σε μια ακόμα άβολη αλήθεια της εν λόγω υπόθεσης: το θέμα των pushbacks δεν εγγράφεται εύκολα σ’ ένα πλαίσιο δεξιάς/αριστεράς. Οι επαναπροωθήσεις δεν είναι μια πολιτική της δεξιάς. Μπορεί να ξεκινούν πριν από το ’15, όμως εντείνονται από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, όπως αποκαλύπτουν οι σχετικές αναφορές της Επιτροπής για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων του Συμβουλίου της Ευρώπης και του Human Rights Watch απ’ το 2018. Αν η «unapologetic» στάση της ΝΔ προς τη μετανάστευση μας φαίνεται πιο ρατσιστική ή κυνική, είναι εντούτοις και πιο ειλικρινής από τον «προοδευτικό» και «ανθρωπιστικό» λόγο του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος επέβαλε τις πρακτικές που σήμερα καταγγέλλει.
Τα pushbacks δεν είναι χαρακτηριστικό της τάδε ή της δείνα κυβέρνησης, αλλά δομικό στοιχείο της ελληνικής εθνικής στρατηγικής, της ευρωπαϊκής πολιτικής που αντιλαμβάνεται τη μετανάστευση ως «υβριδική απειλή» στο πλαίσιο ενός νέου «πολέμου», ακόμα κι όταν χρησιμοποιεί τη γλώσσα των δικαιωμάτων και του δικαίου. Η αντιμετώπιση των επαναπροωθήσεων απαιτεί τόσο μια ρήξη με τις παραπάνω θέσεις και παραδοχές όσο και την εγκατάλειψη της φαντασιακής και υλικής αποικιακής μας κυριαρχίας, του κύρους και φορτίου του «λευκού ανθρώπου/ανδρός».
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.