ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ των εθνικών εκλογών, τα κόμματα αρχίζουν ήδη να ασχολούνται με τις επόμενες. Ειδικά όταν βρισκόμαστε, όπως τώρα, έναν χρόνο πριν από αυτές, είναι αυτονόητο ότι το 2026 αντιμετωπίζεται ως προεκλογική περίοδος από το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Δηλαδή όλοι οι βουλευτές, συμπεριλαμβανομένων των υπουργών, ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με την επανεκλογή τους και η κυβέρνηση με το πώς θα διατηρήσει την εξουσία που έχει. Στην αντιπολίτευση, ασχολούνται με το πώς θα «ρίξουν τον Μητσοτάκη», χωρίς όμως να ξέρουν ούτε πώς θα το κάνουν, ούτε με ποια πρόταση διακυβέρνησης, και την ίδια στιγμή κάποιοι από αυτούς αγωνίζονται για την πολιτική τους επιβίωση.
Έναν χρόνο πριν από τις εκλογές, το βασικό πολιτικό πρόβλημα το έχει η αντιπολίτευση, η οποία είναι κατακερματισμένη και, παρά την κυβερνητική φθορά, κανένα κόμμα δεν καταφέρνει να πείσει ότι αποτελεί την αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Ο διαχωρισμός σε συστημικούς - αντισυστημικούς που αναδεικνύεται ξανά τελευταία δεν τη βοηθάει, καθώς οι πολιτικές δυνάμεις που θέλουν να πάρουν την εξουσία από τη ΝΔ (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΝΕΑΡ και Τσίπρας) θεωρούνται εξίσου συστημικές από το λεγόμενο αντισυστημικό εκλογικό κοινό, το οποίο σε έναν βαθμό (και όχι πλήρως) ταυτίζεται με τους παλιούς «αντιμνημονιακούς».
Ανάμεσα στα δύο τμήματα της αντιπολίτευσης (συστημικής και αντισυστημικής) δεν φαίνεται να είναι εφικτή η συνεργασία. Ούτε καν ανάμεσα στα αριστερά κόμματά της.
Στα μάτια αυτού του κοινού, οι πολιτικοί του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ έχουν ψηφίσει μνημόνια και τα υποστηρίζουν μέχρι σήμερα, ενώ θεωρούν ότι ούτε οι πολιτικές τους διαφέρουν ριζικά από τη σημερινή κυβερνητική πολιτική. Το κοινό αυτό δείχνει να προτιμάει τα «τιμωρητικά» κόμματα, ακόμα και αν τα ίδια δεν είναι έτοιμα να αναλάβουν την εξουσία.
Ανάμεσα στα δύο τμήματα της αντιπολίτευσης (συστημικής και αντισυστημικής) δεν φαίνεται να είναι εφικτή η συνεργασία. Ούτε καν ανάμεσα στα αριστερά κόμματά της. Είναι χαρακτηριστικές οι δηλώσεις ορισμένων εκπροσώπων του ΣΥΡΙΖΑ αυτές τις μέρες, με τις οποίες ξεκάθαρα απέκλεισαν από το «προοδευτικό μέτωπο» την Πλεύση Ελευθερίας και το ΜΕΡΑ25.
Ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος φιλοδοξούσε να ενώσει την κεντροαριστερά και την αριστερά, αποδεικνύεται ότι δεν μπορεί να ενώσει ούτε τα κομμάτια του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς τόσο στον εναπομείναντα ΣΥΡΙΖΑ όσο και στη Νέα Αριστερά αρκετοί είναι εκείνοι που δεν δέχονται να βρεθούν ξανά υπό την ηγεσία του και θεωρούν την πολιτική του αποτυχημένη. Μπορεί δηλαδή οι περισσότεροι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς, που αγωνιούν για την επανεκλογή τους, να είναι έτοιμοι να πάνε σε ένα κόμμα Τσίπρα, αν δημιουργηθεί, αφού θεωρούν (και έτσι είναι) ότι θα έχουν καλύτερες πιθανότητες από ό,τι εάν μείνουν υπό την ηγεσία των Φάμελλου και Χαρίτση, αλλά πολλά μεσαία στελέχη της αριστεράς δεν σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο.
Η δική τους οπτική εκφράζεται εν πολλοίς μέσα από το κείμενο της απόφασης του συνεδρίου της Νέας Αριστεράς που επέλεξε να αναδείξει σε ανάρτησή του ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, προκειμένου να απαντήσει στο περιβάλλον του Αλέξη Τσίπρα που δυσαρεστήθηκε από την απουσία θετικών αναφορών στο πρόσωπό του. Στην απόφαση αυτή αναφέρεται ότι «το μέτωπο που υποστηρίζουμε δεν αποτελεί εφαρμογή αποτυχημένων κεντρώων ή κεντροαριστερών λύσεων. Ούτε συνεπάγεται τη ρευστοποίηση της αριστεράς ή τη μετατροπή της σε συνιστώσα μιας αφηρημένης δημοκρατικής παράταξης. Σε αυτή την κρίσιμη περίοδο, εξάλλου, προσωποπαγή κόμματα και προσωποκεντρικές στρατηγικές που έχουν αποδειχθεί ήδη αποτυχημένες στο παρελθόν αποπροσανατολίζουν τον κόσμο της αριστεράς και τον κόσμο της εργασίας και εμποδίζουν να δοθεί μια καθαρή συλλογική και ενωτική απάντηση στα σημερινά συστημικά προβλήματα».
Όχι μόνο στη Νέα Αριστερά αλλά και στην Πλεύση Ελευθερίας και στο ΜΕΡΑ25 και σε ένα μικρότερο μέρος του ΣΥΡΙΖΑ η «δημοκρατική παράταξη» είναι μια αφηρημένη έννοια που συνεπάγεται τη ρευστοποίηση της αριστεράς, για να υποστηριχθούν αποτυχημένες κεντρώες πολιτικές, «που ελάχιστα διαφέρουν από την πολιτική Μητσοτάκη», καθώς και προσωπικές στρατηγικές, όπως υποστηρίζουν πολλά στελέχη της αριστεράς. Και αυτοί είναι οι βασικοί λόγοι για τους οποίους πολλά μεσαία στελέχη και τμήματα της αριστερής βάσης δεν γοητεύονται από το ενδεχόμενο της επιστροφής του Τσίπρα. Όσο για το ΠΑΣΟΚ, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να του αναγνωρίσει ποτέ πρώτο ρόλο. Ακόμα και τα υψηλόβαθμα στελέχη που βλέπουν θετικά τη συνεργασία του ΠΑΣΟΚ με τα κόμματα της αριστεράς και τον Τσίπρα, βλέπουν τους εαυτούς τους στους ηγετικούς ρόλους.
Αλλά ποιο είναι το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ σήμερα; Σύμφωνα με τον Νίκο Ανδρουλάκη, το πρόβλημα είναι ότι μετά την επανεκλογή του, οι συνυποψήφιοί του για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ ποτέ δεν τον στήριξαν ουσιαστικά και δεν εργάστηκαν για την ενότητα του κόμματος, αλλά συνέχισαν να προωθούν τις προσωπικές τους φιλοδοξίες. Σύμφωνα με τους εσωκομματικούς του αντιπάλους, το πρόβλημα είναι ο ίδιος ο Νίκος Ανδρουλάκης που «δεν τραβάει», και θεωρούν ότι με έναν άλλον πρόεδρο το κόμμα θα πήγαινε καλύτερα. Ποιος έχει δίκιο; Όλοι σε έναν βαθμό. Είναι γεγονός δηλαδή ότι υπάρχουν συνυποψήφιοί του οι οποίοι άρχισαν να τον υποσκάπτουν από την ίδια μέρα που επανεξελέγη και δεν σταμάτησαν να δημιουργούν προβλήματα και να δίνουν μια εικόνα εσωτερικού διχασμού.
Από την άλλη, όμως, και ο ίδιος ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν έδειξε να βελτιώνει τα τρωτά σημεία του μετά την επανεκλογή του, ούτε αξιοποίησε τον αέρα που αυτή του έδωσε. Άφησε να χαθεί το μομέντουμ και από το 20% που έδιναν στο ΠΑΣΟΚ κάποιες δημοσκοπήσεις μετά την επανεκλογή του, σήμερα κινείται στο 13%-13,5%. Αφενός δεν διόρθωσε τα λάθη του –κάποια τα επανέλαβε κιόλας–, αφετέρου συνέχισε να κινείται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που το έκανε πριν, χωρίς να αλλάξει ουσιαστικά τίποτα.
Τη μεγαλύτερη πίεση αισθάνεται ότι του την ασκεί ο Χάρης Δούκας, που επιμένει, εκτός των άλλων, να αποκλειστεί κάθε πιθανότητα μετεκλογικής συνεργασίας του ΠΑΣΟΚ με τη ΝΔ με απόφαση συνεδρίου, κάτι που ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν θέλει, για πολλούς λόγους. Ο βασικότερος είναι ότι ο κόσμος του ΠΑΣΟΚ που θέλει να ξαναβρεθούν στην κυβέρνηση είναι διχασμένος ως προς το ζήτημα των συνεργασιών. Πολλοί μπορεί να μη θέλουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αλλά πολλοί δεν θέλουν ούτε τον Αλέξη Τσίπρα. Οπότε μια απόφαση σαν αυτήν που θέλει ο Δούκας, η οποία θα αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο της σύμπραξης με τα κόμματα της αριστεράς και τον Τσίπρα, πολλοί στο ΠΑΣΟΚ εκτιμούν ότι θα διώξει ψηφοφόρους τους στις εκλογές και θα τους στείλει στον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Προβλήματα όμως έχει και η ΝΔ, παρά την άνετη πρωτιά της στις δημοσκοπήσεις, αφού συνεχίζει να κινείται στα ποσοστά των ευρωεκλογών και πιο κάτω, κάτι που δεν επιτρέπει αισιοδοξία για αυτοδυναμία. Και αν η αυτοδυναμία δεν επιτευχθεί, θα πρέπει να υπάρξουν πολιτικές δυνάμεις με τις οποίες θα συμπράξουν. Η πρώτη προτίμηση του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι το ΠΑΣΟΚ, αλλά ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει αποκλείσει κάθε ενδεχόμενο συνεργασίας μαζί του. Ο Κυριάκος Βελόπουλος θα μπορούσε να είναι ο «Καμμένος» του Μητσοτάκη, αλλά κανένας στο Μέγαρο Μαξίμου δεν ενθουσιάζεται με αυτή την προοπτική. Μια μετατόπιση του ΠΑΣΟΚ προς τα αριστερά και το σενάριο της συνεργασίας με τον Τσίπρα και άλλα αριστερά κόμματα, σε περίπτωση που γινόταν αποδεκτή προεκλογικά η πρόταση Δούκα, εκτιμούν στο επιτελείο του πρωθυπουργού ότι «θα έδιωχνε τους κεντρώους ψηφοφόρους» και «θα πήγαιναν αναγκαστικά σε αυτόν». Κατά έναν παράδοξο τρόπο, δηλαδή, θεωρούν ότι η αριστερή στροφή που ζητά ο Δούκας στο ΠΑΣΟΚ εξυπηρετεί απολύτως τα νεοδημοκρατικά σχέδια.
Η επικοινωνιακή πολιτική του Κυριάκου Μητσοτάκη μοιάζει συχνά με ένα εκκρεμές που κινείται μια προς τα δεξιά και μια προς τα αριστερά, ανάλογα με τις σκοπιμότητες που εξυπηρετεί κάθε φορά. Αυτή την περίοδο, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, αναμένεται να κινηθεί προς το κέντρο, προβάλλοντας μια στάση συναίνεσης και στοχεύοντας στη συσπείρωση των «συστημικών» ευρωπαϊστών ψηφοφόρων. Είναι πολύ ξεκάθαρο ότι θα συνεχίσει να παίζει το χαρτί της σταθερότητας και της ισχυρής ηγεσίας, αξιοποιώντας και τον γεωπολιτικό κίνδυνο. Θα προβάλει δηλαδή ότι σε μια εποχή ραγδαίων αλλαγών και αναδιατάξεων στον κόσμο, με τις ευρωατλαντικές σχέσεις να δοκιμάζονται και την Ε.Ε. στην πιο κρίσιμη στιγμή από την ίδρυσή της, η Ελλάδα χρειάζεται μια σταθερή και ισχυρή ηγεσία, την οποία, όπως θα ισχυρίζεται, μόνο εκείνος προσφέρει.
Στο Μαξίμου αισιοδοξούν πως όταν πλησιάζουν οι εκλογές και τεθούν τα σκληρά διλήμματα από την κυβέρνηση, η αυτοδυναμία θα είναι πιο εφικτή. Την αλλαγή του εκλογικού νόμου ο πρωθυπουργός την απέκλεισε ξανά, και μέσα από τις προτάσεις για τους απόδημους θεωρούν ότι μπορεί να διευρύνουν κάπως την εκλογική τους βάση. Στην καλύτερη περίπτωση, όμως, θα κέρδιζαν τρεις βουλευτές, αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα βρουν τους 200 βουλευτές που χρειάζονται για να ισχύσουν οι αλλαγές από αυτές τις εκλογές.
Κατά τ’ άλλα, η κυβέρνηση μπορεί να μιλάει πάλι για «πολυδιάστατο εκσυγχρονισμό» αλλά το πρόσφατο μπλακ άουτ στο αεροδρόμιο απέδειξε ξανά την απουσία εκσυγχρονισμού των βασικών υποδομών και δικτύων της χώρας. Στην πράξη, αρκείται στη μικροδιαχείριση με την άνεση που της δίνει η απουσία ισχυρής αντιπολίτευσης, που δεν μπορεί να την πιέσει για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις.
Το «προοδευτικό μέτωπο» ζητάει να «φύγει ο Μητσοτάκης» χωρίς να προβάλλει μια θετική πρόταση με συγκεκριμένες αλλαγές και έργα που πρέπει και μπορούν να γίνουν. Τις κατακερματισμένες δυνάμεις της αντιπολίτευσης αναμένεται να θέσει σε τεστ αντοχής και το «κόμμα Καρυστιανού» –αν δημιουργηθεί–, καθώς γοητεύει τους «αντισυστημικούς» ψηφοφόρους από δεξιά και από αριστερά.
Μια νέα ανάδειξη του διαχωρισμού συστημικών - αντισυστημικών, όμως, ενδέχεται να συμβάλει επίσης στη συσπείρωση των συστημικών γύρω από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, οπότε το μόνο ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι η αντιπολίτευση και ειδικά οι δυνάμεις που θέλουν να πάρουν την εξουσία έχουν πολλή δουλειά να κάνουν τη χρονιά αυτή, αν θέλουν να έχουν κάποια προοπτική.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO.