Ένα ευρύ πακέτο νομοθετικών αλλαγών σε κρίσιμα ζητήματα περιβάλλοντος, χρήσεων γης και χωρικού σχεδιασμού βρίσκεται στο επίκεντρο των αντιδράσεων που έχουν διατυπωθεί γύρω από το νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Στόχος της κριτικής είναι διατάξεις που προβλέπουν την ανάκληση αναδασώσεων σε καμένες εκτάσεις στις οποίες είχαν δοθεί άδειες επέμβασης, δηλαδή εγκρίσεις για έργα ΑΠΕ, ενεργειακά δίκτυα, αγωγούς ή άλλες παρεμβάσεις σε δασικές εκτάσεις. Αντιδράσεις προκαλεί επίσης η πρόβλεψη για έργα ΑΠΕ που, για πρώτη φορά σε συγκεκριμένες ζώνες, θα μπορούν να προχωρούν χωρίς περιβαλλοντική αδειοδότηση, καθώς και η δυνατότητα πολεοδόμησης και οικιστικών επεκτάσεων μέσα σε προστατευόμενες περιοχές Natura 2000.
Οι αλλαγές αυτές περιλαμβάνονται στο νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η δημόσια διαβούλευση του οποίου ολοκληρώθηκε την περασμένη εβδομάδα. Η σύντομη διαδικασία πραγματοποιήθηκε μέσα στην πασχαλινή περίοδο, με πολίτες, επιστημονικούς φορείς, νομικούς και περιβαλλοντικές οργανώσεις να καλούνται μέσα σε λίγες ημέρες να τοποθετηθούν πάνω σε εκατοντάδες σελίδες σύνθετων διατάξεων. Παρά τη σύντομη διαβούλευση, καταγράφηκαν περισσότερα από 600 σχόλια, πολλά από αυτά εκτενή και ιδιαίτερα αιχμηρά, με βασικό αίτημα να μην περάσουν ως έχουν κρίσιμα άρθρα του νομοσχεδίου όταν αυτό κατατεθεί στη Βουλή. Πρόκειται κυρίως για τις διατάξεις που συγκέντρωσαν τις περισσότερες αντιδράσεις. Τι προβλέπουν όμως αυτές οι ρυθμίσεις και γιατί έχουν προκαλέσει τόσο ισχυρό κύμα αμφισβήτησης;
«Η πρόταση του ΥΠΕΝ για επεκτάσεις οικισμών και σχεδίων πόλεων μέσα σε ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων σε περιοχές Natura είναι πολλαπλώς προβληματική και ανοίγει τον ασκό του Αιόλου για την υποβάθμιση προστατευόμενων περιοχών υπό τον μανδύα του πολεοδομικού σχεδιασμού».
Μία από τις πιο αναλυτικές και αιχμηρές παρεμβάσεις που κατατέθηκαν στη δημόσια διαβούλευση είναι εκείνη της Μαρίας Καραμανώφ, προέδρου του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας και αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ. Για ένα νομοσχέδιο που αριθμεί 110 άρθρα και καλύπτει έξι διαφορετικά θεματικά αντικείμενα, όπως αναφέρει, το οποίο «περιλαμβάνει πλήθος τροποποιήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας, εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις και παραρτήματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές για την αγορά ενέργειας, καθώς και αρκετές ειδικές και συχνά φωτογραφικές ρυθμίσεις», η διαβούλευση διήρκεσε μόλις δύο εβδομάδες.
Καμένα δάση και αναδασώσεις: Μια διάταξη που προκαλεί συναγερμό
Από τις πιο αμφιλεγόμενες, όπως χαρακτηρίζεται, προβλέψεις είναι εκείνη που αφορά το άρθρο 96. Η διάταξη προβλέπει ότι αποφάσεις με τις οποίες δάση ή δασικές εκτάσεις είχαν κηρυχθεί αναδασωτέες μετά από πυρκαγιά μπορούν να ανακαλούνται ως προς τμήματα στα οποία, πριν από τη φωτιά, είχε ήδη εγκριθεί επέμβαση με βάση τη δασική νομοθεσία.
Με απλά λόγια, αν σε μια περιοχή είχε δοθεί άδεια για έργο και στη συνέχεια το δάσος κάηκε, τότε το συγκεκριμένο τμήμα θα εξαιρείται υποχρεωτικά από την αναδάσωση. Οι σχετικές εγκρίσεις μπορεί να αφορούν έργα ΑΠΕ, μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα, δίκτυα σύνδεσης, αγωγούς ενέργειας, εξορυκτικές δραστηριότητες. Οι επικριτές της διάταξης προειδοποιούν ότι έτσι αποδυναμώνεται η προστασία των καμένων δασών, με αναφορές σε περιοχές όπως η Βόρεια Εύβοια, η Δαδιά και άλλες μεγάλες πυρόπληκτες ζώνες της χώρας: «Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τους λόγους θέσπισης και τις ολέθριες συνέπειες της ρύθμισης αυτής για τα καμένα δάση της Β. Εύβοιας, της Δαδιάς και των αναρίθμητων άλλων δασών που έχουν ήδη καεί ή πρόκειται να καούν», αναφέρεται στο υπόμνημα του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας.
Έργα ΑΠΕ χωρίς περιβαλλοντική αδειοδότηση
Δεύτερο μεγάλο μέτωπο αντιδράσεων προκάλεσε η διάταξη που αφορά τις λεγόμενες «περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ» για τις οποίες καταργείται η περιβαλλοντική αδειοδότηση, όπως επίσης και η Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση, όπου αυτή απαιτείται.
Η περιβαλλοντική αδειοδότηση είναι η βασική διαδικασία ελέγχου ενός έργου προτού αυτό εγκριθεί. Περιλαμβάνει την εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) για τη συγκεκριμένη περιοχή όπου σχεδιάζεται η επένδυση. Η ΜΠΕ εκπονείται από τον εκάστοτε επενδυτή και στη συνέχεια εξετάζεται από τη διοίκηση, η οποία, εφόσον εγκρίνει το έργο, εκδίδει την Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ). Με τις νέες διατάξεις, για συγκεκριμένες ζώνες επιτάχυνσης, ακόμη και αυτή η διαδικασία παύει να απαιτείται. Καταργείται επίσης η Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση (ΕΟΑ), όπου απαιτούνταν, για να διαπιστωθεί αν ένα έργο μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς να επηρεάσει σημαντικά προστατευόμενους οικοτόπους, είδη χλωρίδας και πανίδας, δάση, ύδατα ή άλλα κρίσιμα χαρακτηριστικά της περιοχής. Γι’ αυτήν τη διάταξη το νομοσχέδιο επικαλείται την ενσωμάτωση ευρωπαϊκών οδηγιών στο εθνικό δίκαιο, η οποία έχει ως στόχο την επιτάχυνση των έργων από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας:
«Οι Οδηγίες όμως αυτές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της αγοράς ενέργειας παραγόμενης από ΑΠΕ στον χώρο της Ε.Ε., θεωρούν πάντως ως δεδομένο ότι τα κράτη-μέλη στα οποία απευθύνονται έχουν τουλάχιστον εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις ισχύουσες ενωσιακές Οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος, όπως η Οδηγία για την προστασία των οικοτόπων Natura και η Οδηγία για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό. Υπολαμβάνουν, επομένως, ότι η επιτάχυνση της χωροθέτησης των ΑΠΕ στην επικράτεια κάθε κράτους-μέλους θα είναι υποχρεωμένη να σεβαστεί τους περιορισμούς που προκύπτουν από τα αντίστοιχα καθεστώτα προστασίας που ήδη ισχύουν σε κάθε χώρα», αναφέρει η Μ. Καραμανώφ στον δημόσιο σχολιασμό της. Στην Ελλάδα όμως δεν υπάρχουν ακόμη αυτά τα προαπαιτούμενα.
Σε εκκρεμότητα παραμένει εδώ και χρόνια και το συνολικό καθεστώς προστασίας των περιοχών του δικτύου Natura 2000, καθώς η ολοκλήρωση των σχεδίων διαχείρισης και των αναγκαίων θεσμικών εργαλείων προχωρά με μεγάλες καθυστερήσεις. Η ίδια αναφέρει για το ζήτημα: «Στην Ελλάδα όμως, όπως είναι γνωστό, τέτοια καθεστώτα προστασίας δεν έχουν θεσπιστεί και, επομένως, δεν υπάρχει το υποχρεωτικό υπόβαθρο προστασίας των ευαίσθητων περιοχών, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τις ΑΠΕ σε συνδυασμό με την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Είναι γνωστό ότι για τον λόγο αυτόν έχουμε ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας των οικοτόπων Natura (C-849/19/2020) και επιπλέον έχει διατυπωθεί σε βάρος μας Αιτιολογημένη Γνώμη της Επιτροπής για την ακαταλληλότητα του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις ΑΠΕ λόγω μη συμμόρφωσής του προς την Οδηγία Natura.
Το νομοσχέδιο προβλέπει διατάξεις για την προώθηση των υπεράκτιων αιολικών πάρκων, μολονότι η χώρα μας καταδικάστηκε πρόσφατα (Φεβρουάριος 2025) από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μη συμμόρφωση προς την Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τη θέσπιση θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων. Επομένως, ο καθορισμός των περιοχών επιτάχυνσης από τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας (άρθρο 9 του νομοσχεδίου), ο οποίος εξαιρεί από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης τις ΑΠΕ που εγκαθίστανται στις περιοχές αυτές, γίνεται αποσπασματικά και χωρίς να στηρίζεται στο αναγκαίο υπόβαθρο προστασίας του περιβάλλοντος που επιβάλλει η ενωσιακή νομοθεσία».
Υπενθυμίζεται ότι το 2020 η Ελλάδα καταδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για ελλιπή προστασία του δικτύου Natura 2000. Παράλληλα, οι 23 νέες Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες, που προορίζονται να καθορίσουν οριστικά το καθεστώς προστασίας για συνολικά 446 περιοχές της χώρας, είτε δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί όλες, είτε δεν έχουν προχωρήσει στο στάδιο της θεσμοθέτησης μέσω Προεδρικών Διαταγμάτων.
Την ίδια ώρα, παραμένει ανοιχτό και το ζήτημα του νέου χωροταξικού σχεδιασμού για τις ΑΠΕ. Παρότι το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) προβλέπει τις επενδύσεις που απαιτούνται για την επίτευξη των κλιματικών στόχων, το αναθεωρημένο Ειδικό Χωροταξικό για τις ΑΠΕ δεν έχει ακόμη θεσμοθετηθεί.
Το νέο πλαίσιο αναμένεται να καθορίσει πού μπορούν να αναπτυχθούν έργα ΑΠΕ και ποιες περιοχές πρέπει να εξαιρεθούν, ώστε να προστατευθούν ευαίσθητα οικοσυστήματα και περιοχές υψηλής περιβαλλοντικής αξίας. Η αναθεώρηση κρίθηκε αναγκαία, καθώς το ισχύον πλαίσιο θεσπίστηκε το 2008 και βασίστηκε σε δεδομένα προηγούμενης δεκαετίας.
Η πολεοδόμηση σε ζώνες NATURA, τα επιχειρήματα του ΥΠΕΝ και οι αντιδράσεις
Ισχυρές αντιδράσεις προκαλεί και το άρθρο που μεταβάλλει το καθεστώς χρήσεων γης σε προστατευόμενες περιοχές και επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις, οικιστικές επεκτάσεις εντός ζωνών του δικτύου Natura 2000.
Με την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 19 του ν. 1650/1986, δίνεται η δυνατότητα να καθορίζονται νέες περιοχές προς πολεοδόμηση μέσω Τοπικών ή Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων σε τμήματα των λεγόμενων ζωνών «βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων». Πρόκειται για την πρώτη τόσο σαφή νομοθετική πρόβλεψη που συνδέει προστατευόμενες περιοχές με οργανωμένη οικιστική ανάπτυξη.
Μετά τις πρώτες αντιδράσεις, το υπουργείο, σε άτυπη ενημέρωση, επιχείρησε να παρουσιάσει τη ρύθμιση ως αναγκαία παρέμβαση που, όπως υποστηρίζει, στοχεύει να αντιμετωπίσει το άναρχο καθεστώς τής εκτός σχεδίου δόμησης.
Όπως σημειώνει, η δυνατότητα αυτή αφορά περιοχές που έχουν ήδη χαρακτηριστεί μέσω των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών ως Ζώνες Βιώσιμης Διαχείρισης Φυσικών Πόρων, δηλαδή την 4η ζώνη προστασίας, όπου προβλέπεται ήδη το ευρύτερο φάσμα επιτρεπόμενων χρήσεων γης σε σχέση με τις αυστηρότερες ζώνες προστασίας.
Κατά το ΥΠΕΝ, με τη διάταξη επιχειρείται να οργανωθεί ορθολογικά ο χώρος και να περιοριστεί η άναρχη εκτός σχεδίου δόμηση, η οποία, όπως αναφέρει, δημιουργεί αρνητικές επιπτώσεις στο αστικό και εξωαστικό τοπίο, αλλά και στο φυσικό περιβάλλον. Υποστηρίζει επίσης ότι σε πολλές περιοχές της χώρας, από τα Ιωάννινα έως το Ναύπλιο και την Καστοριά, εκκρεμότητες στον πολεοδομικό σχεδιασμό κρατούν επί χρόνια πολίτες σε αβεβαιότητα.
Το υπουργείο επισημαίνει ακόμη ότι στο δίκτυο Natura 2000 εντάσσεται περίπου το 28% του χερσαίου τμήματος της χώρας, ενώ εντός περιοχών Natura βρίσκονται πόλεις, νησιά και περισσότεροι από 1.000 οικισμοί.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι η ρύθμιση δεν αφορά δάση, αρχαιολογικούς χώρους, οικοτόπους προτεραιότητας, υγροτόπους και άλλες αυστηρά προστατευόμενες εκτάσεις, καθώς, όπως αναφέρει, προβλέπονται δικλείδες ασφαλείας.
Σύμφωνα με την ίδια ενημέρωση, η δυνατότητα περιορισμένης επέκτασης προβλέπεται μόνο όταν συντρέχουν σωρευτικά συγκεκριμένες προϋποθέσεις: οι εκτάσεις να εφάπτονται με υφιστάμενες πόλεις ή οικισμούς, να έχουν χαρακτηριστεί από την Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη ως Ζώνες Βιώσιμης Διαχείρισης Φυσικών Πόρων, να κρίνεται από την εγκεκριμένη ΕΠΜ ότι η επέκταση είναι συμβατή με το προστατευόμενο αντικείμενο και δεν θίγει την ακεραιότητα της περιοχής, να μην υπερβαίνει το 20% της συγκεκριμένης ζώνης και να τεκμηριώνεται ως αναγκαία μέσα από Τοπικό ή Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο. Τελικός στόχος, κατά το υπουργείο, είναι μια ισορροπημένη ανάπτυξη που θα καλύπτει πληθυσμιακές ανάγκες, θα διατηρεί την ποιότητα ζωής και θα προστατεύει το φυσικό κεφάλαιο και τη βιοποικιλότητα.
Διαφορετική ανάγνωση της ρύθμισης δίνει ο Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών (ΣΕΠΟΧ), ο οποίος απορρίπτει το επιχείρημα του υπουργείου περί ορθολογικής οργάνωσης του χώρου. Ο φορέας εκτιμά ότι οι συνέπειες θα κινηθούν στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. «Η υπό διαβούλευση οριζόντια ρύθμιση δεν θα συμβάλει στην ορθολογική οργάνωση του χώρου, όπως υποστηρίζει το ΥΠΕΝ, αλλά θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως ένα “παράθυρο” για την εντατικοποίηση της δόμησης εντός των προστατευόμενων περιοχών. Ταυτόχρονα, επιχειρείται επιβάρυνση και αλλοίωση του χαρακτήρα των οικισμών λόγω των πολεοδομήσεων στην περίμετρό τους».
Αναφέρει ακόμη ότι «η ρύθμιση αυτή επιχειρεί να ικανοποιήσει τις διαχρονικές και εντεινόμενες πιέσεις ομάδων συμφερόντων για οικιστική και τουριστική ανάπτυξη σε περιοχές περιβαλλοντικής προστασίας και πέριξ των πόλεων και των οικισμών ή ακόμα και εντός αστικών περιοχών σε εκτάσεις που έχουν μείνει εκτός σχεδίου. Αντί να τεθούν περιορισμοί στην εκτός σχεδίου δόμηση καθώς και στο πλήθος και την ποικιλομορφία των ειδικών χρήσεων γης που επιτρέπονται σήμερα εντός των προστατευόμενων περιοχών, στην ουσία αυτά παραμένουν ως έχουν, ενώ οι προστατευόμενες περιοχές επιβαρύνονται περαιτέρω μέσω της δυνατότητας μερικής πολεοδόμησής τους».
Πυρ ομαδόν κατά της επίμαχης ρύθμισης εξαπολύουν και 12 περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι οποίες κατέθεσαν κοινό σχόλιο στη διαβούλευση του νομοσχεδίου. Πρόκειται για τις ANIMA, Αρκτούρος, ΑΡΧΕΛΩΝ, Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, Εταιρία Προστασίας Πρεσπών, Καλλιστώ, iSea, MEDASSET, MedINA και WWF Ελλάς.
Οι οργανώσεις υποστηρίζουν ότι η δυνατότητα επεκτάσεων οικισμών και σχεδίων πόλης μέσα σε περιοχές Natura δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους υποβάθμισης των προστατευόμενων ζωνών. Παράλληλα, αμφισβητούν ότι οι Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες μπορούν να στηρίξουν μια τέτοια επιλογή, ενώ θεωρούν ατεκμηρίωτο και το όριο του 20% που προβλέπεται για πολεοδόμηση.
«Η πρόταση του ΥΠΕΝ για επεκτάσεις οικισμών και σχεδίων πόλεων μέσα σε ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων σε περιοχές Natura είναι πολλαπλώς προβληματική και ανοίγει τον ασκό του Αιόλου για την υποβάθμιση προστατευόμενων περιοχών υπό τον μανδύα του πολεοδομικού σχεδιασμού. Η προϋπόθεση που θέτει το νομοσχέδιο για συμβατότητα ανάμεσα στις πολεοδομούμενες επεκτάσεις και τις ειδικές μελέτες καθορισμού μέτρων και ζωνών προστασίας (ΕΠΜ) είναι προσχηματική: οι ΕΠΜ δεν έχουν εξετάσει πολεοδομικά ζητήματα, ούτε έχουν προβεί σε εκτίμηση και αντιμετώπιση των επιπτώσεών τους. Μάλιστα, οι ΕΠΜ και τα πολεοδομικά σχέδια ολοκληρώνονται χωρίς έως τώρα να έχει επιδιωχθεί ουσιαστική εναρμόνιση, επομένως αν επικαιροποιηθούν τώρα οι ήδη καθυστερημένες ΕΠΜ, το αποτέλεσμα θα είναι πρόσθετες καθυστερήσεις και σίγουρα πρόχειρες και αντιφατικές λύσεις. Επιπρόσθετα, το ανώτερο όριο που προτείνεται για πολεοδόμηση του 20% στις ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων δεν τεκμηριώνεται, δυνητικά αφορά μεγάλες εκτάσεις, δεν συνδέεται με βασικά πολεοδομικά μεγέθη και δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τις ΕΠΜ», αναφέρουν στο υπόμνημά τους.
Καθώς το νομοσχέδιο θα πάρει τον δρόμο προς τη Βουλή, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι επίμαχες διατάξεις θα παραμείνουν ως έχουν ή αν το κύμα αντιδράσεων από επιστημονικούς φορείς, νομικούς και περιβαλλοντικές οργανώσεις θα οδηγήσει σε ουσιαστικές αλλαγές. Στο επίκεντρο δεν βρίσκονται μόνο ζητήματα προστασίας δασών, Natura και χωροθέτησης έργων ΑΠΕ, αλλά και ένα ευρύτερο θεσμικό θέμα που θέτει η Μαρία Καραμανώφ: αν κρίσιμες περιβαλλοντικές ρυθμίσεις θα συνεχίσουν να εισάγονται με τυπικό νόμο, περιορίζοντας, όπως υποστηρίζει, τη δυνατότητα των πολιτών για άμεση δικαστική προσβολή και αποτελεσματική δικαστική προστασία. «Η συνήθης τακτική του ελληνικού δημοσίου να θεσπίζει κανονιστικές, ειδικές και ατομικές ρυθμίσεις όχι με διοικητικές πράξεις (Προεδρικό Διάταγμα, Υπουργικές Αποφάσεις κ.λπ.), όπως απαιτεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά με τυπικό νόμο, δεν στερεί τον πολίτη μόνο από το δικαίωμα πληροφόρησης και συμμετοχής σε ουσιαστική διαβούλευση. Του αφαιρεί ουσιαστικά και το θεμελιώδες δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο», αναφέρει.