ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΣΗΜΕΙΟ στην Ελλάδα όπου όλα επιτρέπονται. Ένα μέρος που έχει τους δικούς του νόμους, τη δική του αυτοοργάνωση, τον δικό του «στρατό», δεν μπορεί να αστυνομευθεί εύκολα και αν αστυνομευθεί, δεν έγινε και τίποτα, αφού μικρή σημασία δίνουν οι τοπικοί άρχοντες σε κανόνες, ποινές και πρόστιμα. Ένα κράτος εν κράτει: το αυτόνομο κρατίδιο της Μυκόνου.

 

Μόλις γύρισα από το πρώτο Σαββατοκύριακο των τοπικών απαγορεύσεων στη Μύκονο και το κείμενό μου έχει λίγο χαρακτήρα ρεπορτάζ, αφού αυτά που διαπίστωσα με τα ίδια μου τα μάτια λίγο ως πολύ αποσιωπώνται. Σαν να υπάρχει μια άτυπη ομερτά, από φόβο μην ενοχλήσει κάποιος την κότα με τα χρυσά αυγά. What happens in Mykonos, stays in Mykonos, όπως ακριβώς βλέπουμε στις μαφιόζικες ταινίες για το Λας Βέγκας ή διαβάζουμε σε μυθιστορήματα για τους νονούς της Σικελίας.

 

Είναι γνωστές, βέβαια, οι προσπάθειες των εποπτικών αρχών να πατάξουν τη φοροδιαφυγή, την αισχροκέρδεια, την ασυδοσία, να αντιμετωπίσουν την παρανομία, τα ναρκωτικά, να μειώσουν τον υψηλό αριθμό των τροχαίων ατυχημάτων, αλλά πέφτουν στο κενό. Τίποτα δεν αγγίζει το Principauté.

 

Πελάτες που θα νοσήσουν στη Μύκονο αυτό το καλοκαίρι θα είναι οι πρώτοι που θα δυσφημίσουν το νησί του χρόνου, αν υποθέσουμε ότι είναι στους επιζήσαντες και στις επιζήσασες, αλλιώς θα φροντίσει η κυβέρνηση της χώρας τους να το πράξει, οπότε το κόστος για τον πολύπαθο τουρισμό θα είναι χειρότερο.

 

Προσπάθησα, λοιπόν, να καταλάβω, με αφορμή την έξαρση των κρουσμάτων στο νησί, γιατί αντιδρούν οι τοπικοί επιχειρηματίες του νησιού στα προσωρινά μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση, αφού πρώτα οι ίδιοι θα έπρεπε να θέλουν να διαφυλάξουν την υγεία των εργαζομένων και των πελατών τους και, βέβαια, τη φήμη του νησιού.

 

Γιατί ο ιός δεν κάνει διακρίσεις σε πλούσιους ή φτωχούς πελάτες. Πελάτες που θα νοσήσουν στη Μύκονο αυτό το καλοκαίρι θα είναι οι πρώτοι που θα δυσφημίσουν το νησί του χρόνου, αν υποθέσουμε ότι είναι στους επιζήσαντες και στις επιζήσασες, αλλιώς θα φροντίσει η κυβέρνηση της χώρας τους να το πράξει, οπότε το κόστος για τον πολύπαθο τουρισμό θα είναι χειρότερο.

 

Αντίθετα, δεν είδα να τηρείται κανένα απολύτως μέτρο, ούτε και τα μέτρα που έχουν ληφθεί από την αρχή της πανδημίας, για παράδειγμα οι αποστάσεις των τραπεζιών ‒έφαγα κολλημένη στο τραπέζι ενός νεαρού ζευγαριού από την Ιταλία, γίναμε και φίλοι μάλιστα, ήπια όρθια σε μπαρ με μια παρέα νεαρών Βραζιλιάνων δίπλα μου, ξάπλωσα σε παραλία ασφυκτικά γεμάτη, δίπλα σε έναν άλλον άνθρωπο, σαν να ήμασταν ζευγάρι (δυστυχώς, αν και προσπάθησα, δεν έμαθα το όνομα και την εθνικότητά του)‒ ούτε η χρήση της μάσκας από τους εργαζομένους.

 

Δεν είδα επίσης, πλην ελαχίστων μαγαζιών υγειονομικού ενδιαφέροντος, την ειδική σήμανση που διαχωρίζει τα μαγαζιά που υποδέχονται αμιγώς εμβολιασμένους από τους μεικτούς χώρους. Μάλιστα, μερικοί είχαν και τις δύο σημάνσεις και όποιους πιάσουμε, βρε αδερφέ. 

 

Και βέβαια φουλ face-control, αλλά μόνο για να διαχωρίζουμε αυτούς που έχουν μεγάλη τσέπη από τους άλλους. Κατά τα άλλα, «είναι δύσκολο» να ελεγχθούν οι πελάτες που είναι εμβολιασμένοι από τους ανεμβολίαστους. Και γιατί να το κάνουν άλλωστε, αφού ούτε οι ίδιοι εργαζόμενοι/-ες τους δεν είναι εμβολιασμένοι/-ες. Τα πρώτα στατιστικά δείχνουν ότι το 45% των κρουσμάτων προέρχεται από το προσωπικό τους.

 

Θα περίμενα, επομένως, να δω τις τοπικές ομάδες συμφερόντων να συσπειρώνονται για να εξετάσουν τι πήγε λάθος, να βρουν τρόπους λειτουργικούς και βιώσιμους, και για την τοπική κοινωνία, που δεν τους φταίει σε τίποτα ‒πήγαν οι Μυκονιάτες και οι Μυκονιάτισσες και εμβολιάστηκαν οι άνθρωποι‒, αλλά και για τις επιχειρήσεις τους.

 

Και αφού δεν έχουν κάνει τίποτε απ’ όλα αυτά, διαμαρτύρονται. Είναι οι ίδιοι επιχειρηματίες που επιβαρύνουν και το υγειονομικό και το φορολογικό σύστημα, αλλά και εμένα που κάνω όλα τα παραπάνω στη δική μου επιχείρηση! Δηλαδή, με λίγα λόγια, τα δικά μου δικά μου και τα δικά σου δικά μου!

 

Φυσικά, δεν είναι όλοι και όλες οι επιχειρηματίες του νησιού το ίδιο. Είδα και τίμιους επαγγελματίες, που και τα μέτρα τηρούν ευλαβικά και τις αποδείξεις τους κόβουν, και πουλάνε το μπουκαλάκι το νερό ακόμη πενήντα λεπτά, όταν όλοι οι άλλοι το έχουν ενάμιση και δύο και τρία ευρώ. Δυστυχώς, όμως, είναι η μειοψηφία.

 

Και ενώ για μία τουλάχιστον φορά, αυτήν που υπάρχει μια μεγάλη, παγκόσμια υγειονομική κρίση, γίνεται προσπάθεια να αυστηροποιηθούν οι έλεγχοι στο νησί και να μπει μια τάξη, το θέμα γίνεται πολιτικό και η αντιπολίτευση, σχεδόν σύσσωμη, παίρνει τη θέση του… κεφαλαίου, που θεωρητικά πολεμά, και συντάσσεται και «ξεπλένει» τους βαρόνους της Μυκόνου, αφού αυτοί είναι που κατά κύριο λόγο ευθύνονται για την αύξηση των κρουσμάτων.

 

Λυπάμαι ειλικρινά και τιμώ τους χιλιάδες εργαζόμενους και εργαζόμενες του νησιού, τους μικροεπιχειρηματίες, τους μεροκαματιάρηδες που μοιράζουν αναψυκτικά στις παραλίες και ιδρώνουν για να βγάλουν τα έξοδα του χειμώνα και όλους εκείνους και εκείνες που δυσκολεύονται, αλλά τηρούν τα μέτρα, αλλά, για να σωθεί η φετινή σεζόν, πλέον δεν υπάρχει άλλος ασφαλής δρόμος. Και αυτόν αναγκαστικά χρειάζεται να τον ακολουθήσουν όλοι.