H EIΔΗΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ της Brigitte Bardot, σε ηλικία 91 ετών, δεν σήμανε μόνο το τέλος μιας κινηματογραφικής εποχής, αλλά επανέφερε στο προσκήνιο τη σκοτεινή μεταμόρφωση μιας γυναίκας που από παγκόσμιο σύμβολο απελευθέρωσης κατέληξε ηγετική φωνή της γαλλικής ακροδεξιάς και του ρατσισμού. Η Bardot δεν υπήρξε απλώς μια εκκεντρική παλιά δόξα του σινεμά· υπήρξε μια καθ' έξιν ιδεολογική εμπρήστρια, η οποία χρησιμοποίησε το εκτόπισμά της για να δηλητηριάσει τη δημόσια σφαίρα με ξενοφοβικό μένος.
Για ένα σημαντικό κομμάτι της συντηρητικής Γαλλίας, η Bardot παρέμεινε η ζωντανή ανάμνηση των «ένδοξων τριάντα» ετών (Trente Glorieuses) μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν η ξανθή, αιθέρια φιγούρα μιας Γαλλίας «καθαρής», πριν η πραγματικότητα της αποικιοκρατικής κατάρρευσης και της μετανάστευσης αλλάξει το δημογραφικό πρόσωπο της χώρας. Όπως δήλωσε η Marine Le Pen, η Bardot ήταν «απίστευτα Γαλλίδα», εννοώντας μια Γαλλία αποκλειστικά λευκών που αρνούνταν να αποδεχθεί την πολυπολιτισμικότητα.
Ωστόσο, αυτή η ειδυλλιακή εικόνα άρχισε να ραγίζει ήδη από το 1973, όταν η Bardot αποσύρθηκε από την υποκριτική. Έκτοτε, η ρητορική της διολίσθησε σταδιακά από τη φιλοζωία στον ωμό μισανθρωπισμό και τον ρατσισμό.
Το Ποινικό Μητρώο του Μίσους: Έξι Καταδίκες
Η Bardot δεν εξέφραζε απλώς «απόψεις»· παραβίαζε συστηματικά τον νόμο. Η γαλλική δικαιοσύνη την καταδίκασε έξι φορές για υποκίνηση φυλετικού μίσους, με το ιστορικό της να προκαλεί αποτροπιασμό:
1997: Η πρώτη καταδίκη για κείμενό της στην Le Figaro, όπου έκανε λόγο για «εισβολή» και «μουσουλμανική πλημμύρα» στην οποία η Γαλλία υποτίθεται ότι υποτάσσεται.
2003 - "Μια Κραυγή στη Σιωπή": Στο βιβλίο της αυτό, χαρακτήρισε τους μετανάστες «εισβολείς» που μετατρέπουν τις εκκλησίες σε «ανθρώπινα χοιροστάσια». Το δικαστήριο έκρινε ότι οι αναφορές της ωθούσαν τους αναγνώστες στη βία και την απόρριψη της μουσουλμανικής κοινότητας.
2008: Η πέμπτη καταδίκη της αφορούσε επιστολή προς τον τότε Υπουργό Εσωτερικών, Nicolas Sarkozy, όπου ισχυριζόταν ότι η μουσουλμανική κοινότητα «μας καταστρέφει, καταστρέφει τη χώρα μας επιβάλλοντας τις αξίες της». Η εισαγγελέας Anne de Fontette εξέφρασε τότε την κόπωση της δικαιοσύνης μπροστά στην αμετανόητη στάση της.
2021: Μία από τις πλέον ειδεχθείς επιθέσεις της στράφηκε κατά των κατοίκων του νησιού Ρεϊνιόν στον Ινδικό Ωκεανό. Τους χαρακτήρισε «εκφυλισμένο πληθυσμό» με «βάρβαρα γονίδια» που αναπολούν τον «κανιβαλισμό», με αφορμή τις τελετουργικές θυσίες ζώων από την ινδουιστική κοινότητα των Ταμίλ. Αυτή η υπόθεση θεωρείται από νομικούς η πιο αποκαλυπτική. Η Bardot δεν επιτέθηκε απλώς σε μια θρησκεία, αλλά χρησιμοποίησε βιολογικό ρατσισμό του 19ου αιώνα. Η αναφορά της σε «άγρια γονίδια» (gènes sauvages) και «εκφυλισμένο πληθυσμό» προκάλεσε την παρέμβαση της τότε Υπουργού Υπερπόντιων Εδαφών, Annick Girardin, ο οποίος δήλωσε ότι «ο ρατσισμός δεν είναι άποψη, είναι έγκλημα». Η καταδίκη της σε πρόστιμο 20.000 ευρώ ήταν η βαρύτερη που της επιβλήθηκε ποτέ.
Η Σχέση με τους Le Pen
Η ιδεολογική ταύτιση της Bardot με την ακροδεξιά δεν ήταν συγκυριακή, αλλά βαθιά προσωπική. Η φιλία της με τον Jean-Marie Le Pen, ιδρυτή του Εθνικού Μετώπου και αρνητή του Ολοκαυτώματος, μετρούσε πάνω από 60 χρόνια. Ήταν εκείνος που την εισήγαγε στον κύκλο των ανθρώπων που ονειρεύονταν μια Γαλλία απαλλαγμένη από «ξένα στοιχεία».
Το 1992, ο Le Pen τής γνώρισε τον τέταρτο σύζυγό της, Bernard d’Ormale, υψηλόβαθμο στέλεχος του κόμματός του. Η Bardot υπήρξε η μοναδική σταρ αυτού του βεληνεκούς που στήριξε ανοιχτά το Εθνικό Μέτωπο (μετέπειτα Εθνική Συσπείρωση), νομιμοποιώντας με τη φήμη της μια ατζέντα μίσους.
Μια Αντιδραστική Φωνή εναντίον της Προόδου
Η ρητορική της Bardot δεν περιορίστηκε στους μετανάστες. Στα τελευταία της χρόνια, στράφηκε με μένος κατά:
Του κινήματος #MeToo: Αποκάλεσε τις γυναίκες που κατήγγειλαν σεξουαλική παρενόχληση «υποκρίτριες και γελοίες».
Της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας και των φεμινιστριών: Τους θεωρούσε υπεύθυνους για την «παρακμή» της Γαλλίας.
Ωστόσο υπερασπίστηκε σθεναρά τον Gérard Depardieu παρά τις κατηγορίες για σεξουαλικές επιθέσεις, θεωρώντας ότι το ταλέντο του τού δίνει το ελεύθερο να συμπεριφέρεται όπως επιθυμεί.
Η Διχασμένη Υστεροφημία
Η Γαλλία αποχαιρέτησε την Bardot σε ένα κλίμα έντονης πόλωσης. Ενώ οι ηγέτες της ακροδεξιάς, όπως ο Jordan Bardella, την εξύμνησαν ως «φλογερή πατριώτισσα», οι φωνές της αριστεράς και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπενθύμισαν την οδυνηρή αλήθεια: η Bardot επέλεξε να κλείσει τον κύκλο της ζωής της όχι ως πρέσβειρα πολιτισμού, αλλά ως ηγετική μορφή του γαλλικού ρατσισμού.
Η άρνηση της γαλλικής προεδρίας να της παραχωρήσει κρατική κηδεία ήταν η επικύρωση του γεγονότος ότι η Bardot είχε προ πολλού απομακρυνθεί από τις αξίες της Γαλλικής Δημοκρατίας. Η Rima Hassan, ευρωβουλευτής, κατήγγειλε τη «συνειδητή προσπάθεια εξωραϊσμού» της Bardot μετά θάνατον, τονίζοντας ότι ο ρατσισμός και η ισλαμοφοβία που διέσπειρε δεν πρέπει να παραμείνουν «αόρατα» πίσω από τη λάμψη της μεγάλης οθόνης.
Γάλλοι διανοούμενοι και αναλυτές, όπως αυτοί της εφημερίδας Le Monde, υποστηρίζουν ότι η Bardot ενσάρκωσε το φαινόμενο της «Μεγάλης Αντικατάστασης» (Le Grand Remplacement) πριν καν ο όρος εφευρεθεί από τον Renaud Camus.
Η Νοσταλγία ως Πολιτικό Όπλο: Η Bardot δεν μισούσε απλώς το παρόν· λάτρευε ένα φαντασιακό παρελθόν. Για τους κοινωνιολόγους, η Bardot έγινε η «μούσα» της Γαλλίας που νιώθει «πολιορκημένη». Η άρνησή της να κατανοήσει τον Μάη του '68 (τον οποίο χαρακτήρισε «πνευματική αυτοκτονία της Γαλλίας») την κατέστησε το σύμβολο της Γαλλίας που αρνείται να παραδεχτεί ότι γέρασε και πρέπει να αλλάξει.
Ο Le Pen στα απομνημονεύματά του (Tribun du Peuple) εξηγεί ότι η Bardot έδωσε στην ακροδεξιά κάτι που της έλειπε: Αισθητική και Glamour. Μετέτρεψε την περιθωριακή, «βρώμικη» ακροδεξιά των συνεργατών των Ναζί σε μια «εθνική επιλογή» για την αστική τάξη.
Η Simone de Beauvoir είχε γράψει κάποτε το περίφημο δοκίμιο «Το Σύνδρομο της Λολίτας» για την Bardot, βλέποντάς την ως δύναμη απελευθέρωσης. Είναι τραγική ειρωνεία για τους ιστορικούς το γεγονός ότι η γυναίκα που απελευθέρωσε τα σώματα των Γαλλίδων, κατέληξε να θέλει να φυλακίσει τη σκέψη τους σε αντιδραστικά και πατριαρχικά πρότυπα, υπερασπιζόμενη ακόμη και κατηγορούμενους για βιασμό.
Η Bardot πέθανε ως μια γυναίκα που την αγάπησε ο φακός αλλά τη μίσησε η ιστορία των ιδεών. Η επιμονή της να αποκαλεί τους συμπολίτες της «εισβολείς» και να προσβάλλει ολόκληρους λαούς με όρους φυλετικής ανωτερότητας, ακύρωσε την καλλιτεχνική της προσφορά. Στη συνείδηση της σύγχρονης Γαλλίας, παραμένει το παράδειγμα προς αποφυγήν: μια γυναίκα που είχε τον κόσμο στα πόδια της, αλλά επέλεξε να κλειστεί σε ένα κλουβί ιδεολογικού μίσους.