TΟ ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΖΗΤΗΜΑ της δημόσιας μνήμης, δηλαδή εκείνων των προσώπων ή των έργων τέχνης που πρέπει να μείνουν ως σημαντικά στη συλλογική συνείδηση μιας χώρας, ανέκυψε με μεγάλη ένταση τις τελευταίες μέρες, κυρίως με αφορμή τα δραματικά γεγονότα στις ΗΠΑ. Δεν είναι όμως κάτι εντελώς καινούργιο.

 

Πριν από το κατακρήμνισμα αγαλμάτων, πριν από το κόψιμο της κλασικής ταινίας Όσα παίρνει ο άνεμος από το HBO, κι άλλα συμβάντα «προοδευτικής λογοκρισίας» είχαν σημειωθεί πρόσφατα. Πριν από λίγους μήνες ένας πίνακας του 17ου αιώνα του Φλαμανδού ζωγράφου Φρανς Σνάιντερς με τίτλο «Η αγορά των πτηνών» στην αίθουσα του εστιατορίου του πανεπιστημίου του Κέμπριτζ ζητήθηκε να κατέβει από vegan φοιτητές, επειδή παρουσίαζε «δολοφονημένα» πουλιά. Επίσης, δεν είναι πολύ καιρός που ραδιοφωνικοί σταθμοί στον Καναδά και τη Νέα Ζηλανδία αποφάσισαν να σταματήσουν να μεταδίδουν κομμάτια του Μάικλ Τζάκσον εξαιτίας των κατηγοριών που διατυπώνονται εναντίον του για αποπλάνηση ανηλίκων.


Τα παραδείγματα αυτά αποτελούν εκφάνσεις μιας «πολιτικής ορθότητας» που σε μεγάλο βαθμό έχασε το συνηθισμένο συντηρητικό της περίβλημα και φόρεσε το ριζοσπαστικό ή το εναλλακτικό. Γιατί, πράγματι, τα συμβάντα λογοκρισίας που σημειώνονται σήμερα έχουν διαφορετικούς φορείς και εκφραστές, αλλά δεν είναι καινούργια. Στο παρελθόν, πολιτική και θρησκευτική εξουσία κατά κύριο λόγο, τόσο υπό δημοκρατικά όσο και υπό ολοκληρωτικά καθεστώτα, έχουν δώσει πολλά δείγματα ελέγχου της συλλογικής μνήμης για το τι είναι σημαντικό και τι ωραίο.

 

 

Το να θεωρήσει κανείς με τα μάτια του 2020 τον Κολόμβο ή το Όσα παίρνει ο άνεμος εκδοχές (ίδιου) ρατσισμού και να τις αποκαθηλώσει χωρίς συζήτηση και συναίνεση είναι και ιστορικά άστοχο αλλά και κοινωνικά λοβοτομικό.

 

Το να μπορεί να επαναπροσδιορίσει κανείς τη συλλογική μνήμη προφανώς και είναι απόλυτο δικαίωμα, ίσως και μια θεμιτή ανάγκη των σύγχρονων κοινωνιών. Το να γίνει με όρους περιοριστικούς και μηδενιστικούς είναι αυτό που ξενίζει στη σημερινή συγκυρία, ειδικά σε χώρες της Δύσης, σε χώρες που δεν θέλουν να βλέπουν σκηνές αντίστοιχες του τζιχαντιστικού φανατισμού στην καταστροφή πολιτιστικών μνημείων.

 

Το να θεωρήσει κανείς με τα μάτια του 2020 τον Κολόμβο ή το Όσα παίρνει ο άνεμος εκδοχές (ίδιου) ρατσισμού και να τις αποκαθηλώσει χωρίς συζήτηση και συναίνεση είναι και ιστορικά άστοχο αλλά και κοινωνικά λοβοτομικό. Ειδικά σήμερα που ο καθένας μπορεί να ασκήσει όποια κριτική θέλει σε όποιον θέλει, το να προσπαθήσει να πλήξει με πραγματική βία τα σύμβολα της «άλλης πλευράς» μόνο σε έναν αλυσιτελή πόλεμο μπορεί να οδηγήσει. Σε αυτό που ο Πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν σωστά επισήμανε: «Η μάχη κατά του ρατσισμού δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε επανεγγραφή της Ιστορίας με μίσος».

 

Ο καθένας έχει το δικαίωμα να βλέπει, να ακούει, να κρίνει και να αποδοκιμάζει αυτά που θεωρεί ότι τον αδικούν ή τον βλάπτουν. Κανένα άτομο και καμία κοινωνική ομάδα, όμως, δεν έχει το δικαίωμα της καθαίρεσης συμβόλων, όσο δίκιο και αν έχει. Αυτό παραμένει υπόθεση της δημοκρατικά εκλεγμένης πολιτείας, ειδικά όταν μιλάμε για θέματα δημόσιας μνήμης και έκθεσης.

 

Σε κάθε περίπτωση, η αφαίρεση προσώπων, συμβόλων ή έργων του παρελθόντος από ένα παρόν αποστειρωμένο από τις «κακές» εκφάνσεις του χτες ελάχιστα μπορεί να συμβάλει στον ατομικό και συλλογικό αναστοχασμό. Στην κατανόηση του πώς φτάσαμε μέχρι εδώ, τους ποιες αλλαγές και κυρίως ποιες αντιφάσεις κρύβονται στην πορεία που μας έβγαλε στο σήμερα.


Ας πάρουμε λίγο το παράδειγμα της σύγχρονης μυθοπλασίας. Δεν υπάρχει κανένας πρωταγωνιστής, καμίας σύγχρονης δημοφιλούς αφήγησης στη λογοτεχνία, στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση, που να είναι μονοσήμαντος. Από τους σούπερ ήρωες μέχρι τους ρεαλιστικούς χαρακτήρες της σύγχρονης οπτικοακουστικής κουλτούρας, το καλό και το κακό αναμειγνύονται, το τραυματικό και το θεραπευτικό μπερδεύονται, η σκοτεινή και η φωτεινή πλευρά δίνουν τη θέση τους σε αβέβαιες σκιές.

 

Κανένας (μετα-μοντέρνος) ελκυστικός ηρωισμός δεν είναι «καθαρός» από ηθικές, αισθητικές, εξουσιαστικές παρεκκλίσεις. Η μυθοπλασία έχει πιάσει το νόημα της πραγματικής ιστορίας. Οι άνθρωποι και οι κοινωνίες τους κρύβουν αντιφάσεις και συγκρούσεις, τίποτα δεν είναι διάφανο και απλό, τίποτα δεν μπορεί να είναι εξ ορισμού αθώο. Το ζητούμενο είναι να μπορείς να διακρίνεις τις διαφορές και να επιλέγεις τη δημοκρατικά θεμιτή πλευρά σήμερα. Όχι χθες.


Ας φανταστούμε έναν κόσμο χωρίς τον Οκτώβρη του Σεργκέι Αϊζενστάιν ή τα φιλοναζιστικά ντοκιμαντέρ της Λένι Ρίφενσταλ και άλλες προπαγανδιστικές δημιουργίες του παρελθόντος που εξύμνησαν τους ολοκληρωτισμούς της νεωτερικότητας. Ποιος μπορεί να στερήσει τις σημερινές γενιές από αυτές τις εμπειρίες-μαρτυρίες-αισθήσεις, επικαλούμενος μια αντικομμουνιστική ή αντιφασιστική ιδεολογία; Μήπως να απαγορεύσουμε και το Ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο ως σεξιστικό τερατούργημα; Μήπως να δικαιώσουμε μεταχρονολογημένα τον εγχώριο αντιαμερικανισμό που τελετουργικά γκρεμίζει το άγαλμα του Τρούμαν; Πώς μπορούμε να αφαιρέσουμε από τα συλλογικά βιώματα και συναισθήματα στοιχεία που προσδιορίζουν, αλλά δεν καθορίζουν αναγκαστικά το ποιοι είμαστε σήμερα;


Η λογοκρισία παραμένει λογοκρισία με οποιαδήποτε κίνητρα και πρίσματα και αν συνδεθεί. Η προοδευτική λογοκρισία επαγγέλλεται έναν δικαιωματοκρατικό παράδεισο που θα απαλείφει τις συλλογικές μας μνήμες από πρότυπα και πρακτικές διακρίσεων. Είναι προφανής ο κίνδυνος μια νέας ολοκληρωτικής ηθικολογίας με αγγελικό πρόσωπο, όπως όλες οι προηγούμενες. Ακόμη πιο ορατός, όμως, είναι ο κίνδυνος αυτός ο επιθετικός προοδευτισμός να βάλει νερό στο αυλάκι της μισαλλοδοξίας και να αναδείξει νικητές αυτούς που ξέρουν να παίζουν το παιχνίδια αυτό στα δάχτυλά τους. Έτσι, η σανίδα σωτηρίας στον αποσταθεροποιημένο τραμπισμό μπορεί να έρθει ανέλπιστα από τους «εχθρούς» του.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σου με ένα κλικ.