Ζούμε καιρούς συγχρόνως ιστορικούς και ανιστόρητους, κρίσιμα μοναδικούς αλλά και αφόρητα μπανάλ στο δυστοπικό τους περιτύλιγμα, πεπεισμένοι ότι η Αποκάλυψη μας κυκλώνει, ενώ στην πραγματικότητα επιτρέπουμε στη ρουτίνα του 24ωρου κύκλου μιας «και μη χειρότερα» διαβίωσης να μας κατατρώει χειρότερα ίσως από ποτέ. Και ένα δείγμα αυτής της σχιζοειδούς συμπεριφοράς είναι ότι χρησιμοποιούμε τόσο εύκολα (νωχελικά σχεδόν) και καταχρηστικά πλέον τον προσδιορισμό «φασίστας» για να περιγράψουμε ή να εγκαλέσουμε ή να την πούμε σε κάποιον που μας τη σπάει ή μας ενοχλεί ή μας καταπιέζει προσωρινά, την ώρα που αναδύονται από παντού πραγματικές φασιστικές συμπεριφορές και τάσεις με την «κλασική», ιστορική έννοια του όρου.


Όπως έλεγε και μια φίλη τις προάλλες, συζητώντας για κάποια φραξιονιστικά μαλλιοτραβήγματα σε ακαδημαϊκούς μάλιστα κύκλους της ευρύτερης ριζοσπαστικής αριστεράς (στην οποία ανήκει), όπου η λέξη πεταγόταν ως φτυσιά κατά την κλιμάκωση των αντιπαραθέσεων, ο όρος «φασίστας» έχει εκπέσει σε ένα διεθνές συνώνυμο του «μαλάκα», ένας χαρακτηρισμός που πετάς αβίαστα χωρίς να κινδυνεύεις να εμπλακείς σε ρητορική μίσους και, συχνά, χωρίς να ρισκάρεις να εμπλακείς σε διάλογο με νηφάλια επιχειρήματα που ίσως, εν προκειμένω, δεν διαθέτεις.

 

Κάπως έτσι «ξεπλένονται» από το αιματηρό ιστορικό τους πλαίσιο και κανονικοποιούνται ακόμα και οι πιο αυταρχικές, ολοκληρωτικές και ισοπεδωτικές ιδεολογίες που κόστισαν τη ζωή σε εκατομμύρια ανθρώπους και τώρα επιστρέφουν για να εμπεδωθούν στην κοινή συνείδηση ως «αναγκαία κακά» (βλ. και «σταλινισμός»).

 

Ο όρος «φασίστας» έχει εκπέσει σε ένα διεθνές συνώνυμο του «μαλάκα», ένας χαρακτηρισμός που πετάς αβίαστα χωρίς να κινδυνεύεις να εμπλακείς σε ρητορική μίσους και, συχνά, χωρίς να ρισκάρεις να εμπλακείς σε διάλογο με νηφάλια επιχειρήματα που ίσως, εν προκειμένω, δεν διαθέτεις.


Η ειρωνεία είναι ότι δεν χρησιμοποιείται ο όρος αυθαίρετα και κάποιες φορές στο πλαίσιο ξεκαθαρίσματος λογαριασμών μόνο από ανθρώπους που αυτοπροσδιορίζονται, έστω και αφηρημένα, ως αριστεροί ή αναρχοαυτόνομοι –έχω δει να αποκαλούνται «φασίστες» από άλλους συντρόφους ακόμα και στελέχη της Antifa(!) που σημαίνει ότι δεν γλιτώνεις ακόμα κι αν γράψεις «αντιφασίστας» στο μέτωπό σου– αλλά και από φιλελεύθερους, και από νεοδεξιούς και από καραδεξιούς και από καραμπινάτους νεο-ναζί ακόμα. Εξού και διάφορα σύγχρονα συνθετικά παράγωγα τύπου «οικο-φασισμός», «ισλαμοφασισμός» αλλά και «φεμιναζισμός».

 

O χαρακτηρισμός «φασίστας» έχει γίνει καραμέλα, placebo, μια πασπαρτού βρισιά που δεν κόβεται στη λογοκρισία και τελειώνει κάθε συζήτηση πριν αυτή ξεκινήσει. Την ίδια στιγμή, η πλειοψηφία που υποτιμητικά αποκαλούμε «ο κοσμάκης» ή «οι νοικοκυραίοι» παρακολουθεί τη λέξη να εκστομίζεται δεξιά κι αριστερά ελλείψει σοβαρού πολιτικού λόγου, ενώ τα φασιστοειδή στοιχεία τρίβουν τα χέρια τους εκμεταλλευόμενα την απορία, την ανασφάλεια και τη σύγχυση.


Δεν πρόκειται, πάντως, για κάποια καινούργια συγκλονιστική διαπίστωση η έλλειψη κάθε οικονομίας και αυτοσυγκράτησης στη χρήση του όρου. Από το 1944 ήδη, δηλαδή έναν χρόνο πριν από τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και τη συντριβή των φασιστικών υπερδυνάμεων, ο Τζορτζ Όργουελ, στο άρθρο του με τίτλο «Τι είναι φασισμός;», έγραφε ότι έχει χάσει νόημα ο όρος και έχει γίνει συνώνυμο του «αντιπαθητικού» ή του «νταή» και χρησιμοποιείται αδιακρίτως από τους αντιπάλους τους εναντίον συντηρητικών, σοσιαλιστών, αναρχικών, τροτσκιστών, Καθολικών, αντιρρησιών συνείδησης, εθνικιστών πάσης φύσεως και φυλής κ.ο.κ.:

 

«... Ο φασισμός όμως είναι κυρίως ένα πολιτικό και οικονομικό σύστημα. Γιατί τότε δεν μπορούμε να τον ορίσουμε με έναν ξεκάθαρο και ευρέως αποδεκτό τρόπο; Αλίμονο, δεν νομίζω να τα καταφέρουμε – όχι σύντομα, πάντως. Οι λόγοι είναι πολλοί και σύνθετοι, αλλά βασικά εστιάζονται στο ότι είναι αδύνατον να ορίσεις ικανοποιητικά τον φασισμό χωρίς να γίνουν παραχωρήσεις που ούτε οι συντηρητικοί, ούτε οι κομμουνιστές ούτε οι ίδιοι οι φασίστες, βέβαια, δεν θα δεχόντουσαν ποτέ να κάνουν. Το μόνο που μπορεί κάποιος είναι να χρησιμοποιεί τη λέξη με κάποιο βαθμό περίσκεψης και όχι, όπως γίνεται πλέον συνήθως, να την υποβαθμίζει στο επίπεδο μιας βρισιάς του συρμού».