Η σκηνή της δημοσιονομικής επικαιρότητας κάνει κάθε θεματολογική λοξοδρόμηση να δείχνει όλο και πιο ανεπίκαιρη ή σαν ξένο σώμα, ενώ ευνοείται, π.χ. τηλεοπτικά, η αναδιάταξη των πραγμάτων σε πολλές παράλληλες ζώνες που αφήνουν η μία την άλλη άθικτη. Επομένως, ίσως είναι καιρός να ακούσουμε ξανά τους ποιητές, εφόσον είναι οι μόνοι που μπορούν να αποκαταστήσουν, έστω αμυδρά φωτισμένη, μιαν ιδέα περί ολότητας. Εικονογράφηση: Ατελιέ / LIFO
Η σκηνή της δημοσιονομικής επικαιρότητας κάνει κάθε θεματολογική λοξοδρόμηση να δείχνει όλο και πιο ανεπίκαιρη ή σαν ξένο σώμα, ενώ ευνοείται, π.χ. τηλεοπτικά, η αναδιάταξη των πραγμάτων σε πολλές παράλληλες ζώνες που αφήνουν η μία την άλλη άθικτη. Επομένως, ίσως είναι καιρός να ακούσουμε ξανά τους ποιητές, εφόσον είναι οι μόνοι που μπορούν να αποκαταστήσουν, έστω αμυδρά φωτισμένη, μιαν ιδέα περί ολότητας. Εικονογράφηση: Ατελιέ / LIFO

 

Με το δίκιο του θα υποστήριζε κάποιος ότι, εκτός απ' τους μισθούς και τις συντάξεις, η λεγόμενη οικονομική κρίση επηρέασε άμεσα, και διόλου θετικά, την ικανότητα των ανθρώπων να ερμηνεύουν με σχετική ευρύτητα πνεύματος τις αντιξοότητες που, για να είμαστε ειλικρινείς, πολύ απέχουν απ' το να είναι αποκλειστικά οικονομικές. Όντως, μαζί με τον οικογενειακό προϋπολογισμό και την απασχόληση, μαζί με τις τιμές των ακινήτων και την πολύκλαυστη πλέον επινοητικότητα των μικρομεσαίων επιχειρηματιών, η κρίση έπληξε καθοριστικά τη σκέψη ως τέτοια, εννοούμενη τέλος πάντων σαν συνολική αντίληψη του κόσμου, κατ' ανάγκη πολύπλευρη. Αρχής γενομένης απ' τα διαβόητα δελτία των 8, που ουδέποτε κόπτονται για οτιδήποτε καλύτερο απ' τις απειλητικές κορώνες που εκτοξεύουν οι Σόιμπλε, Γιούνκερ, Ντάισελμπλουμ, Μάριο Ντράγκι και οι υπόλοιπες γκροτέσκ φιγούρες του ευρωπαϊκού ιερατείου, αρχής γενομένης λοιπόν απ' τα δελτία, η κεντρική ειδησεογραφία περιορίζεται αυστηρά στη μαζοχιστική ανακύκλωση των ζητημάτων διαχείρισης του χρέους και στη μονότονη θλιβερή εξαγγελία των εκάστοτε «νέων» μέτρων, που η συντριπτική κοστολόγησή τους αναλογεί στις αιωνίως ημιαποτυχημένες διαπραγματεύσεις με τους αγέρωχους δανειστές. Η επακόλουθη ψοφοδεής φιλολογία φοροτεχνικού περιεχομένου, με τους κάθε λογής σκυθρωπούς επαγγελματίες του είδους να θρηνούν στα παράθυρα απ' το πρωί μέχρι το βράδυ μηρυκάζοντας τα ποσοστά και τους κακούς οιωνούς, δεν αφήνει αισιόδοξα περιθώρια για να κρατήσει κανείς αποστάσεις από τον πανικό της φορολογικής δήλωσης, η οποία εντέλει παρουσιάζεται μετά βαΐων, ειδικά αυτή, σαν το μείζον και προνομιακό γεγονός της ζωής.


Έκτοτε, με εξαίρεση το προσφυγικό συν μια νότα φρίκης, εδώ ή εκεί, εξαιτίας του χιλιοστού ψυχοπαθή που εισβάλλει σε κάποιο σχολείο, στις ΗΠΑ, και πυροβολεί κατά πάντων, απολύτως τίποτα δεν διαφεύγει απ' την τάση συρρίκνωσης του ρεπερτορίου των ειδήσεων, που οδηγείται στον αέναο μονοθεματικό αυνανισμό των πικρών διαπιστώσεων, τουτέστιν στα ίδια και στα ίδια επανερχόμενα κοινότοπα μοτίβα της μιζέριας και της απόγνωσης για την οποία φταίει τάχα το πρωτογενές έλλειμμα ή το PSI και όχι το ότι οι άνθρωποι ξέχασαν τι σημαίνει να ζεις. Αναδεικνύεται τότε κάτι που μοιάζει με κόλλημα του δίσκου στο πικάπ της δυστυχισμένης εθνικής συνείδησης, εν ονόματι της οποίας διεκτραγωδείται ξανά και ξανά ο σισύφειος άθλος του μνημονιακού ρεαλισμού, με τους δανειστές να ζητούν της Παναγίας τα μάτια κι εμάς να προσποιούμαστε ότι παζαρεύουμε για την αύξηση της δόσης, και πάλι απ' την αρχή, ώσπου εξαφανίζεται ολοκληρωτικά απ' τον ορίζοντα οτιδήποτε δεν εγγράφεται στη λογιστική προσθαφαίρεση των διαφιλονικούμενων δισεκατομμυρίων.

 

Ήδη, ο όρος «κρίση» ακούγεται όλο και πιο σπάνια, καθώς ο μέσος Έλληνας συμφιλιώνεται σταδιακά με την ιδέα ότι τα κακά οικονομικά του προτεκτοράτου, ξέρετε, είναι μια κατάσταση ισόβιας αυτομαστίγωσης, πιθανότατα απολαυστικής, όπως συμβαίνει μ' εκείνους τους γέρους που διασκεδάζουν μιλώντας για τις αρρώστιες τους λες και πρόκειται για ερωμένες.

 

Τέτοια εξωτικά νούμερα δεν μας μεθούν πια με τον ιλιγγιώδη χαρακτήρα τους αλλά αναγράφονται στον λογαριασμό των εθνικών κοινοχρήστων, η δε αδυναμία να τα αποπληρώσουμε κάθε μήνα καταλήγει στον απαρηγόρητο οδυρμό ενός λαού που εκλιπαρεί για άφεση αμαρτιών γονατιστός στα πόδια του Πρετεντέρη και του Αυτιά. Ποτέ ο λεγόμενος δημόσιος πολιτικός διάλογος δεν ήταν τόσο ανέμπνευστος, τόσο ξένος προς οτιδήποτε πνευματώδες και τόσο ανίκανος να προσεγγίσει τον στοιχειώδη πλουραλισμό των ενδιαφερόντων που θα ήταν εξ υποθέσεως συνώνυμος της περισκοπικής ματιάς του ανθρώπινου όντος. Ήδη, ο όρος «κρίση» ακούγεται όλο και πιο σπάνια, καθώς ο μέσος Έλληνας συμφιλιώνεται σταδιακά με την ιδέα ότι τα κακά οικονομικά του προτεκτοράτου, ξέρετε, είναι μια κατάσταση ισόβιας αυτομαστίγωσης, πιθανότατα απολαυστικής, όπως συμβαίνει μ' εκείνους τους γέρους που διασκεδάζουν μιλώντας για τις αρρώστιες τους λες και πρόκειται για ερωμένες.


Συνεπεία των παραπάνω, η σκηνή της δημοσιονομικής επικαιρότητας κάνει κάθε θεματολογική λοξοδρόμηση να δείχνει όλο και πιο ανεπίκαιρη ή σαν ξένο σώμα, ενώ ευνοείται, π.χ. τηλεοπτικά, η αναδιάταξη των πραγμάτων σε πολλές παράλληλες ζώνες που αφήνουν η μία την άλλη άθικτη. Επομένως, ίσως είναι καιρός να ακούσουμε ξανά τους ποιητές, εφόσον είναι οι μόνοι που μπορούν να αποκαταστήσουν, έστω αμυδρά φωτισμένη, μιαν ιδέα περί ολότητας. Να τους ακούσουμε όχι μόνον σαν κάτι αλλότριο προς τον αεροστεγή χώρο αντήχησης των αριθμών που εμπλέκονται στην παραληρούσα οικονομική δυσπραγία των καιρών, αλλά πρωτίστως σε μια σχέση αντιδικίας με την τελευταία και σε πείσμα του μονολόγου που αυτή εκπέμπει. Για να χαριτολογήσουμε, αν γίνεται τόσος λόγος περί τα οικονομικά, μπορείς να προστατευτείς έχοντας σε θέση φυλακτού το λεπταίσθητο ποίημα για το χρήμα που ο Χάρης Μεγαλυνός συμπεριέλαβε σ' εκείνο το σπουδαίο βιβλίο του με τίτλο Στο δρόμο της χώρας, κι όπου η ποίηση, πριν ο ψίθυρος σβήσει στις διακυμάνσεις της επανάληψης, αναζωπυρώνεται σε μιαν ύστατη αναλαμπή σαν το φώσφορο.