ΠOΛΛΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΛΕΣ ακόμα στέκονται πάντα με καχυποψία απέναντι σε αυτό το «ελληνικό #MeToo», όπως έσπευσε να το βαφτίσει η δημοσιογραφική σκηνή, που συνηθίζει τέτοιους παραλληλισμούς. Κάποιοι δεν άργησαν να μιλήσουν για επιλεκτικότητα και αποσιώπηση των εκμεταλλευτικών και καταχρηστικών σχέσεων σε άλλους εργασιακούς χώρους.

 

Άλλοι, πάλι, μίλησαν ειρωνικά και προσβλητικά για δεύτερης τάξης καλλιτέχνες που θέλουν να πάρουν εκδίκηση από «ιερά τέρατα» και αναγνωρισμένους. Κάποιοι, επίσης, ανακίνησαν το γνωστό θέμα της συλλογικής μας υποκρισίας: υποκριτικά, λένε, συντάσσονται όσοι δηλώνουν συμπαράσταση στις καταγγέλλουσες, διότι, συνεχίζουν, «έτσι κάνουν όλοι» ή έτσι έχουν τα πράγματα, από αρχαιοτάτων χρόνων, στις ανθρώπινες σχέσεις.

 

Βλέπουμε, τέλος, τη χειρότερη εκδοχή προσέγγισης των κακοποιητικών ιστοριών: την προσπάθεια να χωρέσουν όλα αυτά στο δίπολο δεξιά-αριστερά, σε μια στρατοπεδική διαίρεση, όπου από τη μια παρελαύνουν αρεστοί της κυβέρνησης και από την άλλη πραγματικοί/αδικημένοι καλλιτέχνες και αντιστρόφως.


Πιστεύω πως όλες οι παραπάνω καχύποπτες και συχνά μικρόψυχες εκδοχές είναι ασήμαντες μπροστά στο ίδιο το γεγονός. Προτείνω να μην τους δώσουμε πολύ χώρο, αφού αποπροσανατολίζουν τη συζήτηση. Γιατί οι μεταβολές των ηθών και η αναθεώρηση των κοινωνικών τρόπων είναι πολύ πιο σημαντικές από την κουτσομπολίστικη διάσταση που παίρνουν τα μεμονωμένα «περιστατικά» στην ακόρεστη δημοσιότητα.

 

Οι μαρτυρίες δείχνουν, πράγματι, αυτό που ήδη ήξεραν πολλοί ή, έστω, το υποψιάζονταν. Αυτό όμως, το ότι το κατονομάζουν και το εκθέτουν ως δημόσιο πρόβλημα αξιοπρέπειας και αυτοσεβασμού, είναι μεγάλη υπόθεση. Κυρίως για εκείνους και εκείνες, άνδρες και γυναίκες, που αναπαράγουν τον μύθο του «αρσενικού παλιάς κοπής» ή τη μεταφυσική του ιερού τέρατος της τέχνης, της γνώσης και της αυθεντίας.


Αν υπάρχει ένας πραγματικός κίνδυνος εδώ, αυτός έχει περισσότερο να κάνει με τη σκηνή όπου γνώμες, κρίσεις, πληροφορίες και σχόλια συνθέτουν ένα χαοτικό σύνολο. Ένας από τους πιο ενδιαφέροντες Γάλλους κοινωνιολόγους αυτής της περιόδου, ο Ζεράλ Μπρονέ (Gerald Bronner), έχει μιλήσει κατ' επανάληψη για τη «γνωστική αγορά», παράλληλα με την αγορά προϊόντων και υπηρεσιών. Η γνωστική αγορά (marché cognitive) είναι αυτή που υποδέχεται τις πεποιθήσεις μας, τις ιδέες μας, την άποψη του καθενός και της καθεμιάς σε έκταση και ένταση που δεν έχουν πια κανένα προηγούμενο στην ανθρώπινη Ιστορία.

 

Όταν, όπως συμβαίνει τώρα, αυτή η αγορά είναι ακραία απορρυθμισμένη και άναρχη, κάθε ανορθολογική δοξασία εμφανίζεται, ως προϊόν, πιο ελκυστική από μια επιστημονική εκτίμηση που σέβεται την αβεβαιότητα και εκφράζεται με πιο σύνθετους όρους. Σε μια άναρχη γνωστική αγορά, ο θόρυβος ενός συρμού μπορεί να καταπλακώσει την ευθυκρισία και τη λογική των επιχειρημάτων.

 

Για να επιστρέψω στο γεγονός της αποκάλυψης πρακτικών σεξουαλικής και εξουσιαστικής κατάχρησης, ο μόνος κίνδυνος είναι να αλεστεί κι αυτό μέσα στην άναρχη ελληνική «γνωστική αγορά». Το ίδιο το γεγονός που συντελείται, όμως, είναι πολύτιμο και αξίζει όλα τα ρίσκα: κομμάτι μιας δημοκρατικής μεταβολής των ηθών και της συνειδητοποίησης πως η βία, σε όλες της τις εκδοχές, πολιτικές ή διαπροσωπικές, πρέπει να ελεγχθεί, να αποδοκιμαστεί, να πάψει να συνιστά «κοινό» ή «ένοχο» μυστικό.

 

Αυτό πιστεύω πως προσφέρουν τώρα γυναίκες όπως η Μπεκατώρου, η Μπότση, η Αναστασοπούλου, η Δροσάκη και όσοι και όσες παίρνουν την ευθύνη να μιλήσουν. Δεν προσφέρουν «πιπεράτες λεπτομέρειες» στους κουρασμένους και εκνευρισμένους Έλληνες της καραντίνας. Κάνουν κάτι που πάει πέρα από τη φαιδρότητα και τη γνωστή αλητεία των πρωτοσέλιδων του trash Τύπου, κάτι που υπερβαίνει την κατανάλωση προσωπικών εξομολογήσεων, που διαθέτουν πάντα μεγάλο κοινό.

 

Τι προσφέρουν; Εκθέτουν τεχνικές εξουσίας και κυριαρχίας, που με πρόσχημα είτε τη μαθητεία στην τέχνη, είτε τη διατήρηση στον χώρο του ανταγωνιστικού αθλητισμού, είτε με άλλες αφορμές, κατοχύρωσαν άθλιες και κακοποιητικές συμπεριφορές. Οι μαρτυρίες δείχνουν, πράγματι, αυτό που ήδη ήξεραν πολλοί ή, έστω, το υποψιάζονταν. Αυτό όμως, το ότι το κατονομάζουν και το εκθέτουν ως δημόσιο πρόβλημα αξιοπρέπειας και αυτοσεβασμού, είναι μεγάλη υπόθεση. Κυρίως για εκείνους και εκείνες, άνδρες και γυναίκες, που αναπαράγουν τον μύθο του «αρσενικού παλιάς κοπής» ή τη μεταφυσική του ιερού τέρατος της τέχνης, της γνώσης και της αυθεντίας.

 

Υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο αυτή η προσφορά να κακοπέσει, να παραμορφωθεί σε ανταγωνισμούς μέσα στα σινάφια ή στις μηδενιστικές μάχες των κομματικών τρολ που μετατρέπουν τα πάντα σε τοξικά απόβλητα. Το ρίσκο είναι υπαρκτό και, με δεδομένη την πολωτική κατασκευή της ελληνικής δημόσιας σφαίρας, θέλει προσοχή. Υπάρχει, επίσης, ένας μικρός (όμως) κίνδυνος από ακραίες και «ριζοσπαστικές» απόπειρες οικειοποίησης των αποκαλύψεων. Να γίνουν, ας πούμε, αφορμή για να στηθεί και ένας χορός ισοπέδωσης που βλέπει παντού σεξιστικά τέρατα, ακόμα και εκεί όπου πρέπει να αναζητηθούν συμμαχίες και κοινοί τόποι.


Όμως η στιγμή της απελευθέρωσης του λόγου έχει μια δική της ηθική σημασία. Γιατί, τελικά, υπερασπίζεται τη διαφορά της αυθεντίας από την εξουσιαστική κυριαρχία, τη διαφορά του έρωτα από τον εκβιασμό, τη διαφορά της μαθητείας και της συνεργασίας από τον σαδισμό και τις ασκήσεις επιβολής. Στην κοινωνική και εργασιακή μας ζωή βρισκόμαστε μέσα σε ιεραρχικές σχέσεις και ρόλους όπου τα υποκείμενα δεν διαθέτουν ίση δύναμη, αντικειμενικά. Στη σχολική ζωή, στις επιχειρήσεις, στη σχέση μας ως ενήλικων με τα παιδιά μας. Οι άνισες δυνάμεις, όμως, δεν δίνουν το πράσινο φως για βία, κατάχρηση και εκβιαστικές ψευτοσυναινέσεις. Γιατί υπάρχει ένας άλλος ορίζοντας, αυτός της ίσης αξιοπρέπειας που κάνει δυνατό τον αυτοσεβασμό.

 

Θα πει κανείς πως οι συγκεκριμένες ιστορίες που ακούμε δεν έχουν τέτοιες θεωρητικές φιλοδοξίες. Απλές καταγγελίες είναι για κάποιους συγκεκριμένους ανθρώπους, σε συγκεκριμένα συμφραζόμενα. Αυτό όμως θα ήταν ήττα, δηλαδή το να σταθούμε μόνο στον θόρυβο των περιπτώσεων, στον μηχανισμό των δημοσιεύσεων ως σκανδάλων. Σκάνδαλο είναι εκείνες οι κοινωνικές σχέσεις και οι κώδικες εξουσίας που έχουν καθηλωθεί στη βαναυσότητα και, σε μεγάλο βαθμό, οργάνωσαν την ανδρική κυριαρχία μέσα σε διάφορους χώρους. Και αυτό που συντελείται τώρα, έστω με αποσπασματική μορφή, μπορεί να ξεκλειδώσει σημαντικές αλλαγές.

 

Σε έναν βαθμό, άλλωστε, έχουν υπάρξει αλλαγές αθόρυβα. Για παράδειγμα, πιστεύω βαθιά ότι οι γενιές των νεότερων πανεπιστημιακών –και θα πάω πίσω, ήδη στο 2000– έχουν αφήσει πίσω τους την κληρονομιά των παλαιότερων, ιδίως των ανδρών της πρώτης μεταπολιτευτικής γενιάς των καθηγητών που συχνά ταύτιζαν τη συμβολική τους αναγνώριση με πράξεις υποταγής των γύρω τους. Η κουλτούρα των πρώτων baby boomers της γενιάς του '68 είχε στο κέντρο της, παρά τον ενδεχόμενο πολιτικό της ριζοσπαστισμό, την επιβολή σε «αδύναμους» και εξαρτημένους τρίτους. Και τα τραύματα και οι ματαιώσεις που δημιούργησαν αυτοί οι κώδικες επιβολής είναι αναμφίβολα ένα από τα άγραφα κεφάλαια των τελευταίων δεκαετιών.


Νομίζω όμως ότι η κουλτούρα της επιβολής, παρότι επιβιώνει ή μεταβιβάζεται και σε νεότερους, έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα. Ήδη είναι ένα σύννεφο από παλιές ιστορίες, ανέκδοτα, αφηγήσεις που δεν ηχούν πια ως γραφικές αναμνήσεις αλλά ως σκιές μιας άλλης εποχής. Ίσως είμαι υπερβολικά αισιόδοξος, αλλά βλέπω πως το «παλιάς κοπής αρσενικό» δεν πείθει, ούτε εμπνέει. Μπορεί να υπάρχει πάντα κοινωνικά, να το αντιγράφουν δεκαπεντάρηδες στους σεξισμούς του ΤikΤοk, να το νοσταλγούν πολλοί ως ένα αποκούμπι απέναντι στη γυναικεία πολυπλοκότητα, δυσκολεύεται όμως να βρει πραγματικούς συνεχιστές και κυρίως επιχειρήματα. Καμιά κυριαρχία δεν μπορεί να αντέξει για πολύ, αν δεν βρίσκει «επιχειρήματα» που τη δικαιολογούν, την εξωραΐζουν ή τη συγκαλύπτουν.


Όσα συμβαίνουν, λοιπόν, αυτές τις μέρες στη χώρα, με όλες τις αβεβαιότητες που τα συνοδεύουν, μιλούν εν τέλει για το είδος κοινωνίας που θέλουμε να ζούμε. Το ερώτημα δεν είναι για κάποιους «καλούς» και «κακούς» σε μια ρηχή ηθικολογική αρένα, μα κάτι διαφορετικό: για τις δυνατότητες πραγματικής ελευθερίας που, για να υπάρχει, χρειάζεται απαλλαγή από τον φόβο, τον εκβιασμό και την ταπείνωση. Από δω μπορούμε να πιαστούμε για να μετρήσουμε στη συνέχεια επιτυχίες και αποτυχίες αυτής της κοινωνίας και των θεσμών της.