Παρακολουθώντας κανείς τις πέντε ταινίες της σειράς Mission Impossible με τον Τομ Κρουζ, αντιλαμβάνεται αμέσως ότι, αναπόφευκτα, το μοντάζ της καθεμιάς απ' αυτές είναι ταχύτερο από εκείνο της προηγούμενης· καθώς η ίδια η εποχή επιταχύνεται από ώρα σε ώρα, ενώ η συνείδηση η εξαρτημένη από το μάτι γίνεται, εξ αντιδιαστολής, όλο και πιο αδρανής, συνάμα δε νευρική στο έπακρο, η εκτύλιξη της πλοκής καταλήγει πιο γρήγορη από κάθε κριτική της επανάπαυσης, κατόπιν ΑΚΟΜΗ πιο γρήγορη και, τέλος, ιλιγγιώδης, στα όρια μιας τρομώδους αποσύνθεσης των ψηφίδων της, πρακτικά ισοδύναμης μ' εκείνη των βιντεοπαιγνιδιών – ώσπου, αίφνης, ω του θαύματος, ο ρυθμός της πέμπτης ταινίας παύει να είναι φρενήρης και επιβραδύνεται αισθητά λες και δίνεται εντολή άνωθεν για την αποκατάσταση του δικαιώματος του θεατή στο να συντονίζεται νοσταλγικά με τη νωθρότητα ενός αργοπορημένου στοχασμού. Πλην, είναι όντως πολύ αργά για δάκρυα· η σκέψη έχει ήδη μουδιάσει απ' την επιτάχυνση και μετατράπηκε σε απόβλητο.

 

Αναλόγως, αν και λιγότερο φανερά, οι ταινίες της σειράς Τζέιμς Μποντ ερωτοτροπούν μ' αυτό το ανώνυμο όριο των υψηλών ταχυτήτων όπου ο ενεστώτας, ως έδρα της δράσης, σπεύδει στο ραντεβού με το αμέσως προσεχές μέλλον δι' εκτινάξεως, συνεπεία δε αυτού εξανεμίζεται ένα μόλις δευτερόλεπτο πριν απ' την αναπροσαρμογή των ρεφλέξ του θεατή· στο Spectre, που βγήκε στις αίθουσες πριν από μερικές εβδομάδες, οι στροφές έχουν κιόλας αρχίσει να πέφτουν, λες και ο Μποντ επιστρέφει, σταδιακά, σ' ένα είδος μακάριου κινηματογραφικού καθεστώτος που υπόσχεται να διαρκέσει επ' άπειρον: ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΙΝΕΙΣΑΙ ΤΑΧΥΤΕΡΑ ΑΠ' ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗΝ ΤΑΧΥΤΗΤΑ. Ο ήρωάς μας ακολουθεί κατά πόδας την αντεπίθεση της τεχνολογίας, ώστε να βρίσκεται μόνιμα, π.χ. στο επίπεδο των ειδικών εφέ, ένα βήμα μπροστά απ' τις εξελίξεις, όμως το ένα αυτό βήμα δεν μπορεί να διπλασιαστεί χωρίς ο τελευταίος να αποσυναρμολογηθεί θέτοντας σε κίνδυνο ολόκληρο το εγχείρημα. Ναι μεν αληθεύει πως, όταν τρέχεις με ταχύτητα σφαίρας, είναι μάλλον απίθανο να σου βγει μια άλλη σφαίρα από τ' αριστερά, υπάρχει όμως κάτι σαν φράγμα του ήχου και στο φράγμα αυτό είχε ακινητοποιηθεί ο σκηνοθέτης με το Skyfall το 2012. Άρχισε τότε η αναδίπλωση.

 

Ποιος δεν αισθάνθηκε απογοήτευση βλέποντας ύστερα από χρόνια μια ταινία που τον είχε κάποτε καθηλώσει;


Διότι, το ξέρουμε, ο θεατής του κινηματογράφου δεν κατορθώνει να αντλήσει απόλαυση ερήμην του εθισμού στις υψηλές ταχύτητες της εποχής, αυτές που σήμερα συμπαρέσυραν τη μυθοπλασία στο οριστικό της αδιέξοδο, και το άγχος του κορυφώνεται εις αναζήτησιν μιας ικανοποίησης που πρέπει πάση θυσία να προκαταβάλλεται: η δίψα για επιταχυνόμενη κίνηση κάνει όλα τα παρωχημένα στυλ κινηματογραφικής καταδίωξης να μοιάζουν με ρομαντικούς περιπάτους. Ποιος δεν αισθάνθηκε απογοήτευση βλέποντας ύστερα από χρόνια μια ταινία που τον είχε κάποτε καθηλώσει; Τώρα η ταινία ασθμαίνει κυριολεκτικά απ' το βάρος που εναπόθετε πάνω της η απομυθοποιητική επιρροή της τελικής φάσης του πολιτισμού των εικόνων· εδώ, το ωστικό κύμα της Ιστορίας εφορμούσε ραγδαία κατά πάντων ώσπου η πραγματικότητα έμπαινε στην τροχιά εκείνου του απόλυτα γαλήνιου και σιωπηλού διαστήματος όπου η ταχύτητα του φωτός ήταν ένας αθόρυβος τρόμος. Αυτό ήταν επίσης το όριο που υψώθηκε με το Spectre.


Τον Ιούλιο του 1981, στην Κέρκυρα, το καταδιωκόμενο κίτρινο ντεσεβό του Ρότζερ Μουρ (For your eyes only) κόβει το νήμα, κλασικά, με τον τρόπο με τον οποίο η χελώνα του Ζήνωνα επιβάλλεται στον Αχιλλέα· 25 χρόνια αργότερα, στο Casino Royale, το καθιερωμένο εναρκτήριο κυνηγητό που εξαπολύει ο Μποντ στη Μαδαγασκάρη, πίσω από κείνον τον τρομοκράτη, είναι ένα έξοχο υπόδειγμα κινηματογραφικού μοντάζ, το σινεμά ως λαϊκή τέχνη, δηλαδή ως τεχνική μάγευσης του βλέμματος, αγγίζει πλέον το ζενίθ της απόδοσής του. Πόσο πιο γρήγορο να είναι το κυνηγητό των αυτοκινήτων στο Quantum of Solace (2008); Πόσο πιο γρήγορο να είναι το κυνηγητό στις στέγες και πάνω στην οροφή του τρένου, στο Skyfall (2012); Αν ισχύει ότι αυτό το τελευταίο κόστισε στον Μποντ μια ολιγοήμερη επίσκεψη στον Άδη, αξίζει ενδεχομένως να ενοχοποιήσουμε την ύβρη της ίδιας της επιτάχυνσης ως αυτοκαταστροφικής μοίρας των καιρών.

 

Άλλωστε, εκείνο που παραμένει πρόδηλο, εξού και δεν το παρατηρεί κανείς, είναι ότι ο Μποντ, μέχρι τουλάχιστον την κινηματογραφική του ενηλικίωση με το Casino Royale, είναι κάποιος που κυνηγιέται απ' τους κακούς, τους οποίους συνήθως προσεγγίζει σε απόσταση αναπνοής μέχρις ότου τον εντοπίσουν αναγκάζοντάς τον να τραπεί σε φυγή· απ' το 2006, όταν παίρνει τη σκυτάλη ο Ντάνιελ Κρεγκ, ο Βρετανός πράκτορας παύει να κυνηγιέται και αρχίζει να κυνηγάει ΕΚΕΙΝΟΣ τους κακούς διά ξηράς και θαλάσσης, από τα θέρετρα της Καραϊβικής ως τις πλαγιές των Άλπεων· ήταν σαν ο κυνηγημένος, επιταχύνοντας, να απομακρύνεται τόσο πολύ απ' τον κυνηγό, ώστε, διαγράφοντας έναν πλήρη κύκλο πέριξ ενός σφαιρικού πλανήτη, να βρίσκεται εντέλει πίσω απ' τον διώκτη πλησιάζοντάς τον απειλητικά: προτού καν το συνειδητοποιήσει, ο κυνηγός έχει γίνει το θήραμα. Μ' άλλα λόγια, η αύξηση των τιμών της ταχύτητας επηρεάζει τον μύθο με μια παράδοξη αντιστροφή την οποία ακολουθεί το ίδιο το σινεμά επιστρέφοντας στροβοσκοπικά, ή σαν σε στάσιμο κύμα, εκεί όπου η ταχύτητα δεν αντιπροσώπευε ακόμη μιαν απαγορευτική προϋπόθεση για το βλέμμα αλλά ήταν συνέταιρός του στην ψυχαγωγία: μόνον που, τώρα, αυτό είναι ένα ψέμα και το γνωρίζουν όλοι· το βλέμμα έχει χάσει την παρθενιά του.


Ο αυτεπίστροφος κύκλος που κάνει ο Μποντ, το 2006, με την Αston Μartin έξω από κείνο το Καζίνο στις Μπαχάμες, φτάνοντας, τρόπον τινά, ακαριαία εκεί όπου το εκεί εννοείται ανεπισήμως ως ΕΔΩ, αποδεικνύεται προφητικός. Το σινεμά δεν τελειώνει με τον Ντεμπόρ ούτε με τον Γουόρχολ· το σινεμά δυστυχώς δεν τελειώνει ΚΑΝ: προσκρούει σ' ένα έσχατο όριο, σ' ένα υπερπέραν μυθικών ταχυτήτων, και αντανακλάται συναντώντας κατά την παλινδρόμηση τον εαυτό του και αγκυροβολώντας στις ποικίλες λιμνάζουσες κληρονομιές και φάσεις του παρελθόντος. Από κει και η αίσθηση της αχρονικότητας που πλήττει τους πάντες και τα πάντα και που το Διαδίκτυο αποτέλεσε το τελετουργικό της θέατρο.

 

www.paradoxa.gr