Τυπικά, η αυτοβιογραφία του Πωλ Βεν «Και στην αιωνιότητα δεν θα πλήττω» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις της Εστίας σε μετάφραση Γιώργου Καράμπελα είναι η εξιστόρηση του πιο φημισμένου ίσως ιστορικού της Ρώμης και γνωστού αρχαιολόγου, ο οποίος άλλαξε τα δεδομένα στη γαλλική πανεπιστημιακή κοινότητα και στην επιστήμη του εν γένει. Ουσιαστικά, όμως, πρόκειται για το ειλικρινές, σε σημείο που να μοιάζει με μανιφέστο, παραδειγματικό αφήγημα ενός ανθρώπου που προσπάθησε να σπάσει τα καλούπια της θέσης ή της καταγωγής του και να αποδείξει πως η ζωή, όπως και οι επιστήμες, δεν πρέπει ποτέ να χρωματίζεται από προκαταλήψεις.

 

Γεννημένος σε μια επαρχιακή πόλη της Προβηγκίας, παιδί μιας εύπορης οικογένειας εμπόρων και υποστηρικτών των Γερμανών την περίοδο της γαλλικής κατοχής, από αντίδραση απέκτησε, κατά τα φοιτητικά του χρόνια, την κάρτα μέλους του Κομμουνιστικού Κόμματος, χωρίς όμως να τον εκφράσει ποτέ ιδεολογικά η Αριστερά, ενώ παραδέχεται, κατά το παράδειγμα του στενού του φίλου Μισέλ Φουκό, πως είχε πάντα μια ροπή προς τον σκεπτικισμό. Αντί για άρνηση, όμως, η αμφισβήτηση αυτή περισσότερο είχε να κάνει με την αντίσταση σε οτιδήποτε παραδεδομένο και φανερό, γεγονός που τον έκανε να αποκρυπτογραφεί διαρκώς, από τις ρωμαϊκές πινακίδες, με τις οποίες είχε μανία από μικρός, μέχρι συλλογικές συμπεριφορές και αντιδράσεις.

 

Ο ίδιος λέει, καίτοι άθεος, ότι είχε μια τέτοιου είδους μεταφυσική εμπειρία κατά τη διάρκεια μιας ερωτικής πράξης και κατά τη συγγραφή ενός κειμένου, καταλήγοντας να τη θεωρεί συνώνυμη του μεταφυσικού τρόπου με τον οποίο εξερευνούσε κινήσεις, συμπεριφορές, ακόμα και αρχιτεκτονήματα.

 

Ήταν, άλλωστε, αυτός που κατέληξε στην εννοιολογική αποκρυπτογράφηση των καθημερινών συνηθειών, για την ακρίβεια των έξεων ‒είναι γνωστή η μελέτη του για τον «ευεργετισμό» των Ρωμαίων, την οποία αναλύει στο βιβλίο‒, και, ξεπερνώντας ακόμα και τη Σχολή των Ανάλ, όσον αφορά τη σύνδεση πολιτιστικών δεδομένων και ιστορικών αναγκών, συγκρότησε την εισήγησή του για τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό μέσα από τη μελέτη των καθημερινών πρακτικών που ήταν κοινοί από την αρχαιότητα έως τους δύο τελευταίους προχριστιανικούς αιώνες. Ο ίδιος παραδέχεται ότι από την ανάγκη του να μην υπακούει σε καμία σχολή και κανένα ιδεολογικό ρεύμα, αλλά και να μην έχει κανέναν δάσκαλο, υπήρξε πραγματικά αγνώμων απέναντι στον Ρεϊμόν Αρόν, ο οποίος τον ανέδειξε σε επιστήμονα και τον βοήθησε να αποκτήσει θέση στο Κολέγιο της Γαλλίας το 1975. Ίσως ήταν κι αυτός ένας τρόπος χάραξης του προσωπικού βίου ως μορφή διαρκούς αμφισβήτησης σε μια εποχή χρωματισμένη από ιδέες και υποταγμένη στη βία, την ασχήμια και τον πόλεμο.

 

Εκτός, όμως, από ένα ανεξάντλητο ταξίδι στη «λογιοσύνη», όπως την αποκαλεί ο ίδιος, η οδύσσεια του 88χρονου σήμερα Πολ Βεν, που διασχίζει σχεδόν ολόκληρο τον 20ό αιώνα και τις αρχές του 21ου, συνιστά ένα τολμηρό άνοιγμα σε οτιδήποτε λόγιο και γοητευτικό κρύβει μια ανιδιοτελή, όπως θα έλεγε και ο Καντ, εμμονή με την ομορφιά. Έτσι, σε κάθε βήμα και σε κάθε περιγραφή του αναδύεται το συμβολικό σύστοιχο ενός μύθου που έρχεται να επιβεβαιώσει με αλληγορικό τρόπο τη σκέψη του. Μιλώντας, π.χ., για τους ομοφυλόφιλους, ως επί το πλείστον, φίλους του, παραπέμπει στον μύθο του Δία με τον Γανυμήδη ή αναδεικνύεται κάποιος στίχος που δείχνει πως στην αλήθεια αντιπαρατίθενται πάντα το μυστικό και η έκσταση.

 

Ο ίδιος λέει, καίτοι άθεος, ότι είχε μια τέτοιου είδους μεταφυσική εμπειρία κατά τη διάρκεια μιας ερωτικής πράξης και κατά τη συγγραφή ενός κειμένου, καταλήγοντας να τη θεωρεί συνώνυμη του μεταφυσικού τρόπου με τον οποίο εξερευνούσε κινήσεις, συμπεριφορές, ακόμα και αρχιτεκτονήματα. Στα μάτια του η λατρεμένη του Σάντα Μαρία Ματζόρε στο Εσκουιλίνο αποκτά θεία χαρακτηριστικά με τους λεπτούς, φίνους ιωνικούς κίονές της και τη «χωρίς περιστροφές απλότητα» και γίνεται ερωτικό πρόσωπο, ενώ αποκαλυπτικά του υπερβατικού στοιχείου είναι ακόμα και τα χρώματα. Π.χ. το απέραντο γαλάζιο που αντίκρισε στις ακτές της Νάπολης είναι το ίδιο με το «λαμπερό γαλάζιο ενός παλατιού στην πομπή του Θριάμβου της Φλώρας», ένα γαλάζιο που, σύμφωνα με τα δικά του λόγια, είχε να το δει «απ' την κηδεία του Πολ Ελιάρ στο Παρίσι, τέσσερα χρόνια νωρίτερα, όπου, χαμένος μέσα στον κόσμο, διέκρινα κάπου από μακριά, στην κεφαλή της πομπής, την Ντομινίκ Ελιάρ να στηρίζεται στον Αραγκόν και δίπλα τους τον Πικάσο, τυλιγμένο σε μια εσάρπα, της οποίας το συναρπαστικό μπλε τραβούσε ακατανίκητα τα βλέμματα καταμεσής όλης εκείνης της βυθισμένης στο πένθος πολυκοσμίας».

 

Ακόμα και οι στίχοι που ανιχνεύει με πάθος στην ποίηση του αγαπημένου του Ρενέ Σαρ, τον οποίο γνωρίζει τελικά από κοντά χωρίς να τον απομυθοποιήσει, δείχνουν να αποκτούν τη δύναμη που έχει το κίτρινο των χρυσανθέμων του Βαν Γκογκ ή η κίνηση στα φρούτα του συντοπίτη του Σεζάν. Σχεδόν κάθε περιστατικό της ζωής του θα μπορούσε να είναι κομμάτι ενός αρμονικού πίνακα ή ένα απόσπασμα από ένα συγκλονιστικό μελόδραμα και δεν είναι τυχαίο πως, παραπέμποντας στις στιγμές του θανάτου της αυτοκτονικής δεύτερης γυναίκας του, Εστέλ, ή άλλων δραματικών στιγμών, εγκαλεί, όπως και ο Σαίξπηρ, «τα πεθαμένα χρόνια/ Στο βουβό δικαστήριο των συλλεγμένων ονείρων». Άλλωστε, αποκαλεί και την ίδια σαιξπηρική, όπως και κάθε στιγμή της ζωής του, ανάμεσα σε μυθικά πρόσωπα και εκρηκτικές καταστάσεις ‒Β' Παγκόσμιος, Μάης '68 κ.λπ.‒ που τον μετέτρεψαν, αν όχι σε έναν εκκεντρικό που συνήθιζε να κρέμεται με το ένα χέρι από ύψος τριών μέτρων μπροστά στα μάτια των έντρομων μαθητών του, σίγουρα σε έναν θυελλώδη ερευνητή των ανθρωπίνων πράξεων.

 

Κάτι που συνειδητοποιούσε απόλυτα, όταν δημοσίευε ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα και ρηξικέλευθα κείμενά του, το «Πώς γράφουμε την Ιστορία - Δοκίμιο Επιστημολογίας», επιμένοντας, ακόμα και στην αυτοβιογραφία του, πως αυτό που πρωταγωνιστεί στην Ιστορία δεν είναι η αναγκαιότητα αλλά το απρόβλεπτο των αντιδράσεων των ανθρώπων: «Αυτό σήμαινε πως δεν υπήρχαν νόμοι της Ιστορίας, ό,τι κι αν ισχυρίζονται απατηλά οι ανθρωπιστικές "επιστήμες": στη γη των ανθρώπων δεν υπάρχουν παρά μόνο περίπλοκες "ίντριγκες", σαν εκείνες των κωμωδιών και των τραγωδιών, όπου αναμειγνύονται υλικές συνθήκες, ανθρώπινοι ρόλοι και μια δόση τύχης».

 

Αυτό ήταν για εκείνον το γοητευτικό στοιχείο της ανθρώπινης Ιστορίας που έδινε τη δυνατότητα στον καθένα, ξεφεύγοντας από τους ντετερμινιστικούς παράγοντες, να αναχθεί, όπως ο Οιδίποδας ή οι αγαπημένοι του Ρωμαίοι μονομάχοι, σε ουσιαστικό ήρωα. Σάμπως, τελικά, όταν περιγράφει τον Ρενέ Σαρ, δίνοντάς του τα χαρακτηριστικά του ρομαντικού μισανθρώπου, να προσπαθεί να ορίσει ή να ξεπεράσει τον ίδιο του τον εαυτό ‒ και ο ίδιος λέει ότι το έκανε, ξεπερνώντας ακόμα και την ασχήμια του: «Το πιο διασκεδαστικό ήταν πως αυτή η αρκούδα έκρυβε μέσα της ένα αηδόνι. Πέρα από την αγάπη του για τη φύση, το μόνο που ονειρευόταν ήταν αρμονία, γλύκα, χάρη, βακχικές σκηνές του Πουσέν, μουσικές του Μότσαρτ. Στο τηλέφωνο, άρχιζε ξαφνικά να μιλά σαν σε όνειρο και, ξεχνώντας τον συνομιλητή του, να λέει πράγματα ωραία κι ασύλληπτα σ' αυτή την ερμητική γλώσσα που μόνο εκείνος μιλούσε». Ή, όπως θα έλεγε ο ίδιος για τον εαυτό του, παραπέμποντας στον Άγιο Ιωάννη του Σταυρού: «Ξέρω καλά, εγώ, την πηγή που κυλάει και τρέχει/ Παρά τη νύχτα...». Και αυτή η πηγή εξακολουθεί να δροσίζει τους αποδέκτες των επιστημονικών του ανακαλύψεων και της όμορφης γλώσσας του ‒βλέπε το πρόσφατο βιβλίο του για την Παλμύρα‒ έως σήμερα.


Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO