Το θέμα της πίστης δεν αφορά μόνο την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του Θεού αλλά και έναν άλλο, πιο παρηγορητικό τρόπο αντίληψης του κόσμου. Τρεις νέες εκδόσεις επαναφέρουν το ζήτημα της πίστης.

 

Πολύ σωστά ο Τσέλαν συνέδεσε το ερώτημα του παραλόγου της ύπαρξης με τη θρησκευτικότητα, διερωτώμενος πώς μπορεί, αλήθεια, να πιστεύει κανείς όταν έχει δει να επικρατεί η φαυλότητα στον κόσμο.

 

Στην ποίησή του συνοψίζεται το κακό αιώνων και τα σταυρωμένα σώματα ή τα πεσμένα στις εκατόμβες μοιάζουν «σαν να 'τανε το σώμα καθενός μας σώμα σου, Κύριε», δείχνοντας την αδυναμία του ανθρώπινου νου να συλλάβει το μέγεθος της αχρειότητας.

 

Σε εποχές, μάλιστα, κατά τις οποίες η σκέψη δεν μπορεί να θέσει υπό κρίση τον κόσμο για να τον αλλάξει, η καταστροφή μοιάζει ολοσχερής.

 

 Ο πεσιμισμός του Εκκλησιαστή ενδεχομένως να μη συνάδει με την αισιοδοξία που επιβάλλει η ύπαρξη του άλλου κόσμου, αλλά είναι απολύτως σύμφυτος με την ανάγκη εξεύρεσης μιας άλλης πορείας, πιο φωτεινής και ζείδωρης

 

Επειδή ακριβώς η εκλογίκευση είναι αυτή που οδήγησε τον γύρω του κόσμο σε αποσύνθεση, ο Ντομένικο, ο αλλόκοτος ήρωας από την ταρκοφσκική Νοσταλγία, μοιάζει να βρίσκει το φως σαν τους πίνακες του Ρέμπραντ, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, σε μια διαφορετική μορφή επιφοίτησης.

 

Ανεβασμένος διόλου τυχαία στο άγαλμα του Μάρκου Αυρήλιου, στην κεντρική πλατεία της Ρώμης, αυτός ο ύστατος τραγωδός και νεόκοπος Μεσσίας, έχοντας προλάβει να δει κάποτε την αλήθεια και αδυνατώντας να ανεχτεί το κακό που επικρατεί στον κόσμο, αυτοκτονεί.

 

Για την ακρίβεια, αυτοπυρπολείται, μεταδίδοντας σαν σύγχρονος Προμηθέας τη φωτιά του στον πρωταγωνιστή της Νοσταλγίας, ώστε να μπορέσει, έστω και με την πιο μικρή της φλόγα, να φωτίσει τα πλήθη.

 

Αν τα λέμε όλα αυτά, είναι για να δείξουμε πως το θεοκρατικό ζήτημα δεν τελειώνει ποτέ με μια απλή απάντηση για την επικράτηση του θεού, την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του, αλλά με μια συνολικότερη στάση για τη δημιουργία, την αλήθεια, το καλό και το κακό, το μάταιο του κόσμου.

 

Κανείς δεν ξέφυγε από τα θεολογικά θέματα λέγοντας απλώς πως ο «Θεός έχει πεθάνει». Ακόμα και ο μεγαλύτερος αρνητής του χριστιανισμού, ο Νίτσε, άνοιξε τον δρόμο σε πολλούς θεολόγους ώστε να επαναπροσδιορίσουν πολλές απαντήσεις, ειδικά στον τομέα της Ηθικής.

 

«Θα μου χρωστάν ευγνωμοσύνη, αν συνοψίσω τούτη την ουσιαστική, νέα σύλληψη. Έτσι θα διευκολύνω την κατανόηση: έτσι θα προκαλέσω αντίλογο» γράφει προφητικά ο φιλόσοφος στο Λυκόφως των Ειδώλων (στην πλήρη και φροντισμένη έκδοση από τις εκδόσεις Gutenberg).

 

Και ποια ακριβώς είναι αυτή η νέα σύλληψη; Όπως λέει ακριβώς παρακάτω: «Το να μυθολογεί κανείς περί ενός "άλλου" Κόσμου δεν έχει κανένα νόημα: εκτός κι αν θέλουμε κατά βάθος να συκοφαντήσουμε τη ζωή, να τη μειώσουμε, να την ενοχοποιήσουμε: στην προκειμένη περίπτωση, την εκδικούμαστε με τη φαντασμαγορία μιας "άλλης" καλύτερης".

 

Ο Νίτσε, ως ένας ακόμη σαλός στην καρδιά του ευρωπαϊκού πολιτισμού, μίλησε με ακρίβεια για τις μεγάλες πλάνες του σύγχρονου πνεύματος, όπως η "πλάνη της ελεύθερης βούλησης", όπου κατηγορηματικά διατρανώνει πως σήμερα, διόλου δεν είμαστε "συμπονετικοί" με την "ελεύθερη βούληση", αφού την ξέρουμε δα – είναι το περιβόητο κόλπο των θεολόγων, που θέλουν, στηριζόμενοι πάνω της, να ρίξουν "ευθύνες" στην Ανθρωπότητα, δηλαδή να την κάνουν εξαρτημένη απ' αυτούς.

 

Εδώ θα εξηγήσω μόνον πού βασίζεται ψυχολογικά η απόδοση ευθυνών. - Γενικά, όποτε αναζητούνται ευθύνες, ενεργοποιείται το ένστικτο που θέλει να τιμωρεί καί να καταδικάζει.

 

Η αθωότητα του γίγνεσθαι πάει περίπατο, αν η οποιαδήποτε διάθεση ή κατάσταση –ό,τι γενικά συνιστά ύπαρξη– αναχθεί σε βουλήσεις, προθέσεις και υπεύθυνες πράξεις: ο ουσιαστικός σκοπός της θεωρίας περί βουλήσεως είναι να τιμωρεί... παναπεί να βρίσκει επί τούτω ενόχους».


Όσο παράδοξο και αν φαίνεται, με τη θεωρία του για την κατασκευή της ελεύθερης βούλησης ο Νίτσε επηρέασε μια σειρά από θεολόγους και ιερείς, όπως ο Φραντς Όβερμπεκ, οι οποίοι θέλησαν να κρατήσουν αποστάσεις από το ενοχοποιητικό και τιμωρητικό κλίμα ενός λουθηρανικού πνεύματος ή που θεώρησαν αρκετά περιοριστική την καντιανή κανονιστικότητα που επέβαλε ο προτεσταντισμός.

 

Αδιαφορώντας για τις επιταγές των κανόνων και αποκηρύσσοντας τον ανταγωνισμό, δηλαδή τη λογική ότι η γνώση οδηγεί στον Θεό ή ότι η πίστη πρέπει αναγκαστικά να συνδέεται με το αποτέλεσμα, οι θεολόγοι αυτοί έδειξαν να αναζητούν τις ρίζες του χριστιανισμού στα πρωτογενή μονοπάτια του.

 

Μόνο η ισότητα, η απογύμνωση από όλα και κυρίως από την ανάγκη για κυριαρχία που δίδαξε ο χριστιανισμός στα πρώτα του βήματα αποδίδουν δικαιοσύνη στον θάνατο και άρα στην αλήθεια της ζωής.

 

«Η ταραχή μας είναι μια ηθική» ήταν η επαναστατική ρήση του Καρλ Μπαρτ που συνένωνε αρμονικά την εσωτερική αγωνία με την ηθική, μακριά από κάθε διάθεση επιβολής.

 

Ο ίδιος έφτασε, μάλιστα, να επηρεάσει ως επιφανής θεολόγος ακόμα και τους άθεους φιλοσόφους, όπως ο Ρόρτι ή ο Άγκαμπεν. Επέδειξε μεγάλη ευαισθησία και στο κοινωνικό κομμάτι, καθώς, υπηρετώντας ως πάστορας για μία δεκαετία στο Σάφενβιλ, είδε ανάμεσα στο ποίμνιό του ανθρώπους να υποφέρουν, να χάνουν τις δουλειές τους και να υποσιτίζονται.

 

Σε αυτούς έμεινε πιστός μέχρι τέλους, επιμένοντας πως το μήνυμα του Παύλου ήταν πιο καθολικό και απλωνόταν σε όλον αυτό τον κόσμο, πέρα από διακρίσεις και κατηγορίες, όπως φανερώνεται στο σπουδαιότερο έργο του που σημάδεψε τον 20ό αιώνα, την Προς Ρωμαίους Επιστολή που κυκλοφορεί πλέον και σε σύγχρονη απόδοση από τον Γιώργο Βλαντή και τις εκδόσεις Άρτος Ζωής.

 

«Η ζωή των ανθρώπων επισκιάζεται από τον πόνο σαν από σκουρόχρωμο παλτό ή σαν τραβηγμένο ξίφος ή πάλι σαν από έναν τοίχο που επικρέμαται» έγραφε σε κάποιο σημείο ο Μπαρτ με τη δύναμη μιας γλώσσας που καίει.

 

Όσο αυτονόητο και αν ακούγεται για τη θεολογία της εποχής, το ανοιχτό καθολικό μήνυμα περί επικράτησης του καλού, το οποίο υπονόμευε η έξαρση των εθνικισμών και του παράλογου των πολέμων, δεν ήταν τόσο αυτονόητο.

 

Η φλόγα του ιερού που είπαμε ότι μεταφέρει με το κεράκι του στην τελευταία σκηνή της Νοσταλγίας ο Ταρκόφσκι είναι ακριβώς αυτή που ήθελε να μεταδώσει με το μήνυμά του ο Μπαρτ σε μια επιστροφή στον προνομιακό χώρο όπου το θαύμα είναι δυνατό – όχι εκ των ουρανών αλλά μέσα από τη φανέρωση του θείου στοιχείου στον άνθρωπο.

 

Αυτή η παρηγορητική αποκάλυψη του Θεού στις ψυχές ως δυνατότητα υπέρβασης παραμένει το ύστατο, ακόμα και σήμερα, μήνυμα της θρησκείας έξω από θεωρίες και δόγματα. Η δύναμη του καλού αρκεί για να νικήσει την αγωνία που νιώθει κανείς μπροστά στην τελευτή.


Σε αυτό το πλαίσιο τοποθετείται και ένα απαράμιλλο γραπτό μνημείο, ο Εκκλησιαστής, που, λόγω ακριβώς των ανατρεπτικών του μηνυμάτων, δυσκολεύτηκε να βρει τη θέση του στον κατάλογο των ιερών κειμένων.

 

Αποτέλεσε μέρος της Βίβλου μόνο και μόνο επειδή αποδόθηκε στον Σολομώντα, αν και πιο πολύ απηχεί τα στωικά διδάγματα της ελληνιστικής παράδοσης, όλη αυτή τη γαλήνια ενατένιση του ταραχώδους βίου που θυμίζει πως «Γλυκό είναι το φως/ και για τα μάτια είναι καλό/ να βλέπουνε τον ήλιο».

 

Θαρρείς πως η φωνή του Εκκλησιαστή ακούγεται γλυκιά και υποβλητική μέσα στην αντάρα της ύπαρξης σε έναν κόσμο που γνωρίζει πως «δεν έχει τίποτα καινούργιο» και που δεν ωφελήθηκε ούτε στιγμή από τις απειλές ή την ενοχοποιητική ηθική. 

 

Ο πεσιμισμός του Εκκλησιαστή ενδεχομένως να μη συνάδει με την αισιοδοξία που επιβάλλει η ύπαρξη του άλλου κόσμου, αλλά είναι απολύτως σύμφυτος με την ανάγκη εξεύρεσης μιας άλλης πορείας, πιο φωτεινής και ζείδωρης, πιο συμβατής με το καλό και το όμορφο.

 

Δεν είναι τυχαίο ότι η συγκεκριμένη έκδοση του Εκκλησιαστή κυκλοφόρησε σε σύγχρονη απόδοση από τον Θάνο Σαμαρτζή από τις εκδόσεις Δώμα, οι οποίες έχουν αναλάβει να προσφέρουν στον κόσμο σπουδαία κείμενα που μπορεί να οδηγήσουν σε μια διαφορετική σύλληψη του βίου.

 

Όπως γράφει στο επίμετρό του ο μεταφραστής, «αφήνοντας στην άκρη την ιδέα μιας μελλοντικής αμοιβής, ο Εκκλησιαστής έστρεψε την προσοχή του στην ίδια την πράξη, στον κόπο, στον αγώνα.

 

Και είδε ότι μπορεί και η ίδια η πράξη να έχει αξία, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμά της. Είδε ότι η ίδια η προσπάθεια μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο κάτι που να δικαιώνει στα μάτια του ανθρώπου την προσπάθεια αυτή: χαρά».

 

Μακριά, επομένως, από το τιμωρητικό ή ανταποδοτικό πλαίσιο σε σχέση με το θείο, αυτό που μένει είναι η εικόνα ενός ανθρώπου που απολαμβάνει τον κόπο που προϋποθέτουν οι μοναδικές χαρές της ζωής με τις οποίες «χαίρεται η καρδιά του τώρα που είναι νέος».

 

Αυτόν ακριβώς είναι που παροτρύνει ο Εκκλησιαστής, γνωρίζοντας βαθιά τη ματαιότητα του κόσμου, «φάε το ψωμί σου με χαρά,/ πιες το κρασί καλόκαρδα» αλλά και «φτιάξε τη ζωή σου με το κορίτσι που αγαπάς».

 

Και εδώ ακριβώς συνίσταται και ο φόβος του Θεού, όπως αποκαλύπτει στο επίμετρο ο Σαμαρτζής, που δεν είναι άλλο από το να μην ξεχνάς ποτέ ότι είσαι άνθρωπος. «Αυτό είναι ο άνθρωπος,/ Αυτό και τίποτε άλλο». Και αυτή η παρηγοριά αρκεί, που λέει και ο άκρως θεοσεβούμενος και ταυτόχρονα παγανιστής ποιητής.