Ο Ρομπ Γέτεν ορκίστηκε σήμερα, Δευτέρα ως ο νεότερος πρωθυπουργός στην ιστορία της Ολλανδίας, όμως ο 38χρονος κεντρώος πολιτικός θα βρεθεί άμεσα αντιμέτωπος με τη δύσκολη πρόκληση να προωθήσει την πολιτική του ατζέντα μέσω της πρώτης κυβέρνησης μειοψηφίας που σχηματίζεται στη χώρα εδώ και δεκαετίες.
Σε μια περίοδο όπου τα ακροδεξιά κόμματα προηγούνται στις δημοσκοπήσεις σε Γαλλία και Γερμανία, η εκλογική νίκη του Γέτεν τον Οκτώβριο προκάλεσε ανακούφιση στις Βρυξέλλες, καθώς έχει δεσμευτεί να οδηγήσει την πέμπτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μια σταθερά φιλοευρωπαϊκή πορεία.
Ο Γέτεν αναλαμβάνει καθήκοντα 117 ημέρες μετά τις περσινές βουλευτικές εκλογές και είναι επίσης ο πρώτος ανοιχτά ομοφυλόφιλος πρωθυπουργός της Ολλανδίας.
Διαδέχεται τον Ντικ Σχόοφ, η κυβέρνηση του οποίου κατέρρευσε το καλοκαίρι του 2025, οδηγώντας σε πρόωρες εκλογές. Το κόμμα του Γέτεν επικράτησε οριακά του ακροδεξιού Κόμματος για την Ελευθερία (PVV) του Γκέερτ Βίλντερς.
Ο Γέτεν ηγείται πλέον ενός συνασπισμού που αποτελείται από τους Δημοκράτες 66 (D66), το κεντροδεξιό Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα (CDA) και το φιλελεύθερο Λαϊκό Κόμμα για την Ελευθερία και τη Δημοκρατία (VVD).
Μαζί, τα τρία κόμματα διαθέτουν μόλις 66 από τις 150 έδρες του κοινοβουλίου, γεγονός που σημαίνει ότι ο νέος πρωθυπουργός θα εξαρτάται από τη στήριξη της αντιπολίτευσης από την πρώτη κιόλας ημέρα.
Ρομπ Γέτεν: Ποια η ατζέντα του
Η κυβέρνησή του σχεδιάζει μεγάλη αύξηση των αμυντικών δαπανών, επενδύοντας δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα στον στρατό ώστε να επιτευχθεί ο στόχος του ΝΑΤΟ για δαπάνες ίσες με το 5% του ΑΕΠ.
Παράλληλα, θα προχωρήσει στα πολυσυζητημένα σχέδια για δραστική μείωση των εκπομπών από τον τεράστιο κτηνοτροφικό τομέα της Ολλανδίας.
Ήδη πριν ακόμη αναλάβει επίσημα καθήκοντα, ο νέος κυβερνητικός συνασπισμός αντιμετώπισε προβλήματα, όταν την περασμένη εβδομάδα παραιτήθηκε η προτεινόμενη υφυπουργός Οικονομικών από το κόμμα του Γέτεν (D66), μετά από αποκαλύψεις για ανακριβείς δηλώσεις σχετικά με τις σπουδές της στο βιογραφικό και στο προφίλ της στο LinkedIn.
Με πληροφορίες από Politico