Ποιος: Μαχμούντ Αμπάς, πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής από το 2005, ηγέτης επίσης της ιστορικής Φατάχ. Ουσιαστικά η εξουσία του περιορίζεται σε ένα μωσαϊκό διάσπαρτων παλαιστινιακών κοινοτήτων στη Δυτική Όχθη, ειδικά αφότου η σκληροπυρηνική Χαμάς συγκρούστηκε μαζί του κι έστησε δικό της «βιλαέτι» στη Γάζα ύστερα από τη νίκη της στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2006. Παραμένει, βεβαίως, κομβικό πρόσωπο στο Μεσανατολικό το οποίο φιλοδοξεί εσχάτως να λύσει ένας ακόμα Αμερικανός πρόεδρος, ο Ντόναλντ Τραμπ, πλην όμως με... σημαδεμένη τράπουλα, όπως κατηγορείται.


Πού: Στη Ραμάλα, έδρα της Παλαιστινιακής Αρχής. Η πόλη των 30.000 κατοίκων που διακρίθηκε στις δύο Ιντιφάντες έγινε de facto πρωτεύουσα του Παλαιστινικού κράτους τα χρόνια του Γιασέρ Αραφάτ. Όπως όμως υπογράμμισε προχθές ο ευνοούμενός του Αμπάς «κανένας Παλαιστίνιος, μουσουλμάνος ή χριστιανός δεν μπορεί να δεχτεί ένα ανεξάρτητο κράτος χωρίς την Ιερουσαλήμ για πρωτεύουσά του», μια Ιερουσαλήμ που ο Τραμπ έχει ουσιαστικά αναγνωρίσει ως πρωτεύουσα του Ισραήλ αφότου μετέφερε εκεί την αμερικανική πρεσβεία.


Γιατί: «Η συνωμοσία δεν θα περάσει, η Ιερουσαλήμ δεν πωλείται!», δήλωσε ο Παλαιστίνιος πρόεδρος σε ασυνήθιστα οξύ τόνο όταν ανακοινώθηκε το σχέδιο Τραμπ το οποίο συνοπτικά προβλέπει μεν την «επίσημη» ίδρυση παλαιστινιακού κράτους αλλά με δυσχερείς όρους, προσάρτηση από το Ισραήλ της Ιερουσαλήμ (εκτός από κάποια απομακρυσμένα ανατολικά προάστια) και των παράνομων εβραϊκών οικισμών στη Δυτική Όχθη και διαιώνιση της παλαιστινιακής προσφυγιάς, αφοπλισμό της Χαμάς επίσης.

 

Διά ταύτα: Η ομόφωνη απόρριψη του σχεδίου Τραμπ από Ραμάλα και Γάζα αναζωπύρωσε τις προσπάθειες επαναπροσέγγισης Φατάχ - Χαμάς και δημιούργησε προϋποθέσεις ενότητας και αυξημένης αγωνιστικότητας για τους Παλαιστινίους, κάτι που βεβαίως εξυπηρετεί και τις ηγεσίες τους οι οποίες είθισται να υπερθεματίζουν σε αντιαμερικανική και αντιισραηλινή ρητορική όχι μόνο από ειλικρινή αλυτρωτικό οίστρο αλλά και για να «κουκουλώνουν» τα δικά τους κακώς κείμενα: τον αυταρχισμό, τη μισαλλοδοξία και τις προσπάθειες επιβολής της σαρίας στη Γάζα, τη διαφθορά, την οικογενειοκρατία και τα οικονομικά σκάνδαλα των Αμπάς στη Δυτική όχθη που απασχόλησαν μέχρι τα Panama Papers. Με δεδομένο κιόλας ότι οι δύο άλλοι «πόλοι» είναι ο ακραιφνής σιωνιστής Νετανιάχου και ο απροκάλυπτα φιλοϊσραηλινός Τραμπ, η ειρηνευτική πρωτοβουλία έμοιαζε καταδικασμένη εξαρχής, άλλωστε οι Παλαιστίνιοι έχουν απορρίψει στο παρελθόν συγκριτικά πολύ πιο συμφέρουσες για εκείνους προτάσεις. Επιπλέον, ελάχιστοι πια πιστεύουν ότι είναι πλέον δυνατή μια ρεαλιστική, αμοιβαία αποδεκτή και πρακτικά βιώσιμη λύση στο Παλαιστινιακό αφότου η συμφωνία του Όσλο (1994), μάλλον η καλύτερη που επετεύχθη μέχρι σήμερα ύστερα από πρωτοβουλία του προέδρου Κλίντον ναυάγησε εξαιτίας της δολοφονίας του τότε Ισραηλινού πρωθυπουργού Γιτζάκ Ράμπιν από ακροδεξιό συμπατριώτη του. Ούτε πάντως οι Αμερικανοί, ούτε οι Ισραηλινοί που τον έχουν κατηγορήσει για πρώην πράκτορα της KGB επιθυμούν να «ρίξουν» ή να αγνοήσουν τον Αμπάς εφόσον παρά τις κατά καιρούς «κορώνες» του θεωρείται μετριοπαθής και διαλλακτικός, έχει μάλιστα καταδικάσει δημόσια τον αντισημιτισμό αναθεωρώντας και παλιότερες θέσεις του που είτε σχετικοποιούσαν τη Shoah είτε απηχούσαν fake news σχετικά με ενέργειες Ισραηλινών στα Κατεχόμενα. Το αν, πότε και πώς θα λυθεί οριστικά το Παλαιστινιακό παραμένει βέβαια άγνωστο, το σίγουρο είναι πάντως ότι θα απασχολήσει την Υφήλιο και τον 21ο αιώνα.