Ο Στίβεν Μίλερ, από τους στενότερους συνεργάτες του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, άνοιξε ευθέως θέμα κυριαρχίας της Δανίας στη Γροιλανδία, λέγοντας ότι «το πραγματικό ερώτημα είναι με ποιο δικαίωμα η Δανία ισχυρίζεται ότι την ελέγχει» και ότι «προφανώς η Γροιλανδία πρέπει να είναι μέρος των Ηνωμένων Πολιτειών».
Στην ίδια συνέντευξη στο CNN επιχείρησε να κλείσει τη συζήτηση για στρατιωτική επιχείρηση όχι με διαβεβαιώσεις, αλλά με την εκτίμηση ότι «κανείς δεν θα πολεμήσει στρατιωτικά τις ΗΠΑ για το μέλλον της Γροιλανδίας».
Η τοποθέτηση προκάλεσε άμεση αντίδραση στην Ευρώπη. Την Τρίτη, οι ηγέτες Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Πολωνίας, Ισπανίας και Ηνωμένου Βασιλείου συντάχθηκαν δημόσια με τη Δανή πρωθυπουργό Μέτε Φρεντέρικσεν, υπερασπιζόμενοι τη Γροιλανδία. Στην κοινή τους δήλωση ξεκαθαρίζουν ότι «η Γροιλανδία ανήκει στον λαό της» και ότι μόνο η Δανία και η ίδια η Γροιλανδία μπορούν να αποφασίζουν για ζητήματα που αφορούν το καθεστώς της. Προσθέτουν ότι η ασφάλεια στην Αρκτική πρέπει να διασφαλίζεται συλλογικά στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, με τους Ευρωπαίους συμμάχους να υπογραμμίζουν ότι ενισχύουν ήδη την παρουσία και τις επενδύσεις τους στην περιοχή.
Στην Κοπεγχάγη, η πίεση μεταφέρθηκε αμέσως στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο. Η επιτροπή εξωτερικής πολιτικής του δανικού κοινοβουλίου συγκάλεσε έκτακτη συνεδρίαση για τη σχέση της χώρας με τις ΗΠΑ, με τη συμμετοχή του υπουργού Εξωτερικών Λαρς Λόκε Ράσμουσεν και του υπουργού Άμυνας Τρόελς Λουντ Πόουλσεν.
Ο Μίλερ παρουσίασε τη συζήτηση για χρήση βίας ως παράλογη, επικαλούμενος και το μέγεθος της Γροιλανδίας. Στην ίδια συνέντευξη υποστήριξε λανθασμένα ότι ο πληθυσμός της είναι 30.000, ενώ είναι περίπου 57.000, λέγοντας «τι εννοείτε στρατιωτική δράση εναντίον της Γροιλανδίας;». Στη συνέχεια, επανέφερε το επιχείρημα ότι οι ΗΠΑ, ως «η δύναμη του ΝΑΤΟ», πρέπει να «ασφαλίσουν την Αρκτική» και ότι η υπόθεση θα τεθεί «ως συζήτηση» που θα ανοίξει η Ουάσιγκτον.
Η προσάρτηση της Γροιλανδίας θα σήμαινε το τέλος του ΝΑΤΟ, σύμφωνα με τη Δανή πρωθυπουργό
Η χρονική συγκυρία κάνει τις δηλώσεις να ακούγονται πιο βαριές απ’ ό,τι στο παρελθόν. Μετά την επιχείρηση στη Βενεζουέλα και την απομάκρυνση του Νικολάς Μαδούρο, ο Τραμπ επανέλαβε ότι οι ΗΠΑ χρειάζονται τη Γροιλανδία «πολύ άσχημα», αναζωπυρώνοντας φόβους για κλιμάκωση και για το πού μπορεί να φτάσει η αμερικανική πίεση.
Η Φρεντέρικσεν είχε ήδη προειδοποιήσει ότι μια αμερικανική επίθεση σε χώρα του ΝΑΤΟ θα σήμαινε τέλος της συμμαχίας και της αρχιτεκτονικής ασφάλειας που χτίστηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Από τη Γροιλανδία, ο πρωθυπουργός Γενς Φρέντερικ Νίλσεν ανέβασε επίσης τους τόνους, καλώντας τον Τραμπ να εγκαταλείψει τις «φαντασιώσεις περί προσάρτησης», χαρακτηρίζοντας τη ρητορική της Ουάσιγκτον «εντελώς απαράδεκτη» και λέγοντας «φτάνει πια».
Στο φόντο υπάρχει και μια εσωτερική κινητικότητα στο νησί. Τα τελευταία χρόνια έχει ενισχυθεί το ρεύμα υπέρ μεγαλύτερης αυτονομίας ή ανεξαρτησίας, με τη συζήτηση να τροφοδοτείται και από αποκαλύψεις για τη μεταχείριση των Γροιλανδών από τη Δανία στην αποικιακή και μεταποικιακή περίοδο, ανάμεσά τους και το σκάνδαλο με την επιβολή σπειραμάτων σε γυναίκες χωρίς συναίνεση. Μπροστά όμως στην πίεση της Ουάσιγκτον, η Γροιλανδία σχημάτισε τον Μάρτιο τετρακομματική κυβέρνηση συνεργασίας, σε κίνηση που παρουσιάστηκε ως επίδειξη ενότητας. Στην πρώτη σελίδα της συμφωνίας τους υπάρχει η φράση που πλέον επαναλαμβάνεται ως σύνθημα. «Η Γροιλανδία ανήκει σε εμάς».
Στο μεταξύ, η ίδια η στρατηγική αξία του νησιού δεν αμφισβητείται. Οι ΗΠΑ διατηρούν εδώ και δεκαετίες στρατιωτική βάση στο Πιτουφίκ, την πρώην Θούλη, κρίσιμη για τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης βαλλιστικών πυραύλων. Αυτός είναι και ο πυρήνας της αμερικανικής επιχειρηματολογίας, που πλέον, με όσα λέγονται ανοιχτά από τον Λευκό Οίκο, μετατρέπεται σε ευθεία πολιτική διεκδίκηση.
Με πληροφορίες από Guardian