Η Γαλλία ενέκρινε τελικά τον προϋπολογισμό για το τρέχον έτος, αφού η κυβέρνηση μειοψηφίας κατάφερε να επιβιώσει από μια σειρά προτάσεων δυσπιστίας.
Ο πρωθυπουργός της χώρας Σεμπαστιάν Λεκορνί δήλωσε τη Δευτέρα στο κοινοβούλιο, έπειτα από μήνες αντιπαραθέσεων, ότι οι Γάλλοι «αρνούνται αυτή την αταξία και θέλουν οι θεσμοί μας να λειτουργούν».
Ο προϋπολογισμός εγκρίθηκε με τη χρήση ειδικών συνταγματικών εξουσιών, που επέτρεψαν την αποφυγή κοινοβουλευτικής ψηφοφορίας. Ωστόσο, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, ο Λεκορνί και η κυβέρνησή του βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδοχικές προτάσεις δυσπιστίας. Η κυβέρνηση επέζησε των δύο τελευταίων ψηφοφοριών δυσπιστίας το βράδυ της Δευτέρας.
Ο Λεκορνί κατάφερε να περάσει τον προϋπολογισμό μόνο επειδή το Σοσιαλιστικό Κόμμα συμφώνησε να μην καταψηφίσει την κυβέρνηση, με αντάλλαγμα ορισμένες παραχωρήσεις, μεταξύ των οποίων και η αναστολή των εμβληματικών μεταρρυθμίσεων του Μακρόν στο συνταξιοδοτικό, που προέβλεπαν τη σταδιακή αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη.
Ο σοσιαλιστής βουλευτής Ερβέ Σολινιάκ δήλωσε στο κοινοβούλιο ότι το κόμμα του «έκανε το καθήκον του» και «απέτρεψε τα χειρότερα». Όπως είπε, το να μείνει η Γαλλία χωρίς προϋπολογισμό θα σήμαινε «να προστεθεί περισσότερη αγωνία στην ήδη υπάρχουσα αγωνία» των Γάλλων πολιτών.
Ο Λεκορνί χαρακτήρισε τον προϋπολογισμό «σημαντική πρόοδο», επισημαίνοντας ότι προβλέπει αύξηση των αμυντικών δαπανών κατά 6,5 δισ. ευρώ. Παρότι ορισμένοι βουλευτές εξέφρασαν επιφυλάξεις, ο στόχος του προϋπολογισμού είναι να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα στο 5% του ΑΕΠ το 2026, από 5,4% το 2025.
Αρχικά, η γαλλική κυβέρνηση στόχευε στο 4,6%, ωστόσο η ακύρωση των αλλαγών στο συνταξιοδοτικό κατέστησε ανέφικτη μια τόσο μεγάλη μείωση, σύμφωνα με τον δεξιό εισηγητή Φιλίπ Ζιβέν.
Οι διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό έχουν απασχολήσει την πολιτική τάξη της Γαλλίας για σχεδόν δύο χρόνια, από τότε που ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν προκάλεσε έκπληξη προκηρύσσοντας πρόωρες εκλογές τον Ιούνιο του 2024. Μια συμμαχία της Αριστεράς κέρδισε τις περισσότερες έδρες, χωρίς όμως να πλησιάσει την πλειοψηφία. Το ακροδεξιό Εθνικό Συναγερμό συγκέντρωσε τις περισσότερες ψήφους και αναδείχθηκε σε υπολογίσιμη δύναμη, επίσης χωρίς πλειοψηφία. Η κεντρώα παράταξη του Μακρόν έχασε έδρες, αλλά παρέμεινε ισχυρή.
Η εσωτερική πολιτική σκηνή βρίσκεται έκτοτε σε μεγάλο βαθμό σε αδιέξοδο, οδηγώντας σε περίοδο αστάθειας και πτώσεων κυβερνήσεων στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης. Ο Μακρόν διόρισε αρχικά τον δεξιό Μισέλ Μπαρνιέ πρωθυπουργό το 2024, ο οποίος ανατράπηκε από το κοινοβούλιο μόλις τρεις μήνες αργότερα, εν μέσω διαμάχης για τον προϋπολογισμό του 2025. Στη συνέχεια, ο κεντρώος Φρανσουά Μπαϊρού παρέμεινε στη θέση του μόλις εννέα μήνες, πριν απομακρυνθεί και εκείνος λόγω του προτεινόμενου προϋπολογισμού του 2026. Ο Λεκορνί, στενός σύμμαχος του Μακρόν, διορίστηκε το περασμένο φθινόπωρο, παραιτήθηκε και επαναδιορίστηκε με στόχο να περάσει ο προϋπολογισμός.
Ο Λεκορνί επιθυμεί να παραμείνει στην εξουσία έως το 2027, χωρίς να ανατραπεί. Η εύθραυστη κυβέρνησή του επιχειρεί να προχωρήσει πέρα από το ζήτημα του προϋπολογισμού, σε θέματα όπως ένας νόμος για την προστασία των αγροτών και ένα νομοσχέδιο για την υποβοηθούμενη ευθανασία και τη βελτίωση της παρηγορητικής φροντίδας. Ωστόσο, το κοινοβουλευτικό αδιέξοδο έχει περιορίσει σημαντικά τη δυνατότητα άσκησης εσωτερικής πολιτικής.
Τον επόμενο μήνα διεξάγονται δημοτικές εκλογές σε ολόκληρη τη Γαλλία, ενώ οι προεδρικές εκλογές της άνοιξης του 2027 αποτελούν πλέον το βασικό επίκεντρο της εθνικής πολιτικής.
Ο Μακρόν, ο οποίος δεν μπορεί να διεκδικήσει τρίτη θητεία, έχει πλέον στραφεί σχεδόν αποκλειστικά στην εξωτερική πολιτική, προωθώντας μια Ευρώπη λιγότερο εξαρτημένη από ξένες δυνάμεις και υιοθετώντας σκληρότερη στάση απέναντι στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, είτε για τους δασμούς είτε για την κρίση της Γροιλανδίας.
Με πληροφορίες από Guardian