H δραματική κατάσταση στην Ισπανία με τους 9.387 νεκρούς από κορωνοϊό, αποτυπώνεται στις κηδείες και τις ταφές που γίνονται μαζικά και λόγω των συνθηκών, βιαστικά.

 

Η διαδικασία είναι απλή και πάντα σύντομη. Δεν υπάρχει χρόνος για να διαβαστούν προσευχές και καμιά φορά δεν υπάρχουν καθόλου συγγενείς.

 

Η El Pais περιγράφει πώς το φέρετρο με η σορό γυναίκας θάβεται βιαστικά καθώς υπάρχει κομβόι με νεκροφόρες που περιμένουν πίσω από την είσοδο στο νεκροταφείο. Τα αποτεφρωτήρια λειτουργούν επίσης 24 ώρες την ημέρα.

 

Τα δημοτικά νεκροταφεία στη Μαδρίτη λαμβάνουν περίπου 120 σώματα καθημερινά από τις 9 Μαρτίου, σύμφωνα με τα στοιχεία της Δημοτικής Υπηρεσίας Τελετών. Σήμερα γίνονται 40 ταφές την ημέρα, όταν πέρυσι το περισσότερο ήταν 20. Επίσης, έχουν αυξηθεί οι αποτεφρώσεις, από 30 σε 70. Η πλειοψηφία των οικογενειών επιλέγουν να πάρουν την τέφρα στο σπίτι.

 

Ο ιερέας σε ένα παρεκκλήσι λέει πως έχει τριπλάσια δουλειά σε σχέση με παλιότερα. Όταν μπορεί να ξεκουραστεί, βρίσκει καταφύγιο στο πίσω μέρος του παρεκκλησίου, όπου διαβάζει Πλάτωνα ή βιβλία για την εσχατολογία, τον κλάδο της θεολογίας που αφορά τον θάνατο και την κρίση. «Αλλά σήμερα δεν υπάρχει πολύς χρόνος για ανάγνωση. Οι νεκροί φτάνουν κατά κύματα».

 

 

Η πανδημία άλλαξε τα έθιμα των κηδειών. Μόνο τρεις πενθούντες επιτρέπονται. Μερικοί έρχονται μόνοι τους και παραμένουν σιωπηλοί. Άλλοι μεταδίδουν τη στιγμή στην υπόλοιπη οικογένειά τους μέσω βίντεο από τα κινητά τους. Κάποιοι εμφανίζονται με το στόμα τους καλυμμένο, με μάσκες και γυαλιά. Διατηρούν δύο μέτρα απόσταση. Δεν μπορούν ούτε να ανοίξουν τα φέρετρα, απλά για να βεβαιωθούν ότι είναι το αγαπημένο τους πρόσωπο μέσα. 

 

 

 

Στην Ισπανία, οι κηδείες τελούνται γρήγορα, 24 ή 36 ώρες μετά το θάνατο. Σε άλλους πολιτισμούς, η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει εβδομάδες ή και μήνες. Αλλά από τη στιγμή που έφτασε ο κορωνοϊός, τα χρονικά πλαίσια έχουν επιμηκυνθεί. Το σύστημα δεν είναι έτοιμο να επεξεργαστεί τόσα πολλά σώματα. και η γραφειοκρατία περιπλέκει τη διαδικασία με κάποιους να αναζητούν τους νεκρούς τους σε νοσοκομεία και νεκροταφεία μη γνωρίζοντας καν αν έχουν ήδη ταφεί.

 

Αυτές οι ιστορίες είναι ένα βάρος για τον 74χρονο ιερέα José Luis, και τον οδηγούν στα βιβλία του για τη ζωή μετά το θάνατο. «Λένε ότι είμαι σε κίνδυνο ή οτιδήποτε άλλο. Εμπιστεύομαι τα σχέδια του Θεού». Δεν τον φοβίζει που εργάζεται σε ένα νεκροταφείο, παρόλο που είναι hotspot για λοίμωξη. Συνολικά, 102 εργαζόμενοι στο δημοτικό νεκροταφείο είναι σήμερα ασθενείς.

 

Όταν το πρωί τελειώνει, ο πατέρας José Luis αντικαθίσταται από τον Eduardo Batubenga, ιερέα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Ευλογεί γρήγορα τα φέρετρα, πριν μπουν στο κρεματόριο. Σήμερα, όμως, ο ιερέας αφιερώνει περισσότερο χρόνο στη διαδικασία για μια κόρη που βιώνει μεγάλο πόνο. Ο πατέρας της πέθανε ξαφνικά από τον κορωνοϊό σε ηλικία μόλις 60 ετών. Ο ιερέας μιλάει μπροστά από το φέρετρο λίγο πριν εισέλθει στο κρεματόριο.

 

«Πριν κλείσει η πόρτα, προσεύχομαι για την ανάπαυσή του, για την αιώνια ανάπαυση, που μόνο ο Θεός μπορεί να δώσει. Τώρα θα κλείσω την πόρτα», λέει. Η γυναίκα απλώνει το πόδι της και σταματάει τον μηχανισμό.

«Ελέγξτε ότι είναι ο πατέρας μου», λέει.

«Αυτός είναι», απαντά ήρεμα ο ιερέας. ο παπάς απαντά ήρεμα.

«Ανοίξτε το!» φωνάζει εκείνη.

Ο ιερέας στέκεται ακίνητος και εκείνη αποτραβιέται. Πριν φύγει, φωνάζει: «Ο Θεός δεν υπάρχει και ποτέ δεν υπήρχε».