Τα αγόρια που παίζουν τακτικά video games στην ηλικία των 11 ετών είναι λιγότερο πιθανό να εμφανίσουν συμπτώματα κατάθλιψης τρία χρόνια μετά, σύμφωνα με νέα έρευνα. 

 

Η έρευνα, με επικεφαλής τον Aaron Kandola από το τμήμα Ψυχιατρικής του UCL που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Psychological Medicine, διαπίστωσε επίσης πως τα κορίτσια που περνούν περισσότερο χρόνο στα social media φαίνεται να αναπτύσσουν συμπτώματα εντονότερης κατάθλιψης. 

 

Τα ευρήματα δείχνουν πώς ο χρόνος έκθεσης σε μια οθόνη μπορεί να επηρεάσει θετικά ή αρνητικά την ψυχική υγεία των νέων και ενδεχομένως διαφορετικά τα αγόρια από τα κορίτσια. 

 

«Οι οθόνες μάς επιτρέπουν να ασχοληθούμε με διάφορες δραστηριότητες. Οι οδηγίες και οι συστάσεις για τον χρόνο έκθεσης στην οθόνη θα πρέπει να βασίζονται στην κατανόηση πώς αυτές οι διαφορετικές δραστηριότητες μπορεί να επηρεάσουν την ψυχική υγεία και αν αυτό παίζει ρόλο. Παρόλο που δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε αν τα βιντεοπαιχνίδια όντως βελτιώνουν την ψυχική υγεία, δεν εμφανίστηκαν επιβλαβή στη μελέτη μας και μπορεί να έχουν κάποια οφέλη. Ειδικά στη διάρκεια της πανδημίας, τα video games αποτελούν μια σημαντική κοινωνική πλατφόρμα για τους νέους. Πρέπει να μειώσουμε τον χρόνο που τα παιδιά -και οι ανήλικες- περνάνε καθιστοί, για τη σωματική αλλά και την ψυχική υγεία τους, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως η χρήση οθόνης είναι εγγενώς επιβλαβής», εξηγεί ο Aaron Kandola. 

 

Η ερευνητική ομάδα από τα UCL, Karolinska Institutet (Σουηδία) και Baker Heart & Diabetes Institute (Αυστραλία) μελέτησε δεδομένα από 11.341 εφήβους της Millennium Cohort Study, ενός εθνικού αντιπροσωπευτικού δείγματος νεαρών ατόμων που εμπλέκονται σε έρευνες από τότε που γεννήθηκαν στη Βρετανία μεταξύ 2000-2002.  

 

Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν όλοι να απαντήσουν ερωτήσεις για τον χρόνο που περνούν στα social media, παίζοντας video games ή χρησιμοποιώντας το ίντερνετ, σε ηλικία 11 ετών, και επίσης απάντησαν ερωτήσεις για συμπτώματα κατάθλιψης, όπως κακή διάθεση, απώλεια ευχαρίστησης και αδυναμία συγκέντρωσης, στην ηλικία των 14 ετών. Το κλινικό ερωτηματολόγιο μετρά τα συμπτώματα κατάθλιψης και την έντασή τους σε ένα φάσμα, αλλά δεν παρέχει κλινική διάγνωση. 

 

Στη μελέτη, η ερευνητική ομάδα συνυπολόγισε και άλλους παράγοντες που ενδεχομένως εξηγούν τα συμπεράσματα, όπως κοινωνικο-οικονομική κατάσταση, επίπεδο σωματικής δραστηριότητας, αναφορές για bullying και προηγούμενα συναισθηματικά συμπτώματα. 

 

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα αγόρια που έπαιζαν video games τις περισσότερες ημέρες είχαν κατά μέσο όρο 24% λιγότερα συμπτώματα κατάθλιψης μετά από μία τριετία, συγκριτικά με τα αγόρια που έπαιζαν λιγότερο από μια φορά το μήνα, αν και η συγκεκριμένη επίδραση είχε σημασία μόνο σε αγόρια με χαμηλό επίπεδο δραστηριοτήτων ενώ δεν διαπιστώθηκε ανάμεσα στα κορίτσια. 

 

Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης πως τα κορίτσια (αλλά όχι και τα αγόρια) που χρησιμοποιούσαν τα social media τις περισσότερες ημέρες εμφάνιζαν είχαν 13% περισσότερα συμπτώματα κατάθλιψης μετά από τρία χρόνια, σε σχέση με τα συνομήλικα κορίτσια που χρησιμοποιούσαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στο διαδίκτυο λιγότερο από μια φορά το μήνα. Προηγούμενες μελέτες έχουν διαπιστώσει παρεμφερή ευρήματα και οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η συχνή ενασχόληση με τα social media μπορεί να ενισχύσει το αίσθημα κοινωνικής απομόνωσης. 

 

Όπως έδειξε η μελέτη, τα αγόρια παίζουν video games συχνότερα από τα κορίτσια, ενώ τα κορίτσια κάνουν χρήση των social media συχνότερα από τα αγόρια. Η έρευνα δεν βρήκε κάποια σαφή συσχέτιση ανάμεσα στη γενική χρήση του ίντερνετ και τα συμπτώματα κατάθλιψης σε κανένα φύλο. 

 

«Η σχέση ανάμεσα στο χρόνο μπροστά από μια οθόνη και την ψυχική υγεία είναι περίπλοκη και θα χρειαστεί περισσότερη έρευνα για να την κατανοήσουμε. Οποιεσδήποτε πρωτοβουλίες για μείωση της έκθεσης των νέων σε μια οθόνη πρέπει να είναι στοχευμένες. Η έρευνα παραθέτει πιθανά οφέλη του χρόνου μπροστά στην οθόνη. Ωστόσο θα πρέπει να συνεχίσουμε να ενθαρρύνουμε τους νέους να είναι πιο δραστήριοι σωματικά και να διακόπτουν τις παρατεταμένες περιόδους καθισιού μπροστά από μια οθόνη, κάνοντας έστω ελαφριά σωματική δραστηριότητα», σημείωσε ο Dr. Mats Hallgren του Karolinska Institutet.