ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ. ΝΩΡΙΣ ΤΟ ΠΡΩΙ. Καφές, τσιγάρα, άνοιγμα υπολογιστή και χάζεμα στα νέα της ημέρας. Κι εκεί που διατρέχω τις ειδήσεις, μια φωτογραφία και μια λεζάντα: «Πέθανε».

 

Δεν μπορεί, σκέφτομαι, αποκλείεται. Βάζω το όνομα στις αναζητήσεις (μόνο το όνομα, χωρίς τη λέξη «πέθανε», δεν θέλω ακόμα να το παραδεχτώ) και, να, κι άλλα άρθρα από διάφορα ειδησεογραφικά μέσα. Και δεν μπορώ πια παρά να το παραδεχτώ.

 

Ο πρώτος μεγάλος έρωτάς μου πέθανε. Και αρχίζουν σκόρπιες αναμνήσεις από το παρελθόν να με βομβαρδίζουν: ένας δίσκος βινυλίου με μια αφιέρωση (ναι, ήταν ακόμα εκείνη η εποχή), μια φωτογραφία που μου έδωσε (κάπου είναι καταχωνιασμένη, ακόμα δεν έχω τολμήσει να την αναζητήσω), τα ταξίδια μου πηγαινέλα Θεσσαλονίκη - Αθήνα (ζούσα ακόμα στη Θεσσαλονίκη τότε), αγκαλιές, χάδια, φιλιά, τσακωμοί, ένας μεγάλος καβγάς, ο χωρισμός μας (έκανα μια γελοιωδώς «δραματική» έξοδο, ούτε σε σαπουνόπερα!)∙ όλα όσα συμβαίνουν στους έρωτες.

 

Κάναμε χρόνια να ξαναβρεθούμε∙ ο πρώτος έρωτας, βλέπετε, μεγάλα δράματα, πολύς χρόνος να επουλωθούν τα τραύματα. Αλλά θα τηλεφωνούσε και θα τηλεφωνούσα τη μέρα της ονομαστικής μας εορτής ανελλιπώς, ακόμα και τα πρώτα χρόνια, που οι πληγές ήταν νωπές. Μετά από κάποια χρόνια αρχίσαμε να ξαναβρισκόμαστε, σποραδικά, άλλοτε πιο πυκνά, άλλοτε πιο αραιά. Αλλά κάθε χρόνο θα μιλούσαμε στο τηλέφωνο τη μέρα της Πρωτοχρονιάς και τη μέρα του Αϊ-Γιαννιού, μια σημαδούρα μέσα στον χρόνο ότι ακόμα νοιαζόμαστε.

 

Και φέτος είχαμε μιλήσει, εννοείται, στις γιορτές μας, είπαμε να βρεθούμε σύντομα, «ναι, ναι, θα σε πάρω», «πάρε με» κ.λπ. Μείναμε στις υποσχέσεις, έχοντας την πλήρη βεβαιότητα ότι έχουμε όλο τον καιρό μπροστά μας. Δεν τον είχαμε.

 

Το 2021 που πλησιάζει δεν θα υπάρξει, λοιπόν, κανένα τηλεφώνημα. Εξυπακούεται, βέβαια, ότι δεν έχω τολμήσει να σβήσω το όνομα από την τηλεφωνική μου ατζέντα, ούτε ξέρω πόσο καιρό θα μου πάρει. Για έναν άλλο, μεγάλο μου επίσης, έρωτα που πέθανε πριν από αρκετά χρόνια μού πήρε κοντά τρία χρόνια να διαγράψω το τηλέφωνο, κι αυτό με πολλή προσπάθεια, επιστρατεύοντας όλη μου τη λογική. Άραγε πόσο καιρό θα μου πάρει αυτήν τη φορά;

 

Η κηδεία έγινε σε κάποιο κοιμητήριο της Αθήνας, είπα μέσα μου: «Θα πάω οπωσδήποτε». Δεν πήγα όμως. Σκέφτηκα: «Καλύτερα να μην πας, είναι εποχή Covid, ελάχιστοι άνθρωποι επιτρέπονται στην κηδεία, άφησε τους πολύ κοντινούς να αποχαιρετήσουν, εσύ δεν ανήκεις πια σ' αυτούς».

 

Μάλλον είπα ψέματα στον εαυτό μου. Δεν θέλω να αποδεχτώ ότι πέθανε. Μάλλον γι' αυτό δεν έχω πει τίποτα σε κανέναν φίλο μου για το συμβάν. Εγώ που θα πάρω αμέσως να μοιραστώ με τους φίλους μου ό,τι σημαντικό μου συμβαίνει.

 

Όχι και το πιο «γιορτινό» κείμενο που θα μπορούσατε να διαβάσετε, συγχωρήστε με, χρωστούσα αυτόν τον μικρό αποχαιρετισμό. Την Πρωτοχρονιά που μας έρχεται δεν θα μπορώ να κάνω το καθιερωμένο μου τηλέφωνο για χρόνια πολλά, όμως είμαι σίγουρος ότι θα θυμηθώ να πάρω. Και αυτή την Πρωτοχρονιά, και όλες τις επόμενες.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr