Για «δύσκολη υπόθεση γιατί δεν υπήρχαν στοιχεία και ίχνη» έκανε λόγο ο Διευθυντής Ασφάλειας Αττικής, υποστράτηγος Πέτρος Ζεφέρης, κατά την έκτακτη ενημέρωση της αστυνομίας για την υπόθεση ανθρωποκτονίας στα Γλυκά Νερά. 

 

Ο ίδιος σημείωσε πως σημείο κλειδί για την εξιχνίαση της υπόθεσης ήταν πως οι αξιωματικοί της Αστυνόμιας έχτισαν μια σχέση εμπιστοσύνης με τον σύζυγο του θύματος. 

 

Από την πλευρά της, η υποστράτηγος και επικεφαλής της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, δρ Πηνελόπη Μηνιάτη, τόνισε πως τα αποτελέσματα της εγκληματολογικής εξέτασης κατέδειξαν την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, καθιστώντας σαφές πως ο τρόπος και η μεθοδολογία απαιτούσαν περαιτέρω διερεύνηση. 


Όπως σημείωσε, εξαιρετικά κρίσιμη αποδείχτηκε η αξιοποίηση του ψηφιακού υλικού που εξετάστηκε από το αρμόδιο τμήμα. Κατά την εξέταση του υλικου΄αυτού έγινε άμεσα αντιληπτό πως υπήρχαν αναντιστοιχίες. 
 


Το χρονικό της έρευνας

 

Το χρονικό της έρευνας και την αλληλουχία γεγονότων από τη στιγμή που οι αστυνομικοί κατέφθασαν στον τόπο εγκλήματος παρέθεσε ο επικεφαλής Υποδιεύθυνσης Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής και Ιδιοκτησίας, Γρηγόρης Ζαχαράκης. 

 

Ολα ξεκίνησαν στις 10 Μαίου στις 06:20 όταν το κέντρο της Αμεσης Δράσης ειδοποιήθηκε από τον σύζυγο που κάλεσε σε βοήθεια. Οι αστυνομικοί που έφτασαν πρώτοι στο σημείο, βρήκαν την Καρολάιν νεκρή και τον σύζυγο δεμένο το πάτωμα δίπλα από το κρεβάτι. Οι αστυνομικοί αντίκρυσαν και το 11 μηνών βρέφος να βρίσκεται πάνω στο θύμα. 


Τα πρώτα κρίσιμα δεδομένα της υπόθεσης ήρθαν από το εργαστήριο ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του πανεπιστημίου Αθηνών. 

 

Από τα πρώτα στοιχεία διαπιστώθηκε ότι η αιτία θανάτου ήταν ασφυξία, δηλαδή με κλείσιμο της μύτης και του στόματος. Ο θάνατος προήλθε μεταξύ 4ης και 5ης πρωινής ώρας. 

 

Παρατηρήθηκαν κάποια σημάδια, εκχυμώσεις όπως λέγονται, στα χέρια και στα πόδια του συζύγου από τα δεσμά με τα οποία ήταν δεμένος.Ένα κρίσιμο εύρημα ήταν πως τα σημάδια αυτά μόλις διαφαινόμενα, δεν ήταν ιδιαίτερα ορατά. Κι αυτό δημιουργησε προβληματισμό για το κατά πόσο αυτό ήταν αναμενόμενο σε σχέση με το χρόνο που ισχυρίστηκε ο σύζυγός πως ήταν δεμένος. 

 

Κατά την έρευνα του χώρου, παρατηρήσαμε κάποιες μεταβολές σε σχέση με την αρχική του κατάθεση. Διαπιστώσαμε δηλαδή πως οι χώροι είχαν ερευνηθεί επιλεκτικά. Επίσης, ήταν ένα παράθυρο στο υπόγειο. Διαπίστωσαν ακόμη κάτι εξαιρετικά ασυνήθιστο: οτι ο σκύλος της οικογένειας ήταν κρεμασμένος στην κουπαστή της σκάλας. 
 

Τα κρίσιμα στοιχεία ήταν η κάμερα που βρισκόταν στο χώρο του σαλονιού, το ψηφιακό ρολόι (smartphone) που φορούσε η Καρολάιν και το κινητό τηλέφωνο του πιλότου. 

 

Όταν η έρευνα επικεντρώθηκε στο σύζυγο 

 

Μεγάλο μέρος των ερευνών αφιερώθηκε αρχικά στον τρόπο που εισήλθαν οι ειςσβολείς στο σπίτι. Παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειες των αστυνομικών, δεν κατάφεραν να διαπιστώσουν την ύπαρξη άλλων προσώπων πέραν των δύο ενηλίκων που βρίσκονταν στο σπίτι. Το γεγονός αυτό άφηνε μόνο μια εκδοχή πιθανό και η έρευνα έπρεπε να επικεντρωθεί στον σύζυγο. 

 

Η εξέταση από τον χώρο και μας έδωσε κάποιες ενδείξεις πως ήταν πιθανή εμπλοκή του συζύγου. 


Για να επιβεβαιώσουμε αυτές τις υποψίες, θα έπρεπε να εξετάσουμε τον σύζυγο. 


Κατά την αρχική συζήτηση μαζί του, ο σύζυγος έστρεψε τη συζήτηση πάνω στη σχέση που είχε με το θύμα, πάνω στη σχέση που είχε με το παιδί του και προς έκπληξή μας πάνω στη σχέση που είχε δημιουργήσει με την ομάδα εξιχνίασης της υπόθεσης και ιδίως τον επικεφαλής της.


Σε κάποιο στάδιο της εξέτασής του ήθελε να μας διαβεβαιώσει ότι ποτέ δεν ήθελε να εξαπατήσει και να πει ψέματα, ότι ποτέ δεν ήθελε να διαφύγει και ήθελε να μείνει έξω από τη φυλακή με το παιδί του. Αυτό γρήγορα οδήγησε στην ομολογία της πράξης του την οποία απέδωσε σε έναν έντονο διαπληκτισμό που είχαν με την Καρολάιν.