Με τις εκλογές να πλησιάζουν, εντείνονται οι αναφορές χρηστών για την μαζική λήψη sms από υποψήφιους βουλευτές που καλούν χρήστες σε προεκλογικές ομιλίες ή ακόμη ζητούν κατευθείαν ψήφο στο πρόσωπό τους. Ωστόσο είναι μια πρακτική παράνομη.

 

Αυτό ισχύει τόσο για την αποστολή SMS όσο και για τα e-mail. Ο μόνος τρόπος που μπορεί να κάνει τη διαδικασία νόμιμη είναι αν ο πολίτης συναινέσει με κάποιον τρόπο στη συγκεκριμένη διαδικασία. «Συναινώ» στη λήψη προεκλογικών μηνυμάτων από υποψηφίους δεν σημαίνει όμως ότι έδωσα κάποτε το mail ή το τηλέφωνό μου σε κάποιον για να επικοινωνήσει μαζί μου για συγκεκριμένο λόγο. Το ρεπορτάζ της εφημερίδας Καθημερινή για το θέμα, τονίζει πως «συναινώ» στη λήψη προεκλογικών μηνυμάτων από υποψηφίους δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι έδωσα κάποτε το mail ή το τηλέφωνό μου σε κάποιον για να επικοινωνήσει μαζί μου για συγκεκριμένο λόγο.

 

«Αν δώσουμε το τηλέφωνό μας σε ένα κατάστημα για να μας ειδοποιήσουν όταν υπάρχει διαθεσιμότητα για ένα προϊόν, αυτό δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται στη συνέχεια να μας στέλνουν ειδοποιήσεις για προωθητικές ενέργειες. Πρόκειται για αλλοίωση του σκοπού επικοινωνίας για τον οποίο έχω δώσει το τηλέφωνό μου και αυτό απαγορεύεται», τονίζει στην  ο κ. Λευτέρης Αναστασάκης, αντιπρόεδρος της εταιρείας Priority (εταιρεία συμβούλων οργάνωσης και πληροφορικής στην Ελλάδα, που εξειδικεύεται στην ανάπτυξη, εφαρμογή και αυτοματοποίηση εταιρικών διαδικασιών). «Αν, για παράδειγμα, κάποιος έχει το τηλέφωνό σας γιατί είναι φίλος σας και αποφασίσει να θέσει υποψηφιότητα στις εκλογές, κανονικά δεν νομιμοποιείται να σας στείλει μήνυμα προεκλογικό», αναφέρει ο κ. Αναστασάκης καταδεικνύοντας τι σημαίνει αυθαίρετη αλλαγή του σκοπού επικοινωνίας, πράξη που απαγορεύεται.

 

Πώς βρίσκουν τα τηλέφωνα

 

Οι υποψήφιοι πολλές φορές βρίσκουν τα τηλέφωνα των εν δυνάμει ψηφοφόρων τους από τα ίδια τα κόμματα, τα οποία μπορεί να έχουν κρατήσει στοιχεία πολιτών που συμμετείχαν με κάποιο τρόπο κάποτε σε μια κομματική εκδήλωση, για παράδειγμα. Στη συνέχεια, μέσω ειδικών πακέτων χαμηλότερου κόστους από τις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας, ξεκινούν τις μαζικές αποστολές ενώ εκτιμάται πως ένα πακέτο 200.000 μηνυμάτων κοστίζει περίπου 5.000-6.000 ευρώ.

 

Τι να κάνουν οι πολίτες

 

Ξεκάθαρος για το θέμα είναι ο νέος κανονισμός για τα προσωπικά δεδομένα GDPR ο οποίος έρχεται να ενισχύσει παλαιότερη νομοθεσία. Αν υπάρξει παραβίαση, τότε οι πολίτες έχουν δικαίωμα να προσφύγουν στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Αλλά ακόμη και αυτό θα έχει αμφίβολα αποτελέσματα. Εδώ και εβδομάδες, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα εξέδωσε «κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, με σκοπό την επικοινωνία πολιτικού χαρακτήρα» . Αν και έχει ενημερώσει σχετικά τα κόμματα, αυτό φαίνεται πως δεν ήταν αρκετό.

 

Αρχικά οι πολίτες μπορούν να ενημερώσουν τον αποστολέα ότι δεν επιθυμούν να λαμβάνουν μηνύματα από αυτόν και να αφαιρεθούν τα στοιχεία τους από λίστες. Αν αυτό δεν γίνει, τότε με το δεύτερο κρούσμα μπορούν να υποβάλουν σχετικό αίτημα στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Ο κ. Αναστασάκης συμβουλεύει όποιον θέλει να προχωρήσει τη σχετική διαδικασία, να κρατήσει κάποιο στοιχείο (email ή screenshot), το οποίο να αποδεικνύει ότι είχε αντιδράσει εξαρχής. Οι πιθανότητες να βρεθεί λύση δεν είναι πάντως πολλές και ακριβώς αυτή την αδυναμία εκμεταλλεύονται οι υποψήφιοι που στέλνουν διαρκώς μηνύματα. Μια άλλη συμβουλή που δίνει ο ειδικός είναι οι πολίτες μπορούν να ζητήσουν από τον πάροχό τους να εξαιρεθούν από την αποστολή μαζικών μηνυμάτων βασιζόμενοι στο άρθρο 11 (νόμος 3471).

 

Με πληροφορίες από Καθημερινή