Πέθανε σε ηλικία 88 ετών ο Γερμανός ζωγράφος, γλύπτης και γραφίστας Γκέοργκ Μπάζελιτς, ένας από τους πιο σπουδαίους και επιδραστικούς καλλιτέχνες της εποχής μας. Με βαθιές ρίζες στην παράδοση της μεγάλης ευρωπαϊκής ζωγραφικής, προσέγγισε ριζοσπαστικά τον τρόπο με τον οποίο δημιούργησε εικόνες, επαναπροσδιορίζοντας τις αρχές του εξπρεσιονισμού.
Πρωτοπόρος της γερμανικής νεο-εξπρεσιονιστικής ζωγραφικής, ο Μπάζελιτς είναι ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους που ανέδειξε η μεταπολεμική Γερμανία - μαζί με τον Γκέρχαρντ Ρίχτερ και τον Άνσελμ Κίφερ.
Από τους πρώτους πίνακες ζωγραφικής και το μανιφέστο του «Pandemonium» στις αρχές της δεκαετίας του 1960 μέχρι τη σειρά «Heroes», και από τις συνθέσεις «Fractured» και τα ανεστραμμένα μοτίβα του 1969, συμπεριλαμβανομένων των διαδοχικών ομάδων έργων στα οποία ο καλλιτέχνης πειραματίστηκε με αριστοτεχνικό τρόπο με νέες εικαστικές τεχνικές ποικίλης αισθητικής, που υποστηρίζονται από αναφορές στην ιστορία της τέχνης και τη βαθιά γνώση του έργου πολλών καλλιτεχνών, όπως ο Έντβαρντ Μουνκ, ο Ότο Ντιξ και ο Βίλεμ ντε Κούνινγκ, έθεσε τα θεμέλια της νέας απεικόνισης.
Θυελλώδης, προκλητικός, αλλά με κοινωνική ευαισθησία, με τα έργα του να αποφέρουν πολλές χιλιάδες ευρώ στις φιλανθρωπικές δημοπρασίες της «Art help give» για τους άστεγους ή τους καλλιτέχνες με προβλήματα διαβίωσης, ο Μπάζελιτς έζησε μια μυθιστορηματική ζωή που επηρέασε ποικιλοτρόπως τα καλλιτεχνικά του βήματα.
Ο Μπάζελιτς μέσα από την ένταση των έργων του εξερευνούσε ένα ακανθώδες θέμα: τι σημαίνει να είναι Γερμανός καλλιτέχνης σε έναν μεταπολεμικό κόσμο.
Γεννήθηκε το 1938 στο Ντοϊτσμπάζελιτς της Σαξονίας και όταν μπήκαν οι Ρώσοι στρατιώτες στα γερμανικά εδάφη, στο τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν επτά ετών.
Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος δημοτικού και η οικογένεια ζούσε στο κτίριο του τοπικού σχολείου. Για να γλιτώσουν από τους βομβαρδισμούς, ο Μπάζελιτς -που τότε ονομαζόταν Χανς-Γκέοργκ Κερν- και η οικογένειά του κρύφτηκαν στο υπόγειο του σχολείου, το οποίο ισοπεδώθηκε.
Όταν τελείωσαν οι βομβαρδισμοί, η μητέρα του ξεκίνησε, μαζί με άλλες οικογένειες, να περπατάει προς τη Βαυαρία, στην οποία είχαν εγκατασταθεί συμμαχικές δυνάμεις των Αμερικανών. Ο Μπάζελιτς, όταν περιγράφει τα παιδικά του χρόνια στη μεταναζιστική Γερμανία, δεν παραλείπει να περιγράψει την ισοπεδωμένη από τους βομβαρδισμούς Δρέσδη που είδε ως παιδί και τη βαριά μυρωδιά και την ασχήμια της κατεστραμμένης πόλης.
Αυτές οι σκηνές ζωντάνεψαν στη δουλειά του στη δεκαετία του 1960, με τους πίνακές του να αναπαριστούν ακρωτηριασμένα μέλη, ματωμένα ίχνη από πέλματα, δάχτυλα παγωμένα πάνω στο χώμα.
Η ζωή της οικογένειάς του, που έκανε ένα νέο ξεκίνημα στην Ανατολική Γερμανία, ήταν τόσο μετρημένη, δεν είχαν τίποτα, φορούσαν και έτρωγαν ό,τι έβρισκαν. Ο Μπάζελιτς ακόμα και σήμερα θυμάται ότι έπρεπε να είναι ευχαριστημένοι, ευγνώμονες που είχαν ακόμα και κουρέλια, κάτι που σιχαίνεται και αντιμάχεται σθεναρά ως συνθήκη ζωής, με τα μουσεία και τις βιβλιοθήκες να έχουν αδειάσει στη διάρκεια του πολέμου, με ελάχιστες πληροφορίες και πηγές γνώσης στη διάθεσή τους, με μια πολύ συγκεκριμένη πολιτική και ιδεολογική ευθυγράμμισή που όλοι έπρεπε να ακολουθήσουν χωρίς επιλογές.
«Γεννήθηκα σε μια κατεστραμμένη τάξη, ένα κατεστραμμένο τοπίο, έναν κατεστραμμένο λαό, μια κατεστραμμένη κοινωνία. Και δεν ήθελα να αποκαταστήσω την τάξη: είχα δει αρκετά. Αναγκάστηκα να αμφισβητήσω τα πάντα, να είμαι ναΐφ, να ξαναρχίσω από την αρχή», έλεγε ο Μπάζελιτς, που μέχρι το τέλος αντέστρεφε όλους τους πίνακές του, ένα μοναδικό και καθοριστικό χαρακτηριστικό του έργου του, για να διαταράξει κάθε εντολή και να σπάσει κάθε κοινά αποδεκτή σύμβαση.
Άρχισε να ζωγραφίζει από την εφηβική του ηλικία πορτρέτα, θρησκευτικά θέματα, νεκρές φύσεις και τοπία, μερικά σε φουτουριστικό ύφος, και όταν το 1955 έκανε αίτηση για σπουδές στην Kunstakademie της Δρέσδης, απορρίφθηκε. Το 1956 γράφτηκε στο Hochschule für Bildende und Angewandte Kunst (Ακαδημία Καλών και Εφαρμοσμένων Τεχνών) στο Ανατολικό Βερολίνο. Μετά από δύο εξάμηνα, ωστόσο, αποβλήθηκε για «κοινωνικοπολιτική ανωριμότητα» επειδή δεν συμμορφώθηκε με τις σοσιαλιστικές ιδέες της Ανατολικής Γερμανίας.
Το 1957 συνέχισε τις σπουδές του στο Hochschule der Künste στο Δυτικό Βερολίνο, και τις ολοκλήρωσε το 1962. Ο Πόλοκ και ο Φίλιπ Γκάστον όπως και οι θεωρίες των Μαλέβιτς και Καντίνσκι ήταν οι βασικές επιρροές του έργου του. Το 1961 υιοθέτησε το όνομα Γκέοργκ Μπάζελιτς ως φόρο τιμής στη γενέτειρά του.
Αναζητώντας εναλλακτικές λύσεις στα δύο ρεύματα που κυριαρχούσαν στη ζωγραφική στην αρχή της καριέρας του, τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό του Ανατολικού Μπλοκ και τη δυτική αφαίρεση, ο Μπάζελιτς ενδιαφέρθηκε για την τέχνη έξω από αυτά τα κυρίαρχα ρεύματα. Εμπνεύστηκε από την Art Brut, το Νταντά και τον Σουρεαλισμό, καθώς και από την υπαρξιστική λογοτεχνία.
Το 1963, η πρώτη του ατομική έκθεση προκάλεσε σκάνδαλο και δύο από τους πίνακες του, «The Big Night Down The Drain» («Die große Nacht im Eimer») (1962/63) και «The Naked Man» («Der Nackte Mann») (1962), κατασχέθηκαν από τον εισαγγελέα λόγω του άσεμνου χαρακτήρα τους.
Η εικονογραφία των σεξουαλικά γκροτέσκων σκηνών προκαλούσε τον θεατή και το έργο του αποτελούσε μια ανησυχητική υπενθύμιση θεμάτων της σύγχρονης πραγματικότητας που ήθελαν να παραβλέπεται στην τέχνη. Ο Μπάζελιτς μέσα από την ένταση των έργων του εξερευνούσε ένα ακανθώδες θέμα: τι σημαίνει να είναι Γερμανός καλλιτέχνης σε έναν μεταπολεμικό κόσμο.
Ο Μπάζελιτς άρχισε να παράγει από το 1964 τα πρώτα του χαρακτικά, που έκτοτε αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του καλλιτεχνικού ρεπερτορίου του. Ταξίδεψε στη Φλωρεντία, επηρεάστηκε από τους εξπρεσιονιστές Die Brücke και όταν επιστρέφει στο Δυτικό Βερολίνο δημιουργεί τη σειρά «Heroes», φιγούρες που αντιπροσωπεύουν μια μεταφορική εικόνα ενός ανθρώπου που, χωρίς εθνικότητα ή σχέση με έναν τόπο, ενώ ασκεί κριτική στα απατηλά και μεγαλομανή ιδεώδη του Τρίτου Ράιχ και της Ανατολικής Γερμανίας με την ερημική, σπασμένη, ξεφτισμένη εμφάνισή του.
Το 1969 πήρε τη μνημειώδη απόφαση να δημιουργήσει και να εκθέσει τα έργα του ανάποδα. Αυτή η καινοτομία του επέτρεψε να τονίσει τις αφηρημένες ιδιότητες των συνθέσεών του, διατηρώντας παράλληλα το ψυχολογικό φορτίο του εικονιστικού τους θέματος. Αυτός ο χαρακτήρας της ζωγραφικής του, προερχόμενος από πλήθος επιρροών, τον βοηθά να αναπτύξει μια προσωπική ζωγραφική γλώσσα που μιλά για την αντιστροφή των αξιών: όσο στιβαρά είναι τα έργα του τόσο ρευστές είναι οι έννοιες. Η παθιασμένη ζωγραφική του θεωρείται μέχρι σήμερα αταξινόμητη, με τον ίδιο να ταλαντεύεται ανάμεσα στην εικονογράφηση και την αφαίρεση και την εννοιολογική προσέγγιση να συνδέει την εμπειρία και τη φαντασία του καλλιτέχνη.
Το 2005, ο Μπάζελιτς άρχισε να «μιξάρει» αρκετά από τα προηγούμενα έργα του. Επέστρεψε σε βασικές φάσεις της δικής του ιστορίας της τέχνης και δημιούργησε νέες, επαναπροσδιορισμένες εκδοχές σημαντικών προηγούμενων εικόνων. Αυτό του επέτρεψε να επανεξετάσει και να ανασκάψει το παρελθόν, ενώ παράλληλα διεύρυνε περαιτέρω το ζωγραφικό του λεξιλόγιο, με αποτέλεσμα τη δημιουργία έργων που είναι ταυτόχρονα φρέσκα και απελευθερωμένα. Βασικά θέματα στους τελευταίους πίνακές του περιλάμβαναν πορτρέτα του εαυτού του και της συζύγου του Έλκε, βασισμένα σε αναμνήσεις, τη δική του διαδικασία γήρανσης και αναφορές σε καλλιτέχνες που θαύμαζε. Καθ' όλη τη διάρκεια της καριέρας του, ο καλλιτέχνης έκανε επίσης σχέδια και εκτυπώσεις ως ξεχωριστή, ανεξάρτητη πρακτική.
Από το Κέντρο Πομπιντού και το μουσείο Städel στη Φρανκφούρτη, την Πινακοθήκη της Ακαδημίας της Βενετίας, το Fondation Beyeler, την Royal Academy of Arts, το Solomon R. Guggenheim Museum μέχρι τη Gemäldegalerie Alte Meister der Staatlichen Kunstsammlung της Δρέσδης και το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Λουιζιάνα στη Δανία υποδέχτηκαν και οργάνωσαν μεγάλες εκθέσεις του έργου του, ενώ πήρε τρεις φορές μέρος στη Μπιενάλε της Βενετίας και δυο φορές στην Documenta στο Κάσελ της Γερμανίας.
Από τις 6 Μαΐου – 27 Σεπτεμβρίου 2026, στη Βενετία ανοίγει η έκθεση «Georg Baselitz. Eroi d’Oro» στο Fondazione Giorgio Cini, Η έκθεση παρουσιάζει την πιο πρόσφατη σειρά μεγάλων ζωγραφικών έργων του Μπάζελιτς. Με καμβάδες με χρυσά λαμπερά φόντα, έντονες μαύρες γραμμές και χοντρές πινελιές, τα τελευταία του έργα απεικονίζουν σώματα, συμπεριλαμβανομένων πορτρέτων του καλλιτέχνη και της συζύγου του, Έλκε.