ADVERTORIAL
Η Άννα και ο Μάρκος κατάλαβαν ότι ο Μάιος έχει μπει για τα καλά από κάτι εντελώς ασήμαντο. Και δεν ήταν η ζέστη, που φτάνει πάντα στην Αθήνα απότομα, κάνοντας τη δική της εντυπωσιακή εμφάνιση. Δεν ήταν ούτε και το γεγονός ότι το φως της μέρας κρατά λίγο παραπάνω πια. Η συνειδητοποίηση ήρθε ένα απόγευμα στα Lidl της περιοχής, λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες του ψυγείου με τα παγωμένα αναψυκτικά. Η επίσκεψη είχε στόχο εκείνα τα «δύο-τρία πράγματα» που έχει ολοένα ανάγκη ένα νοικοκυριό. Και δη φρέσκο. Και όπως συμβαίνει συνήθως, αντί για αυτό το σύντομο session για τον ανεφοδιασμό των βασικών, το ζευγάρι κατέληξε να σπρώχνει παρέα ένα μεγάλο καρότσι. Όμως ας το πάρουμε το πράγμα λίγο διαφορετικά.
Ο Μάρκος έπιασε πρώτος μια συσκευασία με παγωτό. Το πρώτο οικογενειακό. «Για να υπάρχει», είπε, λες και χρειαζόταν εξήγηση. Η Άννα πέταξε μέσα στο καρότσι ντοματίνια, φρέσκο βασιλικό και μια burrata χωρίς να το πολυσκεφτεί. Έπειτα εμφανίστηκαν οι φράουλες. Κατακόκκινες και ζουμερές. Μια παγωμένη λεμονάδα. Ένα μικρό καρπούζι -από τα πρώτα και πετυχημένα- αν και κανείς από τους δύο δεν είχε φτάσει ακόμη στον συλλογισμό αυτόν, του πρόωρου καλοκαιριού.
Όταν έφτασαν στο ταμείο, η Άννα κοίταξε το καλάθι και γέλασε αυθόρμητα. «Πάμε κάπου… διακοπές;» Ο Μάρκος σήκωσε αυθόρμητα τους ώμους. Κάπως έτσι γίνεται πάντα με τον μαγιάτικο ήλιο. Μπορεί να μην έχει τη θεατρικότητα του πρώτου μπάνιου ή την επίσημη αίσθηση των διακοπών, αλλά φέρνει το καλοκαίρι σε απόσταση αναπνοής. Ένα «μπιπ» μακριά. Κι ας είναι αυτό από τη Lidl plus κάρτα την προκειμένη.
Τις επόμενες μέρες, το σπίτι αρχίζει να αλλάζει ρυθμό. Το μπαλκόνι, που όλον τον χειμώνα λειτουργούσε σαν ένα ενδιάμεσο σημείο γεμάτο πράγματα που κάποια στιγμή πρέπει να τακτοποιηθούν, ξαναβρίσκει λόγο ύπαρξης. Η μπαλκονόπορτα μένει ανοιχτή περισσότερη ώρα. Τα βράδια μπαίνει ένα ελαφρύ αεράκι μαζί με τους κοινότυπους ήχους από τα άλλα διαμερίσματα. Πιάτα που ακουμπούν σε τραπέζια, γέλια, μια τηλεόραση με την ένταση στα όριά της. Η Άννα ποτίζει τον βασιλικό κάθε πρωί πριν φύγει για τη δουλειά, παίζοντας λίγο με τις πιθανότητες διατήρησης της ζωντάνιας του. Νιώθει κάπως ότι και αυτό «διψάει». Ο Μάρκος τρώει τις φράουλες όρθιος πάνω από τον νεροχύτη, τελειώνοντας μονομιάς σχεδόν τις μισές.
Τα βράδια γυρνούν σπίτι κουρασμένοι και, αντί να στρώσουν κανονικά τραπέζι, βγάζουν στο μπαλκόνι ένα ξύλο κοπής, λίγο ψωμί και ό,τι υπάρχει ήδη στο ψυγείο. Βγαίνουν για φαγητό… έξω. Όχι έξω από το σπίτι. Έξω από τους τοίχους του. Ο Μάιος στην πόλη έχει αυτήν την περίεργη ιδιότητα. Ξαφνικά όλοι θυμούνται ότι έχουν μπαλκόνια και η φάση μετατρέπεται λίγο σαν κάτι από ζωντανές σισιλιάνικες γειτονιές. Οι γείτονες από απέναντι αρχίζουν να κάνουν και εκείνοι τις εμφανίσεις τους. Η φοιτήτρια στον τρίτο ποτίζει τα λουλούδια της, φορώντας ακουστικά. Ένας κύριος πιο πάνω μιλά στο τηλέφωνο περπατώντας πέρα δώθε. Και η πόλη ξαφνικά ακούγεται πιο προσιτή με ανθρώπινες γέφυρες και αυθεντικότητα.
Ένα βράδυ Παρασκευής, ο Μάρκος γυρίζει σπίτι με Lidl ψώνια για το σαββατοκύριακο. Από εκείνα τα πιο ανοιξιάτικα καλάθια του Μαΐου, γεμάτα μικρές αγορές που δεν μοιάζουν εντελώς απαραίτητες. Αλλά μπορεί και να είναι. Εντός, υπάρχουν όλα όσα λιγουρεύτηκε, αλλά και αυτά που κάπως ονειρεύτηκε για το σουκού τους. Φρούτα, παγωτά ξυλάκια, τσιπς για το μπαλκόνι και εκείνο το ελαιόλαδο που «είχε πέσει πάλι η τιμή του» και άξιζε να το πάρει σήμερα.
Η Άννα κοιτάζει τη σακούλα και γελά. «Μοιάζει σαν να ετοιμάζεις… τριήμερο». Και η αλήθεια είναι πως αυτό ακριβώς νιώθει κι ο Μάρκος. Μια άτυπη έναρξη καλοκαιριού. Ο ίδιος ανοίγει την μπαλκονόπορτα σχεδόν μηχανικά. Από το διπλανό διαμέρισμα έρχεται η μυρωδιά από κάτι που ψήνεται στον φούρνο. «Κάθε χρόνο το ξεχνάω αυτό», λέει. «Ποιο;» τον ρωτά η Άννα. «Το πόσο αλλάζει η γειτονιά όταν αρχίζουμε να μένουμε λίγο παραπάνω έξω. Αλλά και το πόσο πεινάω όταν μαγειρεύει ο Πάρης από δίπλα». Η Άννα γελά και αρχίζει να αδειάζει τη σακούλα στον πάγκο. Αμέσως αμέσως βρίσκονται και οι δύο στο μπαλκόνι, τρώγοντας κάτι απροσδόκητα νόστιμο. Και κάπως έτσι ξεκινά συνήθως το καλοκαίρι στην πόλη. Παραδοσιακά.
Κάθε χρόνο, κάπου μέσα στον Μάιο, τα σπίτια ανοίγουν ξανά. Προς τα έξω, προς τους άλλους, προς εκείνες τις μικρές στιγμές που δεν μοιάζουν σημαντικές όταν συμβαίνουν. Σαν τα πρώτα βράδια που κάθεσαι λίγο παραπάνω έξω. Κι ας είναι αυτό απλώς το σπίτι σου. Σαν να βγαίνουμε… μέσα. Και είναι οκ. Και πολύ μάλιστα.