Το κουράσαμε!
Η μοχθηρή ευφορία τού να διαβάζεις Ουελμπέκ
ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ παρατεταμένης μισανθρωπίας που διάγω, ο Ουελμπέκ το περίμενα πως θα ήταν η δέουσα συντροφιά. Διάβασα τη «Σεροτονίνη» σε κατάσταση μοχθηρής ευφορίας― ορίστε κι άλλοι έχουν αηδιάσει από τη φάση (ή τη φύση;) της ζωής που ζούμε, δεν κατοικείται ο κόσμος μόνο από τους ευτυχισμένους ημίτρελους των σόσιαλ.
Άσχετο λίγο, αλλά με εξέπληξε κάποια στιγμή μια φράση του. Και δεν εννοώ κάποια από τις αστραφτερές, αστραπιαίες φράσεις του, που είναι μαζί οδύνη, κυνισμός και πένθος σχεδόν ρομαντικό (ο ήρωας θέλει να θαφτεί μέσα στην απώλεια των γυναικών που αγάπησε, αν δεν είναι αυτό ρομαντισμός, τι είναι;), αλλά μια απλή, απλούστατη φράση του, όταν ο ήρωας, μεσήλικας, λούζερ ολικά και αμετάκλητα, ψάχνει μια γκαρσονιέρα να κρυφτεί μέσα της και να πεθάνει.
«Ένα κρεβάτι αρκεί», σκέφτεται. Ούτε έπιπλα ούτε τίποτα. «Το γηράσκον ζώο, ταλαιπωρημένο και με την αίσθηση ότι έχει πληγεί θανάσιμα, αναζητά καταφύγιο για να τελειώσει τη ζωή του».
Είχα βάλει αυτή τη φράση ως τίτλο σε ένα κομμάτι για τον Φράνσις Μπέηκον, πριν χρόνια, όταν είχα δει το δωμάτιό του στο Λονδίνο. Γυμνό, ένα κρεβάτι μόνο ― και μάλιστα μονό. Έτσι μονό και μόνο ήταν το κρεβάτι στο υπνοδωμάτιο του Χριστιανόπουλου. Του Σαχτούρη στην Κυψέλη. Της Γερτρούδης. Του Παΐσιου στις Καρυές. Περιέργως, μονό και του Ατατούρκ στο παλάτι του, στην Πόλη. Πολλά γυμνά δωμάτια, κατά καιρούς. Που λένε πολλά. Ή ίσως και τίποτα. Το μέγα, τελικό τίποτα.
Τεράστιος συγγραφέας, ατρόμητος, παγωμένο νερό που βγάζει από πάνω σου χιλιάδες ψεύδη και ψευδαισθήσεις και ιδεολογίες ληγμένες, και λόγια ιερών τεράτων που ήταν τωόντι τέρατα και οι μπλόφες τους ή οι φοβίες τους ή έστω οι ανεπάρκειές τους (τόσοι ήταν, τόσο έκαναν) κολλήσανε σαν τσίχλα στο μυαλό της Δύσης, αιώνες τώρα. Δεν ήταν τυχαία η αναφορά στον Μπαίηκον πριν. Με συγκινεί παρεμφερώς η ωμότητα με την οποία απεικονίζουν τη ζωή κι οι δυό τους, το τέλος του «μουνί καλλιγραφία», για να δανειστώ μια ουελμπέκεια έκφραση. Το ανοιγμένο στόμα της κραυγής να μοιάζει με ηλιοβασίλεμα του Μονέ.
Υπάρχει κι ένα εδάφιο στο βιβλίο που πολύ με διασκέδασε και το παραθέτω εδώ. Αποδομεί το οικοδόμημα του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού, χρησιμοποιώντας ως «θύματα» δύο από τα μεγαλύτερα ιερά τέρατα της λογοτεχνίας: τον Τόμας Μαν και τον Μαρσέλ Προυστ.
Υπάρχει τίποτα πιο όμορφο, πιο ποιητικό, από ένα μουνί που αρχίζει να υγραίνεται; Ζητώ να το σκεφτεί κανείς σοβαρά πριν μου απαντήσει. Μήπως ένας πούτσος που αρχίζει να σηκώνεται; Βάσιμο ακούγεται.
ΟΙ ΜΥΞΕΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ
Ήταν καιρός που ήθελα να διαβάσω το Μαγικό βουνό του Τόμας Μαν, το προαισθανόμουν πως ήταν πένθιμο βιβλίο, ταίριαζε γάντι στην κατάστασή μου, σίγουρα είχε έρθει η στιγμή. Το έπιασα λοιπόν, στην αρχή με θαυμασμό, έπειτα με αυξανόμενη επιφυλακτικότητα. Μολονότι η έκτασή του και οι φιλοδοξίες του ήταν σημαντικά ευρύτερες, το βαθύτερο νόημα του έργου ήταν τελικά ακριβώς το ίδιο μ’ εκείνο του Θανάτου στη Βενετία. Εξίσου όσο εκείνος ο χαζόγερος ο Γκαίτε (ο μεσογειακού ταμπεραμέντου Γερμανός ουμανιστής, ένας απ’ τους μεγαλύτερους ξεκούτηδες της παγκόσμιας λογοτεχνίας), εξίσου όσο ο ήρωάς του, ο Άσενμπαχ (ο οποίος βέβαια ήταν πολύ πιο συμπαθητικός), ο Τόμας Μαν, ο ίδιος ο Τόμας Μαν, και ήταν πολύ σοβαρό αυτό, είχε σταθεί ανίκανος να ξεφύγει από τη σαγήνη της νιότης και της ομορφιάς, που τελικά τις έθετε πάνω από καθετί άλλο, πάνω απ’ όλες τις διανοητικές και ηθικές αρετές, σε τελευταία ανάλυση είχε κι αυτός κυλιστεί μπροστά τους με τρόπο ειδεχθή, χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό. Έτσι όλη η κουλτούρα του κόσμου δεν χρησίμευε σε τίποτα, όλη η κουλτούρα του κόσμου δεν παρείχε κανένα ηθικό όφελος, κανένα πλεονέκτημα, μιας και την ίδια εποχή, ακριβώς την ίδια εποχή, ο Μαρσέλ Προυστ συμπέραινε στο τέλος του Ανακτημένου χρόνου, με θαυμαστή ειλικρίνεια, πως όχι μόνο οι κοσμικές σχέσεις αλλά ούτε καν οι φιλικές σχέσεις δεν πρόσφεραν τίποτα το ουσιαστικό, πως ήταν απλούστατα χάσιμο χρόνου, ο δε συγγραφέας, σε αντίθεση με ό,τι πιστεύει ο κόσμος, δεν είχε καθόλου ανάγκη από διανοητικές συζητήσεις, αλλά από «ελαφρούς έρωτες με ανθισμένα κορίτσια». Σ’ αυτό το στάδιο της επιχειρηματολογίας, θέλω πολύ ν’ αντικαταστήσω τα «ανθισμένα κορίτσια» με «υγρά μουνάκια», πράγμα που νομίζω θα συνεισφέρει στη σαφήνεια της τοποθέτησης, χωρίς να βλάψει την ποιητικότητά της (υπάρχει τίποτα πιο όμορφο, πιο ποιητικό, από ένα μουνί που αρχίζει να υγραίνεται; Ζητώ να το σκεφτεί κανείς σοβαρά πριν μου απαντήσει. Μήπως ένας πούτσος που αρχίζει να σηκώνεται; Βάσιμο ακούγεται. Όλα εξαρτώνται, όπως πολλά πράγματα στον κόσμο τούτο, απ’ τη σεξουαλική σκοπιά που υιοθετεί κανείς).
Για να επιστρέψω στο θέμα μου, ο Μαρσέλ Προυστ και ο Τόμας Μαν μπορεί να είχαν όλη την κουλτούρα του κόσμου, μπορεί να είχαν στο κεφάλι τους (εκείνα τα εντυπωσιακά πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, που συμπύκνωναν από μόνα τους οκτώ και παραπάνω αιώνες ευρωπαϊκού πολιτισμού) όλη τη γνώση και όλη την ευφυΐα του κόσμου, μπορεί ν’ αντιπροσώπευαν τις κορυφές του γαλλικού και γερμανικού πολιτισμού αντίστοιχα, δηλαδή των λαμπρότερων, βαθύτερων και πιο εκλεπτυσμένων πολιτισμών του καιρού τους, αλλά παρέμεναν στο έλεος, και έτοιμοι να γονατίσουν ενώπιον, οποιουδήποτε νεανικού υγρού μουνιού ή οποιουδήποτε υπερήφανα σηκωμένου νεανικού πούτσου – ανάλογα με τις προσωπικές τους προτιμήσεις, με τον Τόμας Μαν να παραμένει αναποφάσιστος σε αυτό το θέμα, τον δε Προυστ κατά βάθος να μην είναι και πολύ ξεκάθαρος. Έτσι, το τέλος του Μαγικού βουνού ήταν ακόμα πιο θλιβερό απ’ ό,τι άφηνε να διαφανεί η πρώτη ανάγνωση: δεν σήμαινε μόνο ότι η κατρακύλα, το 1914, σ’ έναν παράλογο όσο και φονικό πόλεμο ανάμεσα στους δύο υψηλότερους πολιτισμούς της εποχής σηματοδοτούσε τη χρεοκοπία κάθε ιδέας ευρωπαϊκού πολιτισμού, αλλά, με την τελική επικράτηση της ζωικής έλξης, σήμαινε επίσης το οριστικό τέλος κάθε πολιτισμού, κάθε κουλτούρας. Μια μιγάδα θα ’χε κάνει τον Τόμας Μαν να του τρέχουν τα σάλια· η Ριάνα θα ’χε κάνει τον Μαρσέλ Προυστ να κυλιέται σαν σκυλάκι· άλλως πως, οι δύο αυτοί συγγραφείς, οι κορυφές των εθνικών λογοτεχνιών τους, δεν ήταν αξιοσέβαστοι άντρες, έπρεπε δε να πάμε πολύ πιο πίσω, στις αρχές του 19ου αιώνα μάλλον, στην εποχή του γεννώμενου ρομαντισμού, για ν’ ανασάνουμε αέρα πιο υγιεινό και πιο καθαρό.
― Μισέλ Ουελμπέκ, Σεροτονίνη, άψογη μετάφραση Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Εστία.