ΕΛΑΣ. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗ. Το όνομα, τα χρώματα, η εμφανής ή λιγότερο «σημειολογία» προσέλκυσε σμήνη σχολίων στους τοίχους των social και στην κειμενογραφία των σάιτ και των εντύπων. Προφανώς, ο κόσμος που έχει εναποθέσει ελπίδες στην επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα σπεύδει να υπερασπιστεί αμέσως την ευρηματικότητα του ονόματος, το ευφυές των χρωμάτων, τη λογική των συμβολισμών. Οι άλλοι, οι «απέναντι», δεν είναι ένας ενιαίος χώρος. Ένας δεξιός λαός φαίνεται πως ανατρίχιασε κάπως με το φάντασμα του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΕΛΑΣ), οι αδιάλλακτα αντισύριζα κεντρώοι είδαν απόρριψη του κέντρου στη διατήρηση της λέξης «αριστερά», άνθρωποι που δεν αντέχουν το πρόσωπο του Τσίπρα κάγχασαν με το σκηνικό και κόσμος από το ΠΑΣΟΚ επισήμανε για άλλη μια φορά αντιγραφές από τη δική του οικιακή μυθολογία.
Αυτά όμως όλα είναι η προβλέψιμη χορογραφία των συναισθημάτων. Αν θέλει κανείς να είναι ψυχρά αναλυτικός, πρέπει να σταθεί στο όλον. Και στον λόγο και στους τόνους και στο λογότυπο. Έχουν, εμφανώς, ένα επίπεδο προετοιμασίας και επιμέλειας με τον επαγγελματισμό των σύγχρονων πολιτικο-επικοινωνιακών επιτελείων. Η πρώτη ύλη είναι, λοιπόν, ένα προοδευτικό-σοσιαλιστικό συνεχές, μια πρόσμειξη εποχών και συμβόλων. Δεν είναι τυχαία τα ονόματα που επιλέχθηκαν: Ρήγας Βελεστινλής, Μαρίνος Αντύπας, Ηλέκτρα Αποστόλου, Γρηγόρης Λαμπράκης. Το εθνικό, το κοινωνικό, το αντιστασιακό, το αριστερό/ειρηνιστικό. Φυσικά, μεγάλο μέρος των λέξεων και των αναφορών μιλά κυρίως σε ένα κοινό άνω των 50-60 ή και σε εκείνους τους λίγους νεότερους/-ες που γνωρίζουν τα ονόματα και τη σημασία τους. Ας το πούμε: η συναισθηματική αγωγή της βραδιάς ήταν αριστερή ή αριστερογενής. Την ίδια στιγμή, όπως και το 2014-15, ο Αλέξης Τσίπρας εξακολουθεί να είναι μαγεμένος από την ανδρεϊκή χειρονομία. Έχει γίνει μέρος της πολιτικής και εδώ και χρόνια και της σωματικής του γλώσσας.
H στροφή προς το κέντρο, που είναι ορατή, έστω κι αν οι μητσοτακικοί του κέντρου δεν τη βλέπουν. Πώς; Κάτω από κάθε φράση και επιμέρους στρώμα λέξεων ο Αλέξης Τσίπρας φροντίζει να τοποθετήσει ένα «συγχρόνως και τα δύο», δηλαδή κάτι που στον Μακρόν έγινε γνωστό ως το λεκτικό σχήμα του «en même temps».
Με αυτή την έννοια, τούτη η κυανέρυθρη ΕΛΑΣ μοιάζει με επανάληψη της αφήγησης για την ενότητα των αγώνων και των συμβόλων, από την Επανάσταση της Ανεξαρτησίας και μέχρι την Εθνική Αντίσταση, το 1981 και φυσικά την «κυβερνώσα Αριστερά» του 2015. Θυμόμαστε καλά μια ανάλογη συνάθροιση συμβόλων και στις συγκεντρώσεις του ανερχόμενου ΣΥΡΙΖΑ, παρά το ότι η σημερινή γλώσσα είναι σαφώς μετριοπαθέστερη από εκείνη στη δεκαετία του 2010.
Ας πάμε όμως λίγο και στο περιεχόμενο του ορίζοντα και της πυξίδας. Εδώ αυτό το κλείσιμο του ματιού ανάμεσα στο γαλάζιο και στο κόκκινο, στο ενωτικό/υπερβατικό και στο πιο συγκρουσιακό, δίνεται με το τέχνασμα της συμπερίληψης, με το περίφημο «και αυτό κι εκείνο». Σε αυτό ακριβώς το σημείο βλέπει κανείς τη στροφή προς το κέντρο, που είναι ορατή, έστω κι αν οι μητσοτακικοί του κέντρου δεν τη βλέπουν. Πώς; Κάτω από κάθε φράση και επιμέρους στρώμα λέξεων ο Αλέξης Τσίπρας φροντίζει να τοποθετήσει ένα «συγχρόνως και τα δύο», δηλαδή κάτι που στον Μακρόν έγινε γνωστό ως το λεκτικό σχήμα του «en même temps». Για παράδειγμα, μπορούμε να έχουμε και ισχυρά, ασφαλή σύνορα και ανθρωπιστική αντιμετώπιση των προσφύγων. Πώς όμως θα στηρίξει κανείς πολιτικά προτεραιότητες που έχουν αποδειχτεί ανταγωνιστικές μεταξύ τους; Ως προς την προσέλκυση κοινών, το καταφέρνει, πολιτικά όμως πώς ακριβώς θα διαμορφώσει προοδευτικές γνώμες ή μια αλλαγή αντιλήψεων;
Άλλο παράδειγμα της ίδιας λογικής. Μπορούμε, λένε, να έχουμε και αναπτυξιακό άλμα και πράσινη μετάβαση. Όλη σχεδόν τη μεσαία τάξη και τους επισφαλείς και τον αγροτικό κόσμο. Πριν από λίγες μέρες, νομίζω, μου είχε κάνει εντύπωση που άκουσα από το στόμα του Αλέξη Τσίπρα ένα σχήμα το οποίο είχε προταθεί παλαιότερα (στις ΗΠΑ και εδώ): ο λόγος διαίρεσης της κοινωνίας ανάμεσα σε ένα 99% και στο 1% μιας υπερπλούσιας ελίτ.
Θα αντιτείνει κανείς πως στη φάση συγκρότησης ενός πολιτικού χώρου πρέπει κανείς να στεγάσει διά της φαντασίας σχεδόν την ολότητα του έθνους, βγάζοντας μόνο εκτός πολύ λίγους που θα παίξουν τον ρόλο του «εξωτερικού από το έθνος συμφέροντος», της ολιγαρχικής κάστας. Είναι μια παλιά δομή της δημοκρατικής φαντασίας, και στην αστική και στην πιο ριζοσπαστική της εκδοχή. Σκέφτομαι πως το πρώτο πράγμα που είπε ο Τσίπρας χθες ήταν πως δεν ενδιαφέρει μόνο η πολιτική αλλαγή αλλά και η αλλαγή πολιτικής. Οι πολιτικές, εννοώντας βεβαίως αυτό που οι πολιτικοί επιστήμονες αποκαλούν συχνά «δημόσιες πολιτικές» (public policies), μετράνε επίσης.
Δεν αποφεύγω, λοιπόν, τη σκέψη ότι ένας προσανατολισμός που θέλει να ικανοποιεί/βολεύει τόσο διαφορετικά συμφέροντα και προσδοκίες θα έχει πάλι, όπως το 2015, πρόβλημα δημόσιων πολιτικών. Δηλαδή ιεράρχησης και σύγκρουσης. Η συμπαράθεση ιδεολογικών ρευμάτων που το καθένα έχει πολλαπλές τάσεις –και διεθνώς και τα τρία βρίσκονται σε πτώση– μπορεί να έχει αποτέλεσμα μέσα σε κείμενα γνώμης ή πλατφόρμες. Όταν όμως αυτός ο κατάλογος ηθελημένων πάει να συναντήσει πραγματικούς κοινωνικούς και πολιτικούς ανταγωνισμούς, είναι αδύνατο να αποφύγει τα διλήμματα. Και τα επίθετα (λόγου χάρη, υγιής επιχειρηματικότητα, δίκαιη ανάπτυξη κ.λπ.) δεν απαντούν σε αυτά τα διλήμματα. Τα ενσωματώνουν απλώς σε έναν συναισθηματικό χρωματισμό, στην αγαθή βούληση για πίστη (των συμπαθούντων) ή στην κακοπιστία (των δε).
Στη συνάντηση κάθε πολιτικής δύναμης με την τρέχουσα ελληνική πραγματικότητα θα πρέπει να έχει αποφασίσει κανείς αν θα είναι με ένα μητροπολιτικό πάρκο, αν θα επέμβει δραστικά σε διαδικασίες καταστροφής του οικοσυστήματος, αν είναι διατεθειμένος να πει όχι και σε μερίδες της πιο εύπορης μεσαίας τάξης για να ενισχύσει, ας πούμε, τις προοπτικές ζωής και αξιοπρέπειας των νεότερων και επισφαλών εργαζομένων. Ως πότε επίσης η αγωνία μη χαθεί ένα συντηρητικό εθνικό ακροατήριο θα εμποδίζει τη ριζική αλλαγή μεταναστευτικής πολιτικής και την ανοιχτή ιδεολογική σύγκρουση με τον μισάνθρωπο «εθνοκεντρισμό»;
Από αυτά και άλλα αντίστοιχα θα μπορέσουμε να βγάλουμε συμπεράσματα για την πορεία της πολιτικής πρότασης που προετοιμάστηκε όλους αυτούς τους μήνες. Κάποια από τα σήματα που δόθηκαν και χθες –και στα κείμενα που έχουν εμφανιστεί από το Ινστιτούτο Τσίπρα– έχουν πολύ καλά στοιχεία. Κυρίως το πώς επαναξιολογείται η σχέση κοινωνικής δικαιοσύνης, μάχης για τους φυσικούς πόρους και το θέμα (για μένα εξαιρετικά κρίσιμο) της ψηφιακής κυριαρχίας και του ελέγχου των αλγορίθμων. Και εδώ φοβάμαι, ωστόσο, πως η ΕΛΑΣ, θέλοντας να μη δυσαρεστήσει παρά μόνο λίγους πολύ-πολύ μεγάλους και μακρινούς, δεν θα αποφύγει μια ευχολογική πολιτική για τα εδώ θηρία.
Όλα αυτά –το ξέρουμε και ως απλοί αρθρογραφούντες που δεχόμαστε το μένος διαφόρων– έχουν ένα υψηλό κόστος συγκρούσεων. Η ίδια η τετριμμένη πια αναφορά στην αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου δεν υπάρχει περίπτωση να ενώσει τη «συντριπτική πλειοψηφία του λαού» εναντίον μιας απειροελάχιστης «μειοψηφίας». Πώς να πάρει κανείς την απόφαση να δώσει βάρος στο αγροδιατροφικό δίχως να αποεπενδύσει στοχευμένα από την ασφυκτική ηγεμονία του τουριστικού πλέγματος που έχει, ως γνωστόν, τεράστια κοινωνική ισχύ και ολόκληρες τοπικές κοινωνίες σε άμεση προσχώρηση;
Η περίοδος αυτή είναι εμπόλεμη προς τα έξω και έχει, με έναν άλλο όμως τρόπο από τη δεκαετία του 2010, πολύ μεγάλες διαμάχες αρχών και προσανατολισμού στο εσωτερικό.
Ο Αλέξης Τσίπρας, εθνοποιώντας το κόκκινο και κοκκινίζοντας (ελαφρώς) το εθνικό, δοκιμάζει, με πιο συγχρονισμένους και ποπ όρους, να φτιάξει μια «μεγάλη δημοκρατική παράταξη». Δεν ξέρω αν αυτή η υπόθεση μπορεί να σταθεί σε εποχές που παίζουν στην αρένα ένας ολοκληρωτικός καπιταλισμός, μια στρατιωτικοποίηση με συνδυασμό τεχνητής νοημοσύνης αλλά και η διάθεση κάποιων –πολύ περισσότερων δυστυχώς από το 1%– να πλουτίσουν, καταστρέφοντας τους όρους του κοινού βίου και της ζωής των πιο ευάλωτων.
Είναι μήπως η μάχη με ένα κομμάτι της θεσμικής διαφθοράς και της ανομίας κάτι που θεραπεύει μια αριστερή ταυτότητα κατακερματισμένη και τραυματισμένη; Μπορεί κανείς να αμφιβάλει. Διότι, πάνω στην αντι-διαφθορά, παίζει και το κόμμα Καρυστιανού και άλλες δυνάμεις στην πέρα και έξω δεξιά. Δεν πρέπει όμως να απογοητεύουμε εκ των προτέρων έναν κόσμο που ελπίζει στο καλύτερο. Λέμε απλώς πως αυτή η πρόταση-πρόσωπο δεν έχει πλέον την πίστωση του άγνωστου και του αδοκίμαστου. Ούτε οι λέξεις, ούτε τα χρώματα που είδαμε να ανεμίζουν στη σκηνή του Θησείου.
Παρ’ όλα αυτά, θα δούμε. Ο κοινωνικός και πολιτικός χρόνος είναι ανοιχτός, παρά τις καχυποψίες, τα βάρη της εμπειρίας και τα τραύματα μιας ολόκληρης περιόδου.