ΕΓΙΝΕ ΓΝΩΣΤΟ ως Λατινοαμερικανικό Βoom ή, με άλλα λόγια, η άνθηση της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, όταν ξαφνικά μια ολόκληρη ήπειρος άρχισε να βλέπει τους συγγραφείς της να περνάνε στην πρώτη γραμμή και να γίνονται σημείο αναφοράς για όλο τον κόσμο. Εκδότες, μεταφράσεις, περιοδικά, βραβεία έκαναν τη μέχρι τότε σνομπ Ευρώπη να κοιτάξει προς τις χώρες που, ανάμεσα σε δικτατορίες και τραγικά συμβάντα, γεννούσαν μια λογοτεχνία που δεν χρειαζόταν πια την άδεια για να μιλήσει και ανακάτευε τον ακραίο ρεαλισμό με την πιο δημιουργική φαντασία. Ισπανικά και πορτογαλικά μεταφράζονταν διαρκώς, όπως και παράξενες διάλεκτοι, ιδιόλεκτοι των ιθαγενών και λαϊκές παροιμίες, απηχώντας τον ρυθμό όχι μόνο των πόλεων αλλά και της πιο απομακρυσμένης επαρχίας. Αυτή ακριβώς η συνθήκη φαίνεται να ανασυστήνεται και τώρα με τις αθρόες εκδόσεις τίτλων από τη λατινοαμερικανική ήπειρο, οι οποίες όχι μόνο ανακαλούν την παλιά δόξα αλλά ταυτόχρονα χαράζουν νέες γραμμές.
Όλα ξεκίνησαν από την από μηχανής θεά του μάρκετινγκ, Κάρμεν Μπάλσελς, που «έσπρωξε» το κοινό προς αυτούς τους συγγραφείς. «Και έτσι γεννήθηκε το Λατινοαμερικανικό Βoom, που περιλάμβανε ονόματα όπως ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ο Μάριο Βάργκας Λιόσα, ο Κάρλος Φουέντες, ο Χούλιο Κορτάσαρ, ο Οκτάβιο Πας, ο Χουάν Ρούλφο, ο Μαξ Άουμπ… και η Ιζαμπέλ Αλιέντε» επισημαίνει η Αγγελική Βασιλάκου, έμπειρη μεταφράστρια Λατινοαμερικανών συγγραφέων που μας έφερε σε επαφή ειδικά με τις γυναικείες φωνές, σχολιάζοντας όλο το χρονικό της επικράτησής τους στη διεθνή βιβλιοφιλική συνθήκη. Ήταν τότε που στον πιο ακραίο ρεαλισμό κατάφερε να ριζώσει όχι μόνο η ποίηση, που έτσι κι αλλιώς διατρέχει τη φαντασία, αλλά και το όραμα και το παράδοξο. Αυτό μεταφράστηκε ως «μαγικός ρεαλισμός», που στην πράξη ήταν απλώς ένας τρόπος να ειπωθεί η αλήθεια, όταν οι εφημερίδες την αποσιωπούσαν. Γύρω από το μαγικό χωριό Μακόντο άρχισαν σταδιακά να μαζεύονται οι άνθρωποι που ξέρουν να αγαπούν και να ερωτεύονται, που τρώνε στο ίδιο τραπέζι με τα πνεύματα, που ενώνουν το παρελθόν με το μέλλον, ενώ έξω αλλάζουν καθεστώτα και η αφήγηση γίνεται νήμα: από στόμα σε σελίδα, από τη γιαγιά σε εγγονή, από το προσωπικό που γίνεται ξαφνικά υπόθεση όλων.
Οι γυναίκες συγγραφείς από τη Λατινική Αμερική δεν χαρίζονται: μιλάνε για πολιτικές δολοφονίες, απαγωγές, την πατριαρχία και τις δικτατορίες, όλα αυτά που ταλανίζουν τις διαφορετικές χώρες της ηπείρου για χρόνια.
Δεν είναι τυχαίο το ότι αυτό το φανταστικό χωριό, που αποτέλεσε την ουσία του «Εκατό χρόνια μοναξιά» –του βιβλίου που από το 1967 και μετά πυροδότησε το Λατινοαμερικανικό Boom, επανήλθε μόλις πρόσφατα στην πρώτη γραμμή εμπνέοντας μια καλογυρισμένη και υψηλού προϋπολογισμού σειρά για λογαριασμό του Netflix, γυρισμένη στην πατρίδα του Κολομβιανού συγγραφέα με ντόπιους ηθοποιούς. Είναι, μάλιστα, η πρώτη φορά που μπορούμε να μιλάμε για μια πετυχημένη μεταφορά του μπεστ σέλερ του Μάρκες, η οποία ενδεχομένως να δικαιολογεί και το αυξημένο ενδιαφέρον όχι μόνο για τα βιβλία του κορυφαίου νομπελίστα –που επανεκδίδονται όλα σε καλές μεταφράσεις από τον Ψυχογιό– αλλά και συνολικότερα για τον πολλαπλασιασμό των μεταφρασμένων τίτλων λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και παγκοσμίως. Ο πολλαπλασιασμός αυτός δεν παρατηρείται μόνο σε εκδοτικούς οίκους που εστιάζουν στους Λατινοαμερικανούς συγγραφείς, όπως η Opera, αλλά και σε άλλους που άρχισαν να στρέφουν ξαφνικά το ενδιαφέρον τους σε όλο το φάσμα των συγγραφέων και των ειδών.
Βέβαια, ο «μαγικός ρεαλισμός» έγινε σταδιακά modus operandi για τους συγγραφείς της Νοτίου Αμερικής και από πρωτότυπο είδος κυρίαρχος κανόνας, μέχρι που κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο οδοστρωτήρας Ρομπέρτο Μπολάνιο για να «ξορκίσει», όπως σχολιάζει χαρακτηριστικά η μεταφράστρια Αγγελική Βασιλάκου, τη στερεοτυπική ιδέα που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται για τη λατινοαμερικανική λογοτεχνία: «Το μυθιστόρημά του “2666” σημείωσε τεράστια επιτυχία στις Ηνωμένες Πολιτείες, ωθώντας τους ξένους εκδότες να στρέψουν ξανά το βλέμμα τους στη Λατινική Αμερική και επιστρατεύοντας κάθε είδους μαντεία για να βρουν τον “νέο Μπολάνιο”. Τον οποίο προφανώς και δεν βρήκαν. Τα τελευταία, όμως, χρόνια οι ξένοι εκδότες παρατήρησαν κάτι περίεργο. Σύμφωνα με τον Γκουστάβο Γκερέρο, λογοτεχνικό σύμβουλο στον γαλλικό εκδοτικό οίκο Gallimard: oι γυναίκες συγγραφείς είναι παρούσες στον τομέα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και χαρακτηριστικά ανέφερε το βραβείο Νόμπελ της Γκαμπριέλα Μιστράλ ή την αξιοζήλευτη θέση που κατέχει η Κλαρίσε Λισπέκτορ στον κανόνα. Ωστόσο, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αντιμετωπίζουμε ένα φαινόμενο πρωτοφανούς έντασης: όταν το International Booker του 2020 περιλαμβάνει τρεις Λατινοαμερικανίδες συγγραφείς μεταξύ των φιναλίστ του (Σαμάνθα Σβέμπλιν, Γκαμπριέλα Καμπεσόν Κάμαρα και Φερνάντα Μελτσόρ) και βρίσκεται και μια τέταρτη στην κριτική επιτροπή (Βαλέρια Λουισέλι), είναι αναμφισβήτητο ότι κάτι συμβαίνει», καταλήγει η Βασιλάκου.
Όντως, οι γυναίκες συγγραφείς κάνουν τη διαφορά και η απόδειξη είναι όχι μόνο οι τίτλοι κορυφαίων ονομάτων, όπως η Σέλβα Αλμάδα που παρουσίασε πρόσφατα τα κορυφαία βιβλία της, π.χ. «Οι πλινθοποιοί», τα οποία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος, στο 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας, αλλά και το γεγονός ότι σε αυτές επικεντρώνονται ολόκληροι εκδοτικοί οίκοι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι εκδόσεις Carnivora που επικεντρώνονται στο ισπανόφωνο νουάρ και μάλιστα στις γυναικείες φωνές του. Για παράδειγμα, η Αργεντινή Κλαούδια Πινιέιρο έχει αγαπηθεί πολύ από το κοινό, γεγονός που κάνει τις εκδότριες –γυναίκες, επίσης– του Carnivora να μεταφράζουν όσο περισσότερους δικούς της τίτλους μπορούν, και όχι μόνο (τελευταίος είναι «ο Χρόνος των Μυγών», η πολυαναμενόμενη συνέχεια του Δικιά σου για πάντα σε μετάφραση Ασπασίας Καμπύλη, Χριστίνας Φιλήμονος). Το σημαντικότερο είναι ότι οι γυναίκες συγγραφείς από τη Λατινική Αμερική δεν χαρίζονται: μιλάνε για πολιτικές δολοφονίες, απαγωγές, την πατριαρχία και τις δικτατορίες, όλα αυτά που ταλανίζουν τις διαφορετικές χώρες της ηπείρου για χρόνια. Η προσωπική μας αγαπημένη Φερνάντα Μελτσόρ στο «Εδώ δεν είναι Μαϊάμι» (εκδόσεις Δώμα) μιλάει για τη σκληρότητα της πόλης καταγωγής της, της Βερακρούς, και για το τι σημαίνει να είσαι γυναίκα στο Μεξικό της ωμής βίας και της διαφθοράς. Η Αγγελική Βασιλάκου, μεταφράστριά της, μας θυμίζει ότι δεν είναι μόνο η Μελτσόρ που κάνει τη διαφορά: «Οι Σαμάνθα Σβέμπλιν, Φερνάντα Μελτσόρ, Μόνικα Οχέδα, Κριστίνα Ριβέρα Γκάρσα, Σέλβα Αλμάδα, Μαριάνα Ενρίκες κ.ά. αναγνωρίζονται σήμερα διεθνώς ως οι νέες φωνές της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας. Τι σημαίνει όμως αυτό; Είναι μόδα, είναι άνθηση ή απλώς σημείο των καιρών; Για να συμβεί μια άνθηση, δύο πράγματα είναι απαραίτητα: κάποιος να φέρει στο φως ορισμένους συγγραφείς, και αυτοί να αξίζουν τον κόπο».
Το πιο σημαντικό, όμως, όπως επισημαίνει η ίδια, είναι η θεματολογία. «Ως ηρωίδες ενός αντίστροφου κανόνα καταρρίπτουν τα κλισέ του μαγικού ρεαλισμού, των καρτέλ και των δικτατοριών… και, ναι, ασχολούνται με θέματα φύλου, βίας και γενοκτονίας. Αλλά και ο Σάερ ή ο Μπόρχες έγραφαν για γενοκτονίες. Τι αλλάζει λοιπόν; Καταρχάς, η εποχή. Και το τι είμαστε πρόθυμοι να ακούσουμε, να διαβάσουμε. Θέματα ρατσισμού, αποικιοκρατίας, ζητήματα ΛΟΑΤΚΙ+, αντιφρονούντων σωμάτων και υποκειμενικοτήτων έχουν βρει θέση στην τέχνη και έχουν επανεκτιμηθεί. Και οι φεμινισμοί το ίδιο. Καθεμία από αυτές τις ομάδες οφείλει αυτήν τη νέα ορατότητα στους ακτιβιστές της. Δεν είναι μια μόδα, αλλά μια ανταμοιβή μετά από τόσα χρόνια αγώνα», λέει η Γουαδελούπε Νετέλ. Κι έπειτα, είναι η ίδια η γραφή. Ο τρόπος που γράφουν. «Η γραφή της Μελτσόρ εκρήγνυται στο κεφάλι του αναγνώστη», λέει ο Χουάν Βιγιόρο. «Το ίδιο μπορεί να ισχυριστεί κανείς και για τη Σβέμπλιν, την Ενρίκες, την Αμπουέρο… και για την καθεμία από αυτές».
Αναμφισβήτητα πρόκειται για την πιο εντυπωσιακά ριζοσπαστική εκδοχή της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας, που για δεκαετίες παραγνώριζε τη σπουδαία δυναμική των γυναικών. Αλλά σημαντικό είναι ότι ανάμεσα στα άκρως επίκαιρα έργα μεταφράζονται και κλασικά. Τα λόγια, φέρ’ ειπείν, του κορυφαίου Αργεντινού Ερνέστο Σάμπατο στο κορυφαίο «Άνθρωποι και Γρανάζια» (μτφρ. Δήμητρα Παπαβασιλείου, εκδόσεις Μάγμα) για τη μηχανή που «όταν άρχισε να χειραφετείται από τον άνθρωπο και να εναντιώνεται σε αυτόν, έχοντας μετατραπεί σε ένα ανώνυμο μέρος, ξένο προς την ανθρώπινη ψυχή, απειλεί με την εξόντωσή μας» ακούγονται πιο επίκαιρα από ποτέ. Αντίστοιχα σημαντικό για όλα όσα συμβαίνουν στην εποχή μας είναι «το Σφαγείο», ένα ξεχασμένο για χρόνια κλασικό κείμενο του 19ου αιώνα του κορυφαίου Αργεντινού συγγραφέα και ποιητή Χοσέ Εστέμπαν Ετσεβερία, εισηγητή του ρομαντισμού στη χώρα του και κορυφαίας μορφής της εκκολαπτόμενης δημοκρατίας, το οποίο είναι ενδεικτικό του τρόπου που η πολιτική διαπερνούσε και διαπερνά ακόμα κάθε πτυχή των γραμμάτων. Το κείμενο, που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Έρμα σε μετάφραση Νάνσυς Αγγελή, ήρθε στο φως από τον πολιτικό, ιστορικό, κριτικό λογοτεχνίας και ποιητή Χουάν Μαρία Γκουτιέρεθ. Πόσες σκληρές αλήθειες μπορεί κανείς να ανιχνεύσει, για παράδειγμα, στο περιθώριο της Ιστορίας για ξεχασμένους καλλιτέχνες, θεούς και οραματιστές, καταπιεσμένες γυναίκες και μαύρους σκλάβους που έχτισαν τον Λευκό Οίκο; Δηλαδή όλα αυτά που, εν ολίγοις, φέρνει στο φως ο Εντουάρντο Γκαλεάνο στο αριστουργηματικό βιβλίο του «Καθρέφτες», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση Ισμήνης Κανσή και πρόλογο του Κώστα Αθανασίου, ο οποίος έχει αναλάβει και με άλλα σημειώματά του να μας υπενθυμίσει την ολβιόδωρη δύναμη που έχουν τα κείμενα αυτών των συγγραφέων.
Πολλοί είναι οι εκδοτικοί οίκοι που σπεύδουν να εμπλουτίσουν με ανάλογους τίτλους τις διάφορες σειρές τους ή να μας συστήσουν στα ελληνικά κορυφαίους σύγχρονους Λατινοαμερικανούς συγγραφείς. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τον Ίκαρο το βραβευμένο νέο βιβλίο του κορυφαίου Μεξικανού Γκιγιέρμο Αριάγα «Να σώσουμε τη φωτιά», «για τον διχασμό της ανθρώπινης φύσης ανάμεσα στην καταδίκη και την εξιλέωση», όπως επισημαίνει η μεταφράστριά του Νάννα Παπανικολάου. Από τον ίδιο οίκο εκδόθηκε πρόσφατα άλλο ένα έργο του Χιλιανού Αλεχάντρο Σάμπρα, η «Παιδική Λογοτεχνία», σε μετάφραση του κορυφαίου μεταφραστή Αχιλλέα Κυριακίδη, ο οποίος μας έχει φέρει, με τις εξαιρετικές μεταφράσεις του, σε επαφή με κορυφαίους συγγραφείς της, όπως ο Μπόρχες, ο Κορτάσαρ, ο Λουίς Σεπούλβεδα, ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκεζ. Οι εκδόσεις Διόπτρα ανέλαβαν, αντίστοιχα, εκ νέου την υπόθεση Καστανιέδα για τους αμετανόητους φαν, κυκλοφορώντας γνωστούς τίτλους του, όπως «Η Διδασκαλία του δον Χουάν», ενώ εκδίδουν συστηματικά κι άλλους σημαντικούς συγγραφείς όπως ο Κολομβιανός Σαντιάγκο Γκαμπόα (πιο πρόσφατη κυκλοφορία του οι «Νυχτερινές Ικεσίες» σε μετάφραση Βασιλικής Κνήτου). Για χρόνια, πάντως, την απόδοση στα ελληνικά συγγραφέων του Λατινοαμερικανικού Boom είχαν αναλάβει οι εκδόσεις Καστανιώτη, από τον αξέχαστο κορυφαίο νομπελίστα Μάριο Βάργκας Λιόσα έως τον Χουάν Βιγιόρο και τον Σαντιάγο Ρονκαλιόλο. Σημαντικό είναι να πούμε ότι από τις 8 ως τις 21 Ιουνίου θα πραγματοποιηθεί το περίφημο ΛΕΑ, το Ελληνο-ιβηροαμερικανικό Φεστιβάλ Λογοτεχνίας εν Αθήναις, που επίσης έχει συμβάλει σημαντικά στη διάδοση αυτής της λογοτεχνίας.
Όλα δείχνουν πως πάνω στα βαθιά χαραγμένα τραύματα μιας τεράστιας ηπείρου που δεν έπαψε ποτέ να ζει στα όρια, μπλέκονται οι πιο αριστουργηματικές ιστορίες ακριβώς γιατί όταν η πραγματικότητα γίνεται αδιανόητη, το φανταστικό μοιάζει πιο ρεαλιστικό από ποτέ.
ΒΡΕΙΤΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΣΤΟ LiFO shop
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.