ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ, μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι η κινηματογραφική παραγωγή της δεκαετίας του ’90 ήταν πλημμυρισμένη από μέτριες, σαχλές και εφήμερες «ανεξάρτητες» αμερικανικές ταινίες – νεανικές και ψευτο-εναλλακτικές – που κατά κανόνα έκαναν πρεμιέρα στο φεστιβάλ του Sundance. Τότε όμως τρέχαμε και τις βλέπαμε σχεδόν όλες (ή τις νοικιάζαμε στο βίντεο κλαμπ), ακόμα και τις αθλιότερες. Και το χειρότερο είναι ότι τις θυμάμαι κιόλας τις περισσότερες απ’ αυτές – όπως θυμάται κανείς τα νιάτα του – ενώ σίγουρα έχω ξεχάσει αριστουργήματα που είδα αργότερα. Και χθες θυμήθηκα (μετά από λίγο ψάξιμο) δύο από αυτές τις ταινίες, που φυσιολογικά θα έπρεπε να έχουν αναπαυθεί για πάντα στη λήθη, δυστυχώς όμως μου ήρθαν στο μυαλό λόγω της επικαιρότητας που αφορά στην τραγωδία της Ηλιούπολης.
Και οι δύο ταινίες (λίγο θρίλερ, λίγο μαύρη κωμωδία αμφότερες) είναι του 1998 και εκτός από παρόμοιο τίτλο (Dead Man’s Curve και Dead Man on Campus, η πρώτη λίγο καλύτερη από τη δεύτερη, απ’ ό,τι θυμάμαι) «εξερευνούν» λίγο-πολύ το ίδιο θέμα: φοιτητές της συμφοράς επιχειρούν να εξαναγκάσουν συμφοιτητή τους σε αυτοκτονία έτσι ώστε να εκμεταλλευτούν τον «νόμο» σύμφωνα με τον οποίον αν αυτοκτονήσει συνάδελφός, περνάς χωρίς εξέταση τα μαθήματα του εξαμήνου.
Κατά καιρούς έχουν σημειωθεί σε διάφορες περιπτώσεις, ευνοϊκές «ρυθμίσεις» όταν πρόκειται για μαθητές ή σπουδαστές με πολύ νωπό το τραύμα της βίαιης απώλειας συμμαθητή ή συμμαθητών τους.
Η αρχή αυτή έχει την ονομασία “pass by catastrophe” («περνάω [τις εξετάσεις] διά της καταστροφής») και για χρόνια πίστευα ότι ίσχυε πραγματικά αυτό το «ειδικό καθεστώς», τουλάχιστον στην αμερικανική εκπαίδευση, όχι μόνο από τις δύο αυτές ταινίες αλλά και από ένα σωρό άλλες αναφορές, εντός και εκτός μυθοπλασίας.
Τελικά όμως δεν επρόκειτο για «αρχή» ή για «νόμο» (ούτε καν άγραφο), αλλά για μια κοινή παρεξήγηση (ή για «ευσεβή πόθο» τεμπέληδων σπουδαστών), για έναν αστικό μύθο, ευρύτατα διαδεδομένο, εξαιρετικά ανθεκτικό και δύσκολο να διαψευστεί απολύτως, όπως όλοι οι αστικοί μύθοι. Τίποτα τέτοιο δεν υπάρχει επίσημα σε καμιά νομοθεσία, εγκύκλιο ή καταστατικό ιδρύματος. Στην πραγματικότητα όμως, κατά καιρούς έχουν σημειωθεί σε διάφορες περιπτώσεις, ευνοϊκές «ρυθμίσεις» (μετάθεση εξετάσεων, διακριτικό χαμήλωμα των ορίων επιτυχίας, «στραβά μάτια») όταν πρόκειται για μαθητές ή σπουδαστές με πολύ νωπό το τραύμα της βίαιης απώλειας συμμαθητή ή συμμαθητών τους.
Συνεπώς, θα μπορούσε να πει κανείς ότι δεν ζήτησαν κάτι τόσο ανήκουστο ή εξωφρενικό ή μακάβρια «ωφελιμιστικό» όσο παρουσιάστηκε, ο δήμαρχος και η Ένωση Γονέων & Κηδεμόνων της Ηλιούπολης, με το αίτημά τους «να αναγνωριστεί η εξαιρετική αυτή συνθήκη για τη συγκεκριμένη σχολική κοινότητα και να εξασφαλιστεί και κάποια μοριοδότηση για τα παιδιά που έχουν βιώσει αυτό το τραγικό γεγονός». Στην επιστολή του προς την υπουργό Παιδείας, ο δήμαρχος προσθέτει ότι «το αίτημα αυτό δεν αποσκοπεί στην άνιση μεταχείριση, αλλά στην αποκατάσταση μιας αντικειμενικά άνισης αφετηρίας, καθώς οι συγκεκριμένοι μαθητές καλούνται να εξεταστούν υπό συνθήκες έντονου ψυχικού τραύματος».
Η ψυχολογική στήριξη των μαθητών αυτών με κάθε μέσο θα έπρεπε να είναι η μοναδική και η απόλυτη προτεραιότητα. Και εντός του λειτουργικού πλαισίου της συγκεκριμένης σχολικής κοινότητας (του συγκεκριμένου σχολείου δηλαδή, όπως λέει ο δήμαρχος, όχι όλων των σχολείων του δήμου, όπως φαίνεται να εννοεί, αν δεν παρεξήγησα, η Ένωση Γονέων), θα μπορούσε να υπάρχει, και πιθανότατα υπάρχει ήδη, μια «ευελιξία» σε ό,τι αφορά τις υποχρεώσεις των μαθητών. Δύσκολα όμως μπορεί να εφαρμοστεί για τα παιδιά αυτά μια ειδική ποσόστωση ή μοριοδότηση από την πολιτεία, καθώς μπορεί εύκολα να φανταστεί κανείς τι θα συμβεί αν ανοίξει αυτή η πόρτα (αυτό το «παραθυράκι») σε μια χώρα που η τραγωδία εύκολα μετατρέπεται σε διοικητικό αίτημα.