ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΗ ΜΑΜΑ μου (μου φαίνεται προσωπικά πιο τίμιο και ειλικρινές από το «μάνα» ή το «μητέρα») προς τα τελευταία της, να μου εκφράζει πού και πού το ίδιο παράπονο. Ότι δεν ακούει πια ποτέ παιδιά να παίζουν έξω στο δρόμο. Είχε ξεμείνει μόνη της στο «πατρικό» και όλα ήταν πια πολύ πιο ήσυχα, μέσα και έξω από το σπίτι το οποίο βρισκόταν σε μια συνοικιακή γειτονιά που δεν είχε τις αλάνες και την αδιανόητη άπλα που γνωρίσαμε πιτσιρικάδες, χωροταξικά όμως παρέμενε «φιλική» προς τα παιδιά, σε περίπτωση που αποφάσιζαν να βγουν έξω και να παίξουν. Μόνο που, όπως και η ίδια τελικά παραδεχόταν, οι εποχές είχαν αλλάξει και τα παιδιά δεν έβγαιναν να παίξουν έξω όπως παλιά, ακόμα κι αν επρόκειτο για μια γειτονιά ήσυχη, ευρύχωρη, «αποκεντρωμένη».
«Δεν ξέρεις πόσο τυχερός είσαι», μπορεί να μου πει κάποιος που ζει κάτω από οικογένεια υψηλών εντάσεων με μικρά παιδιά ή δίπλα σε μεγάλο σχολικό συγκρότημα.
Τουλάχιστον στα προάστια καταλαβαίνεις ότι υπάρχουν παιδιά, ακόμα κι αν δεν επιτρέπεται να κυκλοφορούν και να παίζουν στον δημόσιο χώρο χωρίς διαρκή επίβλεψη, όπως παλιά. Στο κέντρο, εκεί που μένω εγώ τουλάχιστον, είναι σα να μην υπάρχουν (στην πολυκατοικία μου ισχύει αυτό 100% και δεν είναι η μόνη).
Φυσικά (στατιστικά μάλλον) ζουν κι εδώ γύρω κάποιες οικογένειες (ελληνικές, φιλιππινέζικες και άλλες), είναι όμως σαφώς λιγότερες από τα Airbnb και τα ιατρεία. Λογικό. Με τόσο υψηλά ενοίκια, με τόσο πολύ βουητό, με τόσα πολλά αυτοκίνητα, με τόσο άθλια και στενά πεζοδρόμια, με τόσα λίγα πάρκα και μα τόση απαξίωση των δημόσιων σχολείων του κέντρου, πολλοί γονείς που πέρασαν τα νιάτα τους στο κέντρο, υποχώρησαν ατάκτως προς τα προάστια. Πίσω έμειναν, σε πολλές περιπτώσεις, εκείνοι που οικονομικά τους παίρνει λίγο παραπάνω.
Είναι παράξενη, σαν δυστοπική επιστημονική φαντασία – σαν την ταινία «Τα παιδιά των ανθρώπων» – η αίσθηση ότι ζει κανείς σ’ ένα μέρος, σε μια πόλη χωρίς παιδιά, κυρίως υπό την έννοια ότι τα παιδιά εκπροσωπούν τη συνέχιση μιας γειτονιάς, μιας κοινότητας. «Δεν ξέρεις πόσο τυχερός είσαι», μπορεί να μου πει κάποιος που ζει κάτω από οικογένεια υψηλών εντάσεων με μικρά παιδιά ή δίπλα σε μεγάλο σχολικό συγκρότημα. Κάποιος άλλος πάλι μπορεί να δει καχύποπτα και στραβά τον συλλογισμό μου («και τι τα θέλεις δηλαδή τα ξένα παιδιά;»), αφού στους καιρούς που ζούμε ο οποιοσδήποτε μεσήλικας και άνω άνδρας φαίνεται να ταιριάζει γάντι στο προφίλ του «παιδόφιλου».
Για μένα, το πιο σοκαριστικό στοιχείο στο πρόσφατο ντοκιμαντέρ του Louis Theroux στο Netflix για το διαδικτυακό «manoshpere» ήταν η ευκολία με την οποία όλα αυτά τα φασιστάκια της «ανδρόσφαιρας» τον αποκαλούσαν αντανακλαστικά, ακόμα και στα μούτρα του, «paedo». Είναι η βρισιά της εποχής και εκτοξεύεται με χαρακτηριστική άνεση κατά πάντων, δικαίων και αδίκων.