«H φυλακή είχε μεταβληθεί σε κόλαση για κάθε άνθρωπο»

«Εδώ υπήρξε μια φορά η Παλιά Στρατώνα» Facebook Twitter
0


ΕΙΧΑΝ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙ ΑΠΟ ΗΜΕΡΩΝ
τους δημοσιογράφους της εφημερίδας «Ακρόπολις» για το αναμενόμενο και μοιραίο τέλος της φυλακής Παλιάς Στρατώνας, αλλά ποιος το πίστευε στ’ αλήθεια; Χρόνια περίμεναν όλοι αυτήν τη στιγμή, που όμως δεν ερχόταν: «Θα λείψει αυτό το αίσχος που προσβάλλει τον πολιτισμό μας και ντροπιάζει την Αθήνα».

Στις 28 Νοεμβρίου 1931 τα ψέματα τελείωσαν και οι δημοσιογράφοι παρευρέθηκαν στην οριστική λήξη της βασιλείας της. Το μοιραίο επήλθε στις 12:30 ακριβώς. Το κυριότερο γνώρισμά της ήταν αυτό «της σαλατοποιήσεως όλων των παρανομησάντων, ανεξαρτήτου ποιόν και τάξεως». Είναι αυτό δηλαδή που την κατέστησε τόσο αντιπαθητική, ενώ, αν μπορούσε να τη συγκρίνει κανείς με άλλες φυλακές του ελληνικού κράτους, όπως του Μεσολογγίου ή του Ακραίου, θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει και κήπο της Εδέμ.

Οι τρεις τελευταίοι κρατούμενοί της, ένας γνωστός μεγαλοκαταχραστής, ένας φονιάς και ένας κατσικοκλέφτης, πέρασαν το κατώφλι της για να σαλπάρουν πάνω στο κρατικό φορτηγό αυτοκίνητο που θα τους μετέφερε στις φυλακές Συγγρού. Και έγινε σωστή, θα έλεγε κανείς, κηδεία. Τεθλιμμένοι συγγενείς οι τρεις αυτοί κατάδικοι –φίλοι στενά συνδεόμενοι–, ο διευθυντής της, Νίκου, και τρεις δεσμοφύλακες. Νεκροθάφτης, τέλος, ο γενικός διευθυντής των φυλακών, Παναγής Σκουριώτης. Σε αυτόν παραδόθηκε η αρμαθιά των κλειδιών και αυτός υπέγραψε το πρωτόκολλο που έλεγε: «Παλαιά Στρατών. Σχολάζουσα δημοσία περιουσία».

Κόσμος και κοσμάκης συνέρρεε όλες εκείνες τις μέρες της κατεδάφισης. Πρόσωπα ανήσυχα, μορφές θλιμμένες, άνθρωποι που χολοσκούσαν, καρδιές έτοιμες να ραγίσουν σε κάθε χτύπο της αξίνας.

Μέσα σε αυτή την επισημότητα, λοιπόν, στην οποία εκτυλισσόταν ο θάνατός της, ο απεσταλμένος της εφημερίδας «Ακρόπολις» βρήκε καιρό να την περιεργαστεί. Τα τραγουδισμένα της ψηλά παράθυρα, που υπήρξαν χρόνια και χρόνια καημός και μεράκι ελευθερίας για εκείνους που στυλωμένοι πίσω τους αγνάντευαν την πρωτεύουσα από το Μοναστηράκι ως τους σιδηροδρομικούς σταθμούς, μπορούσαν να διηγηθούν όλη την ιστορία της.

Ο Παναγής Σκουριώτης παρέλαβε τα κλειδιά από τον κύριο Νίκου και οι δεσμοφύλακες τράβηξαν για τελευταία φορά τις βαριές της αμπάρες και έφυγαν περίλυποι, ψιθυρίζοντας: «Συγχωρεμένη να ’ναι!».

Η ιστορία της Παλιάς Στρατώνας

«Εδώ υπήρξε μια φορά η Παλιά Στρατώνα» Facebook Twitter

Τι ήταν, όμως, η Παλιά Στρατώνα προτού γίνει Παλιά και πώς έγινε ακούσιο καταφύγιο για κάθε καρυδιάς καρύδι; Σύμφωνα με μια συνέντευξη του ιστοριοδίφη Δημήτριου Καμπούρογλου, το κτίριο οικοδομήθηκε το 1834 από τον Βαυαρό Σπις, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως στρατώνας. Ο Σπις, με βάση τα όσα αφηγείται ο Καμπούρογλου, κατεδάφισε τα γύρω βυζαντινά μνημεία για να χρησιμοποιήσει τα υλικά τους. Δεν σεβάστηκε ούτε το κονάκι του περίφημου βοεβόδα Χατζή Αλή Χασεκή, του απαίσιου Τούρκου πασά, που βασάνισε φρικτά και θανάτωσε τόσους Αθηναίους. Το περιέλαβε και αυτό, αφού το ξετείχισε, μέσα στο οικοδομικό σύμπλεγμα της «Παλιάς».

Το πότε αποφασίστηκε η «Παλιά» να γίνει φυλακή πολιτικών υποδικοκαταδίκων δεν το γνώριζε κανείς από τους υπαλλήλους του υπουργείου Δικαιοσύνης. Στις ερωτήσεις του ρεπόρτερ της «Ακροπόλεως», όλοι τους παρέπεμπαν στον Καμπούρογλου, σαν να ήταν ο γενικός αρχειοφύλακας του κράτους. Η δικαιολογία που προέβαλλαν για την έλλειψη αυθεντικών πληροφοριών ήταν η εξέγερση των κρατουμένων στα 1920, οπότε και το αρχείο της φυλακής κάηκε ολοκληρωτικά.

Το 1929 πέρασαν από τα κελιά της 5.000 κρατούμενοι και 3.573 το 1930. Το υπουργείο Δικαιοσύνης υπολόγιζε ότι κατά μέσο όρο κρατούνταν 4.500 άτομα ανά έτος. Τη μέρα που κοινοποιήθηκε η διαταγή του υπουργείου Δικαιοσύνης να εκκενωθεί το κτίριο, ο αριθμός των κρατουμένων έφτανε τους 680.

«Εδώ υπήρξε μια φορά η Παλιά Στρατώνα» Facebook Twitter

Ποια είναι, όμως, η αληθινή αιτία για την τόση καταφορά εναντίον της; Δεν ήταν μόνο η ασχήμια του οικοδομήματος σε τόσο κεντρικό μέρος των Αθηνών, ούτε ότι οι κρατούμενοι δεν ήταν ευχαριστημένοι. Αντιθέτως, μάλιστα, υπόδικοι και κατάδικοι το θεωρούσαν προνόμιο να μείνουν στην «Παλιά» και όχι στη «Συγγρού» – προνόμιο που για να αποκτηθεί μπορεί να απαιτούσε και ρουσφέτι. Ο πραγματικός λόγος ήταν άλλος. Ότι ενώ η Παλιά Στρατώνα είχε οριστεί για κρατούμενους με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος, λόγω της ρουσφετολογίας κατάντησε να φιλοξενεί κρατούμενους ισόβιων και πρόσκαιρων δεσμών, όπως και φουκαράδες – ποινικά αθώους, παραβάτες όμως των φορολογικών νόμων. Βρίσκονταν ακόμα εκεί και οι «μυτάκηδες» της ηρωίνης και της κοκαΐνης, και έτσι η φυλακή είχε μεταβληθεί σε κόλαση για κάθε άνθρωπο που τύχαινε να πέσει σε κάποιο παράπτωμα.

Οι μεγάλες αρχαιολογικές ανασκαφές

Ο Πέτρος Πικρός είχε παρευρεθεί, για λογαριασμό της εφημερίδας «Πατρίς», κατά τα τέλη Απριλίου του 1931, στις πρώτες κατεδαφίσεις της παλιάς Αθήνας, στα σημεία όπου επρόκειτο να γίνουν οι μεγάλες αρχαιολογικές ανασκαφές. Τρία σπίτια κατεδαφίστηκαν επί της οδού Ποσειδώνος, απέναντι ακριβώς από τη Βλασσαρού. Σε μερικές μέρες άλλα δέκα είχε προγραμματιστεί να κατεδαφιστούν και μέσα στην επόμενη εβδομάδα θα ακολουθούσαν κι άλλα, ώστε να αρχίσουν οι ανασκαφές από τα μέσα Μαΐου.

Κόσμος και κοσμάκης συνέρρεε όλες εκείνες τις μέρες της κατεδάφισης. Πρόσωπα ανήσυχα, μορφές θλιμμένες, άνθρωποι που χολοσκούσαν, καρδιές έτοιμες να ραγίσουν σε κάθε χτύπο της αξίνας. Ασφαλώς και χασομέρηδες, που κατά δεύτερο λόγο ήταν λάτρεις της παλιάς Αθήνας, ήρθαν να παρακολουθήσουν τον ενταφιασμό των αναμνήσεών τους.

«Εδώ υπήρξε μια φορά η Παλιά Στρατώνα» Facebook Twitter

Και αν ακόμα προϋποτίθεντο η πλάνη ημεδαπών και ξένων αρχαιολόγων και αν ακόμα δεν επρόκειτο να ερχόταν τίποτα στο φως, πάλι, επέμενε ο Πέτρος Πικρός, αυτή η κατεδάφιση θα ήταν ευεργετική. Θα έλειπε η παλιά Αθήνα. Τόσο το καλύτερο για όλους, καθώς αυτή, στην πραγματικότητα, είχε λείψει προ πολλού. Δεν υπήρχε πια παρά το άσχημο και νοσταλγικό πτώμα της.

Ήταν οι ίδιοι μάλλον νοσταλγοί Αθηναίοι, για τους οποίους κάποιος, με την υπογραφή «Ρεπόρτερ» που υπογράφει στην εφημερίδα «Ακρόπολις», αναφέρει στα τέλη του Νοέμβρη του 1931 ότι πήγαιναν μέχρι την Παλιά Στρατώνα και την έβλεπαν με συγκίνηση. Στέκονταν μπροστά της σκεπτικοί, την ατένιζαν μελαγχολικά, έπειτα έφευγαν αργά. Προτού απομακρυνθούν εντελώς, γύριζαν να τη δουν ξανά μία ακόμα τελευταία φορά. Ο στερνός χαιρετισμός τους προς παλιό φίλο, ο οποίος όπου να ’ναι θα εξαφανιστεί. Συνδέεται ο άνθρωπος με τα άψυχα. Δεν ήταν, άλλωστε, λίγοι οι άνθρωποι στην Αθήνα που συνδέθηκαν στο παρελθόν –άλλοι λιγότερο, άλλοι περισσότερο– με τη φυλακή αυτή, που παραδινόταν στη σκαπάνη προς κατεδάφιση.

Χρόνια ζητούνταν η κατεδάφισή της για λόγους φιλανθρωπίας προς όσους ατύχησαν να φιλοξενηθούν σε αυτήν, αλλά και για λόγους αισθητικής και υγιεινής ακόμα. Άντεχε όμως το παμπάλαιο κτίριο σε όλες τις επιθέσεις εναντίον του. Μονάχα από την ομαδική καταδίκη των κτιρίων της περιοχής για αρχαιολογικούς ανασκαφικούς λόγους δεν μπόρεσε να σωθεί. Παράδοξη η τύχη του γερο-μπαμπαλή αυτού δίπλα από το Ριζόκαστρο. Θυσιάστηκε χάριν αρχαιότερών του μνημείων!

«Εδώ υπήρξε μια φορά η Παλιά Στρατώνα»

Έπειτα από συζητήσεις ολόκληρων δεκαετιών, γράφει ο Χρ. Εμμ. Αγγελομάτης στην εφημερίδα «Ακρόπολις», αποφασίστηκε τελικά η καταδίκη της Παλιάς Στρατώνας. Μια μέρα, οι κατάδικοι και οι υπόδικοι μεταφέρθηκαν στις φυλακές Συγγρού, το κλειδί περιστράφηκε στην κλειδωνιά της βαριάς πόρτας, για να παραδοθεί κατόπιν στο υπουργείο Παιδείας.

Με την απλή αυτή διατύπωση γράφτηκε το προτελευταίο κεφάλαιο της ιστορίας της. Με τον πρώτο γδούπο της σκαπάνης θα γραφόταν και το τελευταίο. Οι μεταγενέστεροι, βλέποντας τα ερείπια που θα καταλαμβάνουν τον χώρο στον οποίο βρισκόταν, θα λένε: «Εδώ υπήρξε μια φορά η Παλιά Στρατώνα». Έτσι, η ανάμνηση θα εναπόθετε τη σφραγίδα της, που δεν επρόκειτο να σβήσει από τις ανασκαφές που θα άρχιζαν σε λίγο.

«Εδώ υπήρξε μια φορά η Παλιά Στρατώνα» Facebook Twitter

Έχοντας συντροφιά του τον αρχαιολόγο Σταυρόπουλο, αλλά και άλλους νεότερους, ξεκίνησε ένα πρωί του Μάρτη του 1932 ο Χρήστος Εμμ. Αγγελομάτης για την Παλιά Στρατώνα.

Είχε πολλών ετών δημοσιογραφικές γνωριμίες και θα έπρεπε να διατηρήσει την ανάμνηση, προτού η σκαπάνη των κατεδαφιστών καταρρίψει και το τελευταίο αγκωνάρι, για να ελευθερωθεί ο χώρος και να μπορέσει η Αρχαιολογική Υπηρεσία να το ανασκάψει από άκρη σε άκρη.

Έπειτα, είναι γνωστό ότι η ψυχή του ανθρώπου δένεται με τις αναμνήσεις και όλοι οι δημοσιογράφοι –άλλος λίγο, άλλος πολύ– είχαν γνωρίσει την Παλιά Στρατώνα στην εποχή της δόξας και του μεγαλείου της. Άλλος πήγε να την περιγράψει, άλλος πήγε να δει κάποιον μεγαλοκαρχαρία, άλλος κάποιον πολιτικό κρατούμενο, άλλος κάποιον ονομαστό κακούργο να τραβά κορδέλα και άλλος να καταγράψει τις πένθιμες τελευταίες στιγμές κάποιου μελλοθάνατου.

Παρόμοιες αναμνήσεις δεν σβήνουν εύκολα από τον νου, και σε αυτό οι δημοσιογράφοι μοιάζουν κάπως με τους κακοποιούς, που σέρνονται, άθελά τους, στον τόπο όπου διέπραξαν το κακό. Να επισκεφτεί και άλλη φορά την Παλιά Στρατώνα, αν δεν δινόταν η εντολή της κατεδάφισης, θα το απέφευγε με κάθε τρόπο. Τώρα όμως που κατεδαφιζόταν, δεν ήταν το ίδιο πράγμα. Οι αναμνήσεις δένουν την ψυχή.

«Εδώ υπήρξε μια φορά η Παλιά Στρατώνα» Facebook Twitter

Όταν φτάσανε εκεί πλησίαζε το μεσημέρι, ο ουρανός όμως ήταν πάντα κατσουφιασμένος και έτοιμος να ανοίξει τους ασκούς του. Η ατμόσφαιρα ήταν νοτισμένη από τη νυχτερινή βροχή, τα πάντα υγρά και οι δρόμοι ολόγυρα γεμάτοι λάσπη. Όλα αυτά καθιστούσαν μελαγχολικότερο το θέαμα που αντίκρισαν τα μάτια του μόλις, παίρνοντας την καμπή του τζαμιού του Μοναστηρακίου, αντίκρισαν την Παλιά Στρατώνα.

Ένα πλήθος εργάτες σκαρφαλωμένοι στη στέγη, άλλοι αφαιρούσαν τα κεραμίδια, άλλοι έριχναν τους τοίχους και άλλοι μάζευαν μάρμαρα δεξιά και αριστερά. Ήδη, ολόγυρα έχασκαν φοβερά ανοίγματα σαν αγιάτρευτες πληγές. Στο θλιβερό περιβάλλον της υγρασίας και της συννεφιάς η φυλακή έδινε την εντύπωση ερειπίων σε έρημες και δυσπρόσιτες ακροτοπιές.

Κάποιος εργάτης τραγουδούσε με προφανή ευχαρίστηση και κακία την ώρα που ανεβοκατέβαινε ο κασμάς του. Όλα φάνταζαν τρομερά και όλα φανέρωναν ότι φτιάχτηκαν για να δεσμεύουν την ανθρώπινη ελευθερία. Τοίχοι που είχαν πάχος μέτρων και παράθυρα κιγκλιδόφραχτα σε τέτοιο ύψος που ήταν δύσκολο να φτάσει κανείς δεν συντελούσαν στη δημιουργία θετικής εντύπωσης και στην καρδιά του ειρηνικού και φιλήσυχου ανθρώπου δεν μπορούσαν παρά να γεννήσουν τον τρόμο και τη φρίκη.

Διατρέχοντας τους θαλάμους, ο Αγγελομάτης εντυπωσιάστηκε από την καθαριότητα. Κάτασπροι τοίχοι, ολοκάθαρες οροφές και πατώματα που, αν δεν άστραφταν, ήταν ωστόσο αρκετά καθαρά. Σε άλλα όμως τμήματα του κτιρίου, η κατάσταση των θαλάμων ήταν άθλια. Τα πατώματα είχαν πάθει καθίζηση και σε πολλά σημεία είχαν αποσαθρωθεί, ενώ οι στέγες έδιναν την εντύπωση ότι θα κατέρρεαν. Στα παράθυρα οι φυλακισμένοι είχαν κλείσει τα κενά των κιγκλίδων με κομμάτια χαρτιών, για να προφυλάσσονται από το κρύο.

«Εδώ υπήρξε μια φορά η Παλιά Στρατώνα» Facebook Twitter

Βλέποντας όλα αυτά, μονολογούσε ότι και οι τότε φυλακισμένοι μα και εκείνοι που θα τους διαδέχονταν έπρεπε να χρωστούν μέγιστη ευγνωμοσύνη στους αρχαιολόγους, που πέτυχαν να μεταφερθούν οι εγκάθειρκτοι και να αρχίσει η κατεδάφιση.

Ο δημοσιογράφος περιηγήθηκε επί τροχάδην στη φυλακή, ώστε να προλάβει μια συνολική εντύπωση του κτίσματος που θα έλειπε τις επόμενες μέρες. Είχε δύο τεράστια σε έκταση πατώματα και στη μέση το κτίριο που χρησίμευε ως διοικητήριο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Εκεί, σχηματιζόταν μια μεγάλη αυλή που τη στόλιζε ένας τεράστιος πλάτανος της ίδιας φήμης με τον πλάτανο του Μεντρεσέ, και μια βρύση τούρκικη, που το νερό της δεν κελάρυζε πια στη γούρνα. Από την αυλή αυτή ξεκινούσαν διάδρομοι προς τα διάφορα διαμερίσματα και προς το κιγκλιδόφρακτο κομμάτι της φυλακής, όπου, πίσω από τα φοβερά σίδερα, μιλούσαν οι φυλακισμένοι με τους δικούς τους.

Πήγε ακόμα και στα μπουντρούμια, στα φοβέρα και ανήλια υπόγεια, στα οποία κλείνονταν οι βαρυποινίτες, οι ανυπότακτοι και οι απείθαρχοι κατάδικοι και οι μελλοθάνατοι, όπου μία και μόνο φορά να έριχνε κανείς το βλέμμα αρκούσε να διατηρήσει μια φρικτή ανάμνηση για χρόνια. Τα μπουντρούμια αυτά ήταν πια μισογκρεμισμένα. Τα συνεργεία των εργατών βάλθηκαν να τα εξαφανίσουν, αφού και στα χαλάσματα η Αρχαιολογική Υπηρεσία μάζευε μάρμαρα παλιά.

Εξέτασε τους τοίχους. Κάπου κάπου ένα όνομα του ξυπνούσε μια ανάμνηση, αλλού μια ζωγραφική παράσταση φανέρωνε τους καημούς του φυλακισμένου που την έφτιαξε και αλλού ένα σκίτσο δήλωνε το ταλέντο του. Εδώ ο Πανάρετος διαλαλούσε ότι καταδικάστηκε σε 25 χρόνων φυλάκιση για μια παλιογυναίκα και εκεί ο Κωστής από το Αργυρόκαστρο φώναζε πως είναι παλικάρι και το λέει η καρδιά του – μόνο που κάποιος πρόσθεσε από κάτω πως είναι μεγάλος κλεφτοκοτάς. Σε ένα κελί βρήκε και το όνομα του μελλοθάνατου Μπασιάκου. Είχε κάτι ακόμα γράψει ο κατάδικος, αλλά αυτό το εξαφάνισε ο χρόνος.

Πάνω από τα κεφάλια τους αντιλαλούσε ο γδούπος της σκαπάνης και υπήρχε κίνδυνος να τραυματιστούν από υλικά που έπεφταν. Βγήκαν στην πρώτη αυλή. Κεραμίδια, πέτρες, μάρμαρα είχαν συσσωρευτεί από τους εργάτες παντού. Ψηλά έχασκαν τα τραύματα που άνοιξε η σκαπάνη στο κορμί της Παλιάς Στρατώνας, όμως τα σίδερα των παραθύρων ακόμα έμεναν…

Αρχαιολογία & Ιστορία
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Περιήγηση στον μεσοπολεμικό Πειραιά

Μεσοπόλεμος / «Αν ο Δάντης έβλεπε τις συνοικίες του Πειραιά, θα έγραφε μια νέα "Κόλαση"»

Οι ρεπόρτερ της πειραιώτικης εφημερίδας «Νέοι Καιροί» καταγράφουν τον Απρίλιο του 1930 όσα βλέπουν γυρνώντας στην περιοχή, αυτό «το κέντρο της λαθρεμπορίας, ατιμίας, βρώμας».
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
Σιδηροδρομικό δυστύχημα στις Θερμοπύλες

Μεσοπόλεμος / «Έντρομοι έσπευδον να πηδήσουν από τα παράθυρα του τραίνου διά να σωθούν»

Τον Μάρτη εκείνης της χρονιάς σημειώθηκε σιδηροδρομικό δυστύχημα κοντά στις Θερμοπύλες με δύο νεκρούς, έναν βαριά και τέσσερις ελαφρά τραυματισμένους. Το ρεπορτάζ της «Ακροπόλεως» κατέγραψε το συμβάν.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η Ιερά Οδός κάτω από τη γη

Ιστορία μιας πόλης / Η Ιερά Οδός είναι ένα με την ιστορία της Αθήνας

Οι αρχαιολόγοι Ευσταθία (Έφη) Ανέστη και Ειρήνη Σβανά μιλούν για τις μεγάλες ανασκαφές της Ιεράς Οδού κατά τη διάνοιξη του μετρό και τα σπουδαία ευρήματα που ήρθαν στο φως κατά μήκος της αρχαίας Ιεράς Οδού, του δρόμου που ένωνε την Αθήνα με την Ελευσίνα και τα Ελευσίνια Μυστήρια.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
«Δίχως κα@λα δουλειά δεν γίνεται»

Οι Αθηναίοι / Κωστής Καρπόζηλος: «H επιτυχία της δεξιάς είναι μια αριστερά που φοβάται τον εαυτό της»

Από ένα παιδί που μεγάλωνε «αποκομμένο» έξω από τα Γιάννενα, βρίσκοντας καταφύγιο στα βιβλία, μέχρι τον φοιτητή που έκανε την πολιτική «διέξοδο» και τον ιστορικό που κινήθηκε ανάμεσα σε Ελλάδα, Ευρώπη και ΗΠΑ, η διαδρομή του είναι μια συνεχής αναζήτηση μέσα από εμπειρίες, ρήξεις και μετατοπίσεις. Ο ιστορικός Κωστής Καρπόζηλος αφηγείται τη ζωή του στη LiFO. 
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Το σπήλαιο Κουβαρά: Τα μυστικά των πρώτων ανθρώπων της Αττικής

Ιστορία μιας πόλης / Σε αυτό το σπήλαιο υπήρξαν οι πρώτοι άνθρωποι της Αττικής

Το Σπήλαιο Κουβαρά δεν είναι απλώς ένας αρχαιολογικός χώρος. Είναι ένα παράθυρο στις ζωές των πρώτων ανθρώπων που έζησαν στην περιοχή. Από ταφές και εργαλεία μέχρι ίχνη πρώιμων δικτύων επικοινωνίας, κάθε εύρημα φωτίζει ένα κομμάτι της προϊστορίας που μέχρι πρόσφατα παρέμενε άγνωστο. Ο αρχαιολόγος Φάνης Μαυρίδης εξηγεί.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
Η Αθήνα και η Ρώμη εξακολουθούν να μας ανοίγουν τα μάτια

Αρχαιολογία & Ιστορία / Η Αθήνα και η Ρώμη εξακολουθούν να μας ανοίγουν τα μάτια

Στο νέο βιβλίο της Μέρι Μπερντ, κορυφαίας προσωπικότητας των Kλασικών Σπουδών, αναδεικνύονται οι τρόποι με τους οποίους οι Ρωμαίοι και οι Έλληνες προσφέρουν συναρπαστικές απαντήσεις σε κρίσιμα σύγχρονα ερωτήματα.
THE LIFO TEAM
Καισαριανή 1944: Όταν ο φακός ανήκει στον θύτη

Ιστορία μιας πόλης / Καισαριανή 1944: Η ιστορία μέσα από το φακό του θύτη

Οι νέες φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή ανοίγουν ένα δύσκολο πεδίο: τι σημαίνει να βλέπουμε την Ιστορία μέσα από το βλέμμα εκείνου που ασκεί τη βία; Ο ιστορικός Βαλεντίν Σνάιντερ εξηγεί.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
Περιήγηση στον μεσοπολεμικό Πειραιά

Μεσοπόλεμος / «Αν ο Δάντης έβλεπε τις συνοικίες του Πειραιά, θα έγραφε μια νέα "Κόλαση"»

Οι ρεπόρτερ της πειραιώτικης εφημερίδας «Νέοι Καιροί» καταγράφουν τον Απρίλιο του 1930 όσα βλέπουν γυρνώντας στην περιοχή, αυτό «το κέντρο της λαθρεμπορίας, ατιμίας, βρώμας».
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ
«Πανηγυράκι γίνεται ψηλά στον Αϊ Γιώργη»

Ιστορία μιας πόλης / Αράχωβα: «Πανηγυράκι γίνεται ψηλά στον Αϊ Γιώργη»

Στην Αράχωβα, ο εορτασμός του Αγίου Γεωργίου δεν είναι απλώς ένα πανηγύρι. Είναι μια τελετουργία όπου η πίστη, η ιστορία και η συλλογική μνήμη γίνονται ένα. Ο λαογράφος Πάρης Ποτηρόπουλος εξερευνά το «Πανηγυράκι» και θέτει το ερώτημα: πρόκειται για μια βιωμένη παράδοση ή για μια σύγχρονη αναπαράσταση προσαρμοσμένη στο σήμερα;
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
«Ζούμε εποχές αντίστοιχες με του Μουσολίνι και του Χίτλερ»

ΛΙΓΗ ΖΩΗ / Αντώνης Λιάκος: «Ζούμε εποχές αντίστοιχες με του Μουσολίνι και του Χίτλερ»

Από τους πιο επιδραστικούς ιστορικούς στον δημόσιο χώρο, ο Αντώνης Λιάκος επιστρέφει στα νεανικά του χρόνια της έντονης πολιτικοποίησης, στέκεται στα όσα «τρομακτικά» συμβαίνουν στη διεθνή σκηνή και επισημαίνει τα προβλήματα της Ελλάδας που θα απασχολήσουν τον ιστορικό του μέλλοντος.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Η εξάπλωση του «Μαύρου Θανάτου»: Μια μεσαιωνική ιστορία τρόμου

Αρχαιολογία & Ιστορία / Η εξάπλωση του «μαύρου θανάτου»: Μια μεσαιωνική ιστορία τρόμου

Η μαύρη πανώλη στοίχισε τη ζωή σε περίπου 100 εκατομμύρια ανθρώπους στα μέσα του 14ου αιώνα και ήταν, σύμφωνα με ένα νέο βιβλίο, «η πιο θανατηφόρα φυσική καταστροφή στην ιστορία της ανθρωπότητας».
THE LIFO TEAM
Μανόλης Κορρές: «Θα είχε ενδιαφέρον να δούμε το Ηρώδειο όπως ήταν»

Αθήνα / Μανόλης Κορρές: «Λίγοι γνωρίζουν πως το Ηρώδειο διέθετε στέγη»

Αφότου αναστηλώθηκε τη δεκαετία του ’50, το Ωδείο του Ηρώδου του Αττικού καθιερώθηκε ως η κεντρική σκηνή του Φεστιβάλ Αθηνών. Με αφορμή το επικείμενο κλείσιμό του λόγω εργασιών, ο επικεφαλής συντήρησης μνημείων της Ακρόπολης αποκαλύπτει κάποια «μυστικά» του και αναφέρεται σε εγκεκριμένες μελλοντικές παρεμβάσεις.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Μήπως τελικά διαβάζαμε λάθος το «σβήσιμο» της Χατσεψούτ;

Πολιτισμός / Μήπως τελικά διαβάζαμε λάθος την εξαφάνιση της Χατσεψούτ από την ιστορία;

Μελέτη που επανέρχεται στο προσκήνιο αμφισβητεί την παλιά εκδοχή ότι τα αγάλματα της Χατσεψούτ καταστράφηκαν από εκδίκηση και συνδέει μεγάλο μέρος της φθοράς τους με τελετουργικό σπάσιμο και μεταγενέστερη επαναχρησιμοποίηση.
THE LIFO TEAM
Από τον χρησμό στην εξουσία: Η άγνωστη ιστορία της Δωδώνης

Ιστορία μιας πόλης / Από τον χρησμό στην εξουσία: Η άγνωστη ιστορία της Δωδώνης

Πώς ένας υπαίθριος ιερός χώρος μετατράπηκε σε ένα από τα σημαντικότερα μνημειακά συγκροτήματα της αρχαιότητας; Και τι μας αποκαλύπτει η εξέλιξη της Δωδώνης για τη σχέση ανάμεσα στην εξουσία, τη λατρεία και την κοινωνική ζωή; Η δρ. Βαρβάρα Ν. Παπαδοπούλου μας ξεναγεί στον χώρο.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ
Ρουκετοκίνητα, ρομπότ και βιντεοκλήσεις στον ελληνικό Μεσοπόλεμο

Μεσοπόλεμος / «Τα “ρομπότς” θα κάμνουν τα φαγητά»

Οι εφημερίδες της εποχής έκαναν προβλέψεις για τις τεχνολογικές εξελίξεις, σύμφωνα με τις οποίες «θα είμεθα οι απόλυτοι κύριοι των μηχανών, όχι οι δούλοι των» μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, και δεν έπεσαν έξω.
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ