«ΘΡΑΣΥΤΑΤΗ ΛΗΣΤΕΙΑ έλαβε χώραν χθες μετά τας πρώτας απογευματινάς ώρας εις την δημοσίαν οδόν Θεσσαλονίκης Σερρών υπό τας εξής περιστάσεις. Ληστρική συμμορία, πολυμελής προφανώς, καταλαβούσα την οδόν παρά το επί του Στρυμόνος χωρίου Όρλιακο ακριβώς μεταξύ του 65 και 66 χιλιομέτρου, έθεσε φράγμα εν τη οδώ διά λίθων».
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Μακεδονικά Νέα», στις 11 Δεκεμβρίου 1924 και περίπου στις 2:30 το μεσημέρι, ένα επιβατικό αυτοκίνητο ερχόμενο από τη Νιγρίτα σταμάτησε όταν βρέθηκε μπροστά σε ένα οδόφραγμα. Τότε πήδηξαν από τις τάφρους εκατέρωθεν της οδού τρεις ένοπλοι, οι οποίοι με προτεταμένα όπλα διέταξαν τους επιβάτες να κατέβουν και να παραδώσουν τα χρήματα και τα τιμαλφή που είχαν μαζί τους.
Σύμφωνα με τη διήγηση του σοφέρ Γιώργου Μελίκη, ενώ μετέφερε από τις Σέρρες στη Θεσσαλονίκη τον διευθυντή του καπνεμπορικού οίκου «Έρμαν Σπύραν» Δαυίδ Σιακκή, και πιο συγκεκριμένα τη στιγμή που έστριβε στη μεταξύ των χιλιομέτρων 65 και 66 καμπή, παρατήρησε δύο επιβατικά αυτοκίνητα να έχουν σταθμεύσει. Χωρίς να υποπτευθεί τίποτε, οδήγησε το αυτοκίνητό του προς τα εκεί. «Αίφνης δι’ ενός “αλτ” παρουσιάσθηκαν μπροστά τους ένας νέος γαλανομάτης και ξανθός, ηλικίας 28 περίπου ετών, και ένας γέρος ηλικίας 50 περίπου ετών ονομαζόμενος “Συννεφιάς”, οι οποίοι φορούσαν στρατιωτική γαλλική στολή χρώματος γκρι, και ένας φουστανελλοφόρος ονόματι Νικόλαος, ετών 35». Οι τρεις αυτοί ληστές ήταν οπλισμένοι με βραχύκαννα όπλα.
«Προχθές, κατά τις πρώτες νυκτερινές ώρες, απέδρασαν εκ των στρατιωτικών φυλακών του Επταπυργίου οι διαβόητοι λήσταρχοι Δημ. Τζατζάς και Δημ. Μπουρλής, οι οποίοι, εκτός των άλλων αιματηρών κακουργημάτων, διέπραξαν και την ληστείαν του Όρλιακου».
«“Ποιος είναι καπνέμπορος; Μη βγάλετε τα δακτυλίδια σας, διότι θα σας κόψω όλους σας”, είπε με βραχνή φωνή ο νεώτερος εκ των ληστών, που προσαγορεύονταν ως αρχηγός και διέταξε να του παραδώσουν όσα χρήματα και τιμαλφή είχαν μαζί τους».
Πράγματι ο Δαυίδ Σιακκής και ο σοφέρ του παρέδωσαν στους ληστές τα ρούχα τους και τα ρολόγια τους, ενώ ο σοφέρ παρέδωσε και το περίστροφό του. Κατόπιν παρέδωσαν και το κλειδί της βαλίτσας του καπνεμπόρου, από την οποία οι ληστές αφαίρεσαν μόνο μερικά έγγραφα «χωρίς να θίξωσιν άλλο τι». «Μετά την απογύμνωσή τους οι δύο ληστευθέντες οδηγήθηκαν εντός του δάσους, όπου συνάντησαν και τους πριν από αυτούς συλληφθέντες εμπόρους».
Για τον νεαρό αρχηγό της συμμορίας όλοι συμφώνησαν ότι υπήρξε ευγενέστατος. Συγκεκριμένα, όταν ένα από τα θύματά του αδιαθέτησε και παρακάλεσε να του δοθεί ένα πορτοκάλι, εκείνος στράφηκε προς τους συντρόφους του και είπε:
«Βρε σεις, τι κάθεσθε; Φέρτε γλήγορα τα πορτοκάλια!» και στρεφόμενος προς τους αιχμαλώτους συνέχισε: «Ελάτε, κύριοι. Μην ντρέπεσθε!... Μήπως πεινάει κανένας; Γερουννεφιά, εμπρός το τυρί και το ψωμί...».
Διαχυτικότατα και γελώντας έλεγε επίσης στα θύματα του: «Τώρα που θα σας αφήσωμε, να μην πάτε προς το Όρλιακο αλλά να πάτε στον Λαχανά και να ειδοποιήσητε τους σταυρωτήδες για να έλθουν να παίξωμεν λίγο τα παιγνιδάκια. Ξεύρω ότι αύριον αι εφημερίδες θα τα γράψουν όλα αυτά. Μα γι’ αυτές γίνεται ό,τι γίνεται».
Αλλά όσο ευγενικός και αν ήταν, δεν έπαψε να δηλώνει επανειλημμένα στους αιχμαλώτους, που ο τρόμος τούς έκοβε τα γόνατα: «Προσέξτε, κύριοι… Μία δραχμή που θα βρεθεί επάνω σας στοιχίζει μία σφαίρα».
Εντοπισμός και σύλληψη
«Τρεις ημέρας μετά την ληστείαν ήλθε να ρίψη άπλετον φως επί του σκότους το οποίον περιέβαλλεν αυτήν μία αναφορά της Υποδιοικήσεως Χωροφυλακής Κιλκίς», θα γράψουν τα «Μακεδονικά Νέα» στις 8 Φεβρουαρίου 1925.
Το έγγραφο αυτό ανέφερε ότι στις 14 Δεκεμβρίου 1924 οι αδελφοί Βασίλειος και Νίκος Κοζάρας, φυγόδικοι, μαζί με δύο άλλους αγνώστους, απήγαγαν στο χωριό Μουράτσα τη βοσκοπούλα Βαγγελή Θεοδώρου και στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς το χωριό Ακίντζαλη, από όπου κατόπιν πέρασαν στο σερβικό έδαφος.
Στην αναφορά αυτή παρεχόταν επίσης και η πληροφορία ότι ο ένας από τους αδελφούς, ο Βασίλειος Κοζάρας, είχε αποπειραθεί και στο παρελθόν να απαγάγει τη νεαρή βοσκοπούλα, ενώ μάλιστα σκότωσε τον πατέρα και την αδελφή της επειδή αντιτάχθηκαν στους σκοπούς του και ματαίωσαν την απαγωγή με τις φωνές τους.
Το γεγονός της απαγωγής συνδυάστηκε με το γεγονός της ληστείας στο Όρλιακο «και η Ανωτέρα Διοίκησις Χωροφυλακής συνέλαβεν υπονοίας ότι οι απαγωγείς της νεαράς ποιμενίδος ήσαν οι θρασείς λησταί του Όρλιακο». Επειδή δε αυτοί είχαν καταφύγει στη Σερβία, το υπουργείο Εξωτερικών έκανε τα απαραίτητα διαβήματα προς τη σερβική πρεσβεία στην Αθήνα για την απέλαση των κακοποιών.
Το βράδυ της 19ης Φεβρουαρίου 1925, μετά από πολλές αναβολές, «μετεφέρθησαν επί τέλους ενταύθα εκ Φλωρίνης, όπου είχον παραδοθή την προτεραίαν υπό των Σερβικών αρχών Μοναστηρίου οι δράσται της ληστείας του Όρλιακο. Διά την μεταφοράν των είχον ληφθή έκτακτα μέτρα».
Όταν η αμαξοστοιχία έφτασε στη Θεσσαλονίκη και αποβιβάστηκαν όλοι οι επιβάτες, αφαίρεσαν από τους ληστές τα δεσμά που είχαν τοποθετηθεί στα πόδια και τους οδήγησαν πεζή έξω από την περιοχή του Σταθμού. Από εκεί, μεταφέρθηκαν στο Διοικητήριο, στις φυλακές του οποίου κλείστηκαν. Για τη φύλαξή τους λήφθηκαν έκτακτα μέτρα και απαγορεύτηκε η επικοινωνία μεταξύ τους.
«Οι μεταφερθέντες είναι οι ακόλουθοι: Δημ. Μπουρλής, 33 ετών ποιμήν σκηνίτης. Σπύρος Γκάτσιος ή Γιαννούλης, 50 ετών ζωέμπορος εκ Κορυτσάς. Δημ. Τζατζάς, 28 ετών ποιμήν εκ Κρανιάς του Ολύμπου. Ο τελευταίος, γνωστός τελευταίως υπό το ψευδώνυμον Ι. Ψάλτης, έχει διαπράξει πολυαρίθμους ληστείας και έχει προ καιρού επικηρυχθή».
Η απόδραση
«Προχθές, κατά τις πρώτες νυκτερινές ώρες, απέδρασαν εκ των στρατιωτικών φυλακών του Επταπυργίου οι διαβόητοι λήσταρχοι Δημ. Τζατζάς και Δημ. Μπουρλής, οι οποίοι, εκτός των άλλων αιματηρών κακουργημάτων, διέπραξαν και την ληστείαν του Όρλιακου», θα γράψει η εφημερίδα «Μακεδονικά Νέα» στις 29 Μαρτίου 1925.
Σύμφωνα με το σχετικό ρεπορτάζ, οι δύο κακοποιοί, μετά τη σύλληψη και μεταφορά τους, παραδόθηκαν στις στρατιωτικές φυλακές του Επταπυργίου με την εντολή να παραμείνουν δεμένοι με αλυσίδες και να φυλάσσονται άγρυπνα, καθώς ήταν ύποπτοι απόδρασης.
Ο θάλαμός τους συνδεόταν με μια μικρή πόρτα με ένα σκοτεινό κελί, το οποίο χρησιμοποιούνταν για την τοποθέτηση του κάδου στον οποίο οι κρατούμενοι έκαναν τις φυσικές τους ανάγκες τη νύχτα. Αυτό το κελί, που άνοιγε προς τον προθάλαμο, χωριζόταν από αυτόν με έναν λεπτό τοίχο χτισμένο με μισό τούβλο. Αντιλαμβανόμενοι τη λεπτότητα αυτού του μεσότοιχου, σχεδίασαν την απόδραση, και καταστρώνοντας τις λεπτομέρειες του σχεδίου τους, καραδοκούσαν ώσπου να βρουν την κατάλληλη ευκαιρία για να το εκτελέσουν.
Και η ευκαιρία για την απόδραση παρουσιάστηκε εκείνο το βράδυ. Μετά τον βραδινό εγκλεισμό των κρατουμένων στους θαλάμους, οι δύο κακοποιοί αποσύρθηκαν στη γωνία τους και συνομιλούσαν χαμηλόφωνα. Από τους υπόλοιπους κρατούμενους του ίδιου θαλάμου άλλοι έκαναν θόρυβο, ως συνήθως, άλλοι έψελναν, άλλοι ασχολούνταν με διάφορα παιχνίδια.
Είχε πλέον σκοτεινιάσει και είχαν ανάψει τις αχνές λάμπες του θαλάμου. Ο Τζατζάς σηκώθηκε τότε και, προσποιούμενος ότι πονούσε στην κοιλιά, μπήκε στο κελί-αποχωρητήριο και άρχισε τη διάτρηση του μεσότοιχου. Γύρω στις 19:40 ο επόπτης υπολοχαγός έκανε με τους δεσμοφύλακες την τελευταία επιθεώρηση και καταμέτρηση στους θαλάμους και ο Τζατζάς βγήκε από το κελί.
Όταν ο υπολοχαγός έφυγε, ο Τζατζάς μπήκε πάλι στο κελί και μετά από λίγο μπήκε και ο Μπουρλής. Εκεί άναψαν κερί, το οποίο βρέθηκε αργότερα, και ο δεύτερος κατάφερε να ανοίξει τις χειροπέδες του πρώτου. Οι χειροπέδες βρέθηκαν, και μέσα στην κλειδαριά τους υπήρχε ένα σπίρτο. Φαίνεται ότι με αυτό ή και με καρφίτσα ο Μπουρλής κατάφερε να στρέψει το ελατήριο. Αλλά δεν υπήρξε χρόνος για να αφαιρεθούν και οι χειροπέδες του Μπουρλή.
Ο Τζατζάς, με ελεύθερα πλέον τα χέρια, συνέχισε τη διάτρηση του μεσότοιχου. Αφού αφαιρέθηκε το πρώτο τούβλο και άνοιξε η πρώτη τρύπα, η εργασία ήταν πλέον εύκολη. Στον θάλαμο έκαναν πάντα θόρυβο και ο κρότος των κονιαμάτων που έπεφταν με την αφαίρεση των τούβλων καλυπτόταν. Μέσα σε ένα τέταρτο της ώρας άνοιξε μια τρύπα ικανή να χωρέσει άνετα ανθρώπινο σώμα.
Πρώτος βγήκε ο Τζατζάς και κατόπιν βοήθησε τον δεμένο Μπουρλή να βγει. Οι δύο κακοποιοί, αφήνοντας στο κελί τα υποδήματά τους, πέρασαν αθόρυβα τον προθάλαμο, έφτασαν στην αυλή και κατευθύνθηκαν στη νοτιοανατολική γωνία της, όπου υπήρχαν τρία αποχωρητήρια στηριγμένα πάνω στο τείχος του εξωτερικού περιβόλου.
Φτάνοντας εκεί αφαίρεσαν την πόρτα του μεσαίου αποχωρητηρίου, χρησιμοποίησαν τα οριζόντια ξύλινα δοκάρια της ως σκαλοπάτια και βρέθηκαν στη στέγη. «Επί της νεοβαφούς θύρας φαίνονται τα ίχνη των λασπωμένων ποδών των δύο κακούργων». Από τη στέγη έως την κορυφή του τείχους η απόσταση είναι ενός μέτρου και οι κακοποιοί δεν δυσκολεύτηκαν να αναρριχηθούν και να βρεθούν στην κορυφή του τείχους. Από εκεί πήδηξαν κάτω, από ύψος οκτώ μέτρων, και βρέθηκαν ελεύθεροι. Η ώρα τότε ήταν 20:15.
Οι δραπέτες κατόπιν μπήκαν έρποντας σε έναν κήπο που βρισκόταν σε απόσταση δέκα μέτρων από τη σκοπιά. Τότε φαίνεται πως οι χειροπέδες του Μπουρλή έκαναν θόρυβο. Ο σκοπός φώναξε «αλτ» και οι δραπέτες σηκώθηκαν και άρχισαν να τρέχουν υπό την προστασία του σκοταδιού. Ο σκοπός πυροβόλησε επανειλημμένα εναντίον τους, αλλά ανεπιτυχώς. Ωστόσο οι πυροβολισμοί αναστάτωσαν τη φρουρά, η οποία έσπευσε στα όπλα.
Όταν μετά από μισή ώρα οι στρατιώτες έτρεχαν στα ίχνη των δραπετών, ένας πρόσφυγας, ο οποίος στεκόταν στην πόρτα του οικήματός του δίπλα στο τείχος, τους έδωσε την πληροφορία ότι πριν από λίγο πέρασαν από εκεί δύο άνδρες, εκ των οποίων ο ένας έτρεχε καλά, ενώ ο άλλος δυσκολευόταν. Ο πρώτος ήταν ο Τζατζάς, ο οποίος είχε ελεύθερα τα χέρια, ενώ αυτός που δυσκολευόταν ήταν ο ακόμα δεμένος Μπουρλής.
Η σύλληψη Μπουρλή και η απόδραση του Νίκου Ζαχαριάδη
Την επόμενη μέρα η εφημερίδα γράφει ότι ο Μπουρλής «ανεκαλύφθη και συνελήφθη χθες εις κακήν κατάστασιν με σοβαρά κατάγματα, εις την οσφύν και τον αριστερόν πόδα».
Δυο διερχόμενοι πρόσφυγες που είχαν εντοπίσει τον τραυματία δραπέτη πήγαν στις φυλακές του Επταπυργίου και ανέφεραν τα καθέκαστα στον αρχιφύλακα Μαθιουδάκη. Χωρίς να χάσει καιρό ο αρχιφύλακας πήρε όλους τους διαθέσιμους άνδρες και ένα φορείο και έσπευσαν.
«Επί τη θέα των στρατιωτών ο Μπουρλής ελιποθύμησε, εν τη καταστάσει δε ταύτη ετέθη επί του φορείου και μετήχθη και πάλιν εις τας φυλακάς Επταπυργίου, εις τον ίδιον “Θάλαμον του Αίματος” από τον οποίον κατώρθωσε να δραπετεύση».
Η είδηση της σύλληψης του Μπουρλή διαδόθηκε με ταχύτητα αστραπής ανάμεσα στους φυλακισμένους και τους επισκέπτες, οι οποίοι εκείνη την ώρα βρίσκονταν στο επισκεπτήριο των φυλακών. Καθώς ο λήσταρχος μεταφερόταν με το φορείο, πλήθος επισκεπτών και φυλακισμένων συγκεντρώθηκε για να «αποθαυμάση τον ήρωα της ημέρας των φυλακών», ενώ συγχρόνως «περί ώραν 2 μ.μ. ο εκ των υποδίκων κομμουνιστών Νικόλαος Ζαχαριάδης αναμίχθη μεταξύ του πλήθους των αποχωρούντων επισκεπτών των φυλακών και κατόρθωσε να εξέλθει απαρατήρητος εις τον ελεύθερον αέρα».
Τι είπε ο Μπουρλής
Ο συντάκτης της εφημερίδας «Μακεδονικά Νέα» κατόρθωσε εκείνο το απόγευμα να δει τον συλληφθέντα δραπέτη στον θάλαμό του και παρά την αξιοθρήνητη κατάσταση στην οποία βρισκόταν, κατάφερε να του αποσπάσει μερικές ομολογίες.
«Κοιμηθήκαμε εκείνο το βράδυ και οι δύο μας εκεί ένα ύπνον ανήσυχο, την δε επομένην εξυπνήσαμεν απορούντες πώς δεν βρισκόμεθα στη φυλακή. Ο Τζατζάς μου παρεπονέθη τότε ότι έσπασε το αριστερό του χέρι. Προσεπάθησα να κινηθώ για να τον βοηθήσω αλλ’ εστάθη αδύνατον. Ευρισκόμην εις χειροτέραν από αυτόν κατάστασιν διότι είχα πάθει το αριστερό μου πόδι και τη μέση μου. Μου ήτο αδύνατον να μετακινηθώ. Ο Τζατζάς τότε μου είπε πώς ήταν επικίνδυνον να μείνουμε στη θέσι εκείνη, σε λίγο δε έφυγε για να κρυφθή κάπου μακρύτερα. Χθες το βράδυ ξαναγύρισε, μας έφερε ψωμί και με ηρώτησε πώς τα πηγαίνω. “Άσχημα” του απήντησα. Τότε εκείνος με καθησύχασε με την υπόσχεσιν πώς θα ερχόταν απόψε με ζώο για να με παραλάβη. Πέρασε και δεύτερη νύχτα στο ύπαιθρο... Τα άλλα τα ξέρετε...»