STOP ME IF you’ve heard this one before. Ένας 89χρονος μπαίνει στον ΕΦΚΑ Κεραμεικού με μια καραμπίνα. Ρίχνει, παίρνει ταξί, πάει στο Ειρηνοδικείο. Ρίχνει, παίρνει ταξί, πάει στην Πάτρα. Αποκοιμιέται στο λόμπι ενός ξενοδοχείου μ’ ένα εισιτήριο για Ανκόνα στην τσέπη του. Όταν ξυπνάει, ένας άντρας τού ζητά να τον ακολουθήσει. Συλλαμβάνεται.
Αν μη τι άλλο, η απουσία θανάτων ή σοβαρών τραυματισμών επιτρέπει σε πολλούς να πάρουν το θέμα στ’ αστεία. 89χρονος; Σοβαρά τώρα; Ο οποίος έτρεξε; Και πήρε ταξί; Και μετά πάλι ταξί; Ένα πάρτι από headlines και memes ξεσπάει στα social, εκφράζοντας αμφιθυμία μπροστά στο γεγονός ότι αυτός ο τόπος δεν παύει να μας εκπλήσσει: «Η Ελλάδα παίρνει ένα θρίλερ ή μια ιστορία τρόμου και την κάνει κωμωδία», έλεγε ένας YouTuber για την υπόθεση.
Μέσα, όμως, στα αστεία, και στην καρδιά του δημόσιου διαλόγου γύρω απ’ την περίπτωση του 89χρονου, κρύβεται μια εξαιρετικά διαδεδομένη μορφή μισαναπηρισμού, που προωθεί επιβλαβή στερεότυπα και συσκοτίζει την κατάσταση. Η επιστράτευση της φιγούρας του «τρελού» μάς επιτρέπει να αγνοήσουμε το κοινωνικό πλαίσιο και τις βαθύτερες δυναμικές που οδήγησαν στις επιθέσεις. Προσφέρει μια εύκολη λύση, όσο κι αν αυτή στερείται αναλυτικής χρησιμότητας: «Ο άνθρωπος είναι τρελός». Κλείνει τη συζήτηση προτού καν προλάβει ν’ ανοίξει: «Με τον τρελό θα ασχολούμαστε;». Παραπέμπει, τέλος, στην ανακριβή και στιγματιστική εικόνα ψυχικής βλάβης που αναπαράγουν, μεταξύ άλλων, οι ταινίες κι οι σειρές: ο επικίνδυνος τρελός, ο σχιζοφρενής δολοφόνος, ο μανιακός…¹
Αντιμέτωπος με μια εμπειρία συστημικής αδικίας, ο αμερικανοτραφής ηλικιωμένος αναπαρήγαγε τον αμερικανόφερτο μύθο του μοναχικού ήρωα που τα βάζει με όλους.
Η παχυλή σύνταξη που λάμβανε ο 89χρονος απ’ την Αμερική χρησιμοποιείται για να ενισχύσει το παραπάνω αφήγημα. 2.600 ευρώ! Εστιάζοντας στον αριθμό, τα ΜΜΕ καταλήγουν πως πρόκειται για μια ανεξήγητη πράξη, μια «τρέλα» που δεν αξίζει περαιτέρω διερεύνηση∙ σηκώνοντας τους ώμους, περνάνε στην επόμενη είδηση. Αν ακούσουμε, ωστόσο, τον λόγο του ίδιου του θύτη, φαίνεται πως η πράξη του δεν είχε τόσο να κάνει με τον οικονομικό παράγοντα καθαυτό, όσο με ένα αίτημα αξιοπρέπειας και αναγνώρισης, με την αίσθηση ότι τον αδικούσαν, τον χλεύαζαν και τον ταλαιπωρούσαν για χρόνια.
Αυτή η αίσθηση είναι κάτι το κοινό. Ανοίγοντας τα σχόλια στις αναρτήσεις ειδησεογραφικών σάιτ της δεξιάς, του κέντρου και της αριστεράς, συναντάς αμέτρητες δηλώσεις συμπαράστασης προς τον θύτη, απ’ τα πιο βίαια «καλά τούς έκανε» μέχρι τα πιο συμπονετικά «φαντάσου πού τον φτάσανε για να κινηθεί έτσι». Η αγανάκτηση απέναντι στις κρατικές υπηρεσίες είναι διάχυτη και ξεπερνά ιδεολογικούς και πολιτικούς διαχωρισμούς. Ποιος δεν έχει νιώσει απόγνωση στην ουρά στο Δημόσιο; Ποια δεν έχει αισθανθεί ότι οι απολαβές ή η σύνταξή της είναι μια κοροϊδία; Το βίωμα της περιφρόνησης που εισπράττεις από το κράτος είναι σχεδόν καθολικό, ακόμα κι αν οι περισσότεροι δεν κάνουν επιθέσεις.
Επιλέγοντας να αγνοήσουν αυτό το γεγονός, τα ΜΜΕ επιστρέφουν, ξανά και ξανά, στο αφήγημα της τρέλας (ακόμα κι αν ισχύει ότι ο 89χρονος έχει ψυχική βλάβη, αυτό δεν εξηγεί τίποτα από μόνο του∙ συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες ωθούν μια εσωτερική κατάσταση να εκφραστεί με τον τάδε ή τον δείνα τρόπο). Ο κυρίαρχος δημόσιος λόγος επισκιάζει τα δομικά αίτια, εστιάζει στα συμπτώματα και προτείνει «λύσεις» που βασίζονται στην καταστολή. Θέτει τις λάθος ερωτήσεις: Πώς μπόρεσε να μπει στο Εφετείο; Πώς διέφυγε; Γιατί δεν τον πιάσανε;
Ξανά και ξανά, παίρνουμε κοινωνικά προβλήματα και τα παρουσιάζουμε ως προβλήματα ασφάλειας. Αντί να εξετάσουμε ποιες συνθήκες κάνουν έναν άνθρωπο να πιστέψει πως πρέπει να πυροβολήσει κάποιον για να πάρει εκδίκηση, για να τον προσέξουμε και να τον «δούμε», ψάχνουμε πώς μπορούμε να εντείνουμε την αστυνόμευση. Η εκάστοτε κυβέρνηση επωφελείται διπλά: από τη μία, αντιλαμβάνεται πως δεν χρειάζεται να βελτιώσει το κράτος πρόνοιας, να κάνει προσλήψεις και να βοηθήσει όσους βιώνουν μοναξιά ή αδικία∙ από την άλλη, έχει μια ακόμα αφορμή ν’ αυξήσει την επιτήρηση.
Κλείνοντας, δεν μπορούμε να μη δούμε τον τρόπο με τον οποίο ενέργησε ο 89χρονος ως σημείο της εποχής. Αντιμέτωπος με μια εμπειρία συστημικής αδικίας, ο αμερικανοτραφής ηλικιωμένος αναπαρήγαγε τον αμερικανόφερτο μύθο του μοναχικού ήρωα που τα βάζει με όλους. Πριν από 30, 50 ή 100 χρόνια, η πρώτη αντίδραση στην αίσθηση ότι το κράτος σε αδικεί μπορεί να περιλάμβανε τη συμμετοχή σε κοινούς αγώνες ή, έστω, την αναζήτηση άλλων με αντίστοιχα βιώματα. Σήμερα, ωστόσο, στην εποχή του διάχυτου ατομικισμού, η αμιγώς προσωπική οδύνη και εκδίκηση τείνει να μονοπωλεί τη φαντασία: «Με χλευάζουν, αλλά θα τους δείξω εγώ, αύριο όλος ο κόσμος θα ξέρει τ’ όνομά μου». Η μνησικακία που διέγνωσε ο Νίτσε λαξεύεται και ενισχύεται την εποχή που η καθημερινή ταπείνωση συναντά τον ατομικισμό του ίντερνετ, η επιθυμία εκδίκησης την κοινωνική απομόνωση.
Ούτε είναι τυχαίο που το κατεξοχήν αμερικανικό φαινόμενο –ένας mass shooter– έρχεται τη στιγμή της σταδιακής «αμερικανοποίησης» της χώρας: επέκταση της λογικής της αγοράς, υποχώρηση εργατικών δικαιωμάτων, παρακμή του συστήματος υγείας, έλλειψη φροντίδας, κατάρρευση του κοινωνικού ιστού, αύξηση του άγχους και της μοναξιάς…
Φοβάμαι πως, όσο οι συνθήκες μένουν ίδιες ή επιδεινώνονται, κι όσο επιμένουμε να μην καταλαβαίνουμε τον 89χρονο, θα συναντάμε όλο και περισσότερες τέτοιες περιπτώσεις: «Ακόμα δεν έχουμε δει τίποτα...», γράφει ένα σχόλιο κάτω απ’ την είδηση των πυροβολισμών στη σελίδα μιας δεξιάς εφημερίδας.
[1] Πέρα από ρητορικό σχήμα, ο μισαναπηρισμός είναι δομική δύναμη, εγγεγραμμένη στη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών και του ΕΦΚΑ, όπως καταδεικνύει η Μηδενική Ανοχή: Κίνηση Χειραφέτησης Αναπήρων, στο πρόσφατο κείμενό της «Ποια ασφάλεια και για ποιον;».
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.