Νεοκλασικές κατοικίες, σχολικά κτίρια, βιομηχανικά κελύφη, αλλά και ολόκληρα οικοδομικά μέτωπα αξιόλογων ιστορικών κτιρίων παραμένουν εγκαταλελειμμένα εδώ και δεκαετίες, σε μια αναμονή για κάτι καλύτερο, που δεν έρχεται ποτέ, παρότι πολλά από αυτά έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα μνημεία. Από αυτό το εκτεταμένο και διάσπαρτο απόθεμα κτιρίων προέκυψε και η επιλογή των δέκα που παρουσιάζει η LiFO, ως μια ενδεικτική καταγραφή από τα εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες, που ρημάζουν στους δρόμους της Αθήνας και τα οποία αξίζουν, αναμφίβολα, καλύτερη τύχη.
Πρόκειται για κτίρια διαφορετικών χρήσεων και περιόδων, τα οποία, παρά την αξία τους, παραμένουν εκτός κάθε σχεδιασμού αξιοποίησης. Ορισμένα από αυτά έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα μνημεία, χωρίς όμως αυτό να συνοδεύεται από ουσιαστική προστασία ή δυνατότητα αποκατάστασης. Άλλα έχουν σωθεί προσωρινά από την κατεδάφιση, ενώ αρκετά βρίσκονται ήδη σε κατάσταση προχωρημένης φθοράς. Κοινός παρονομαστής παραμένει η εγκατάλειψη και η σταδιακή τους υποβάθμιση. Η πορεία τους και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους αποτυπώνονται μέσα από τη ματιά των αρχιτεκτόνων με τους οποίους ήρθαμε σε επαφή, και οι οποίοι ανταποκρίθηκαν άμεσα στην πρόσκλησή μας, καθώς το θέμα κέντρισε το ενδιαφέρον τους.
Η αρχιτέκτονας-πολεοδόμος Ειρήνη Φρεζάδου, με σταθερή παρουσία σε ζητήματα προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, μας οδήγησε στη γειτονιά της, στου Μακρυγιάννη. Εκεί επέλεξε να μας δείξει δύο κτίρια, στη σκιά της Ακρόπολης, πίσω από τα οποία ζωντανεύουν οι ιστορίες δύο γυναικών με ξεχωριστή διαδρομή για την εποχή τους. Δύο προσωπικότητες που στην εποχή τους αποτέλεσαν χαρακτηριστικά παραδείγματα γυναικείας χειραφέτησης.
« Κάνοντας μια βόλτα στους πλαισιωμένους από νεραντζιές δρόμους, συναντάμε σημαντικά ιστορικά κτίρια, νεοκλασικά, εκλεκτικιστικά και κτίρια του μοντέρνου κινήματος, πολλά εκ των οποίων είναι υπό κατάρρευση».
Περπατώντας μαζί της, η πρώτη στάση γίνεται στην οδό Καλλισπέρη. Εκεί βρίσκεται η οικία της οικογένειας από την οποία πήρε και το όνομά της η οδός. Η οικία είναι συνδεδεμένη με τη ζωή της Σεβαστής Καλλισπέρη, μίας από τις πρώτες Ελληνίδες που διεκδίκησαν πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, σε μια εποχή που οι γυναίκες αποκλείονταν από τα ελληνικά πανεπιστήμια. Μετά την απόρριψη των αιτήσεών της από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, συνέχισε τις σπουδές της στη Σορβόννη και αργότερα αφιέρωσε τη δράση της στη βελτίωση της εκπαίδευσης των κοριτσιών στην Ελλάδα. Άφησε την περιουσία της στο Δημόσιο με στόχο τη δημιουργία σχετικού ιδρύματος, κάτι που δεν υλοποιήθηκε ποτέ.
Σήμερα, το κτίριο, αν και χαρακτηρίστηκε διατηρητέο το 2012, παραμένει εγκαταλελειμμένο και αναξιοποίητο. Λίγα μέτρα πιο κάτω, στην οδό Βεΐκου 30, η Ειρήνη Φρεζάδου μάς δείχνει ένα ακόμη κτίριο που συνδέεται με τη βιομηχανική ιστορία της Αθήνας. Πρόκειται για το συγκρότημα της οικογένειας Καρασταμάτη, που περιλάμβανε κατοικία και βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Η Σπάρτη Καρασταμάτη καταγράφεται ως η πρώτη Ελληνίδα βιομήχανος, με την κλωστοϋφαντουργία της να γνωρίζει σημαντική ανάπτυξη στα τέλη του 19ου αιώνα και τα μεταξωτά της να αποκτούν διεθνή φήμη και αναγνώριση. Σήμερα, τα κτίρια αυτά παραμένουν εγκαταλελειμμένα, χωρίς καμία διαφαινόμενη προοπτική αξιοποίησης.
«Υπάρχουν δεκάδες ακόμα κτίρια που καταρρέουν σιωπηλά, περιμένοντας μια καλύτερη τύχη. Κάνοντας μια βόλτα στους πλαισιωμένους από νεραντζιές γραφικούς δρόμους, συναντάμε σημαντικά ιστορικά κτίρια, νεοκλασικά, εκλεκτικιστικά και κτίρια του μοντέρνου κινήματος, πολλά εκ των οποίων είναι υπό κατάρρευση» λέει η Ειρήνη Φρεζάδου.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και με συγκεκριμένα στοιχεία. «Στο πλαίσιο μίας δικαστικής προσφυγής για την αλλοίωση της φυσιογνωμίας ενός ιστορικού κτιρίου καταγράψαμε 49 σημαντικά κτίρια σε μια ακτίνα μόλις 200-300 μέτρων γύρω από το επίδικο ακίνητο», σημειώνει η ίδια. Μια εικόνα που δείχνει ότι μαζί με την εγκατάλειψη της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς αλλοιώνεται συνολικά ο χαρακτήρας της περιοχής: «Οι κάτοικοι της περιοχής Μακρυγιάννη τα τελευταία χρόνια, λόγω του υπερτουρισμού, παρακολουθούμε μια πρωτοφανή επίθεση ενάντια στον παραδοσιακά οικιστικό χαρακτήρα της περιοχής με τη σπουδαία αρχιτεκτονική κληρονομιά εντός του αρχαιολογικού χώρου της πόλης των Αθηνών. Αντί να προστατεύεται η αρχιτεκτονική κληρονομιά και η κατοικία, ανεγείρονται ογκώδη νέα κτίρια, κυρίως ξενοδοχεία, αξιοποιώντας τις δυνατότητες του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (ΝΟΚ), σε άμεση γειτνίαση με τον Ιερό Βράχο, τσιμεντοποιώντας και τις τελευταίες σπιθαμές ζωντανού χώματος». Η Ειρήνη Φρεζάδου υποστηρίζει ότι «η πολιτεία πρέπει να δράσει άμεσα, προκειμένου να διασωθούν η αρχιτεκτονική κληρονομιά και η φυσιογνωμία όχι μόνο της περιοχής Μακρυγιάννη αλλά και ευρύτερα της Αθήνας, που βρίσκονται σε κίνδυνο. Η οικία Καλλισπέρη και το συγκρότημα της Σπάρτης Καρασταμάτη αποτελούν δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα μιας κατάστασης που επαναλαμβάνεται σε πολλές γειτονιές της πόλης».
Παρά τη διαχρονική αναγνώριση της αξίας τους, η διατήρηση του ιστορικού κτιριακού αποθέματος στις γειτονιές της Αθήνας δεν υποστηρίχθηκε με μια συνεκτική πολιτική. Η απουσία ουσιαστικών οικονομικών κινήτρων, σε συνδυασμό με την πολυπλοκότητα που συχνά χαρακτηρίζει το ιδιοκτησιακό καθεστώς, συνέβαλαν στη σταδιακή απαξίωση μεγάλου αριθμού κτιρίων.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι προσδοκίες για την αποκατάσταση και την επανένταξη των διατηρητέων κτιρίων στο αστικό τοπίο της Αθήνας στράφηκαν τα τελευταία χρόνια στο πρόγραμμα «Διατηρώ». Ανακοινώθηκε το 2020 ως ένα φιλόδοξο εγχείρημα, με προϋπολογισμό που έφτανε τα 360 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, με στόχο τη στήριξη παρεμβάσεων διάσωσης του ιστορικού κτιριακού αποθέματος.
Στην πορεία, ωστόσο, το αρχικό εύρος του προγράμματος περιορίστηκε αισθητά. Έπειτα από διαδοχικές καθυστερήσεις, εντάχθηκε τελικά στο ΕΣΠΑ με προϋπολογισμό περίπου 20 εκατ. ευρώ. Ο οδηγός εφαρμογής του δημοσιεύθηκε, επίσης με σημαντική καθυστέρηση, το φθινόπωρο του 2024, προβλέποντας τη χρηματοδότηση εργασιών αποκατάστασης και επανάχρησης με στόχο την επιστροφή των κτιρίων σε λειτουργική χρήση και τη διατήρηση της ιστορικής και αρχιτεκτονικής τους ταυτότητας, ενώ το πρόγραμμα αναμένεται να ενεργοποιηθεί μέσα στο επόμενο δίμηνο.
Οι εξελίξεις αυτές αντιμετωπίζονται με σκεπτικισμό από την πλευρά των ιδιοκτητών, οι οποίοι βλέπουν τις ιδιοκτησίες τους χρόνο με τον χρόνο να φθείρονται, χωρίς να διαθέτουν τα μέσα για να προχωρήσουν σε ουσιαστικές παρεμβάσεις. Το κόστος αποκατάστασης παραμένει ιδιαίτερα υψηλό, συχνά πολλαπλάσιο σε σχέση με μια συμβατική οικοδομική κατασκευή. Η όλη διαδικασία αποκατάστασης επιβαρύνεται επιπλέον από τις απαιτούμενες εγκρίσεις και τις διοικητικές διαδικασίες που συνεπάγεται ο διατηρητέος χαρακτήρας των κτιρίων αυτών.
«Η φυσιογνωμία της περιοχής Μακρυγιάννη βρίσκεται σε κίνδυνο. Η οικία Καλλισπέρη και το συγκρότημα της Σπάρτης Καρασταμάτη αποτελούν δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα».
«Είμαστε η μόνη χώρα της Ευρώπης στην οποία δεν στηρίζονται ουσιαστικά τα διατηρητέα. Στην Ιταλία, που όλοι τρέχουμε να θαυμάσουμε τα υπέροχα κτίριά της, επιδοτούνται εδώ και δεκαετίες οι όψεις των κτιρίων. Είμαστε η μόνη χώρα της Ευρώπης που έχει αυτή την ιστορία και την απαξιώνει μ’ αυτόν τον τρόπο. Το πρόβλημα είναι μεγάλο και διαχρονικό», λέει στη LiFO η αρχιτέκτων και πρόεδρος του Πανελλήνιου Συλλόγου Ιδιοκτητών Διατηρητέων Κτηρίων και Μνημείων, Γιώτα Βρεττάκου-Μιχαλοπούλου.
Και προσθέτει: «Τα δεδομένα γύρω από τα διαθέσιμα κονδύλια, έξι χρόνια έπειτα από την εξαγγελία του προγράμματος, παραμένουν ακόμη ασαφή. Το πρόγραμμα ξεκίνησε με πολύ μεγαλύτερο προϋπολογισμό και στην πορεία περιορίστηκε δραστικά. Την ίδια στιγμή, τα αυθαίρετα νομιμοποιούνται με χαμηλό κόστος και, επιπλέον, επιδοτούνται για παρεμβάσεις βελτίωσης. Για τα διατηρητέα, αντίθετα, δεν υπάρχει ουσιαστική πρόνοια εδώ και δεκαετίες». Όπως επισημαίνει η Γιώτα Βρεττάκου-Μιχαλοπούλου, σχεδόν πέντε δεκαετίες μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος, βάσει της οποίας η προστασία των μνημείων και των διατηρητέων κτιρίων κατοχυρώνεται ρητά (άρθρο 24, παρ. 6), η συνταγματική αυτή πρόβλεψη παραμένει ουσιαστικά ανενεργή.
Μια κρίσιμη πτυχή του προβλήματος αφορά τα εγκαταλελειμμένα κτίρια με ιστορικό και αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. Στις περιπτώσεις αυτές, το ζήτημα περιπλέκεται περαιτέρω: η πολυδιάσπαση της ιδιοκτησίας, με μεγάλο αριθμό κληρονόμων, που σε ακραίες περιπτώσεις μπορεί να φτάνει ακόμη και τους 150 ή 200, ή ακόμη και η αδυναμία ταυτοποίησης ιδιοκτητών, καθιστά την αξιοποίηση των κτιρίων ιδιαίτερα δύσκολη. Αν και υπήρξε πρόθεση να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα, η σχετική νομοθετική πρωτοβουλία δεν προχώρησε. Το σχέδιο που είχε επεξεργαστεί η κυβέρνηση προέβλεπε τη δυνατότητα ανάθεσης της διαχείρισης τέτοιων ακινήτων στους δήμους για μεγάλο χρονικό διάστημα, με στόχο την αποκατάσταση και αξιοποίησή τους σε συνεργασία με ιδιώτες, χωρίς απώλεια της ιδιοκτησίας για τους δικαιούχους.
Η Ειρήνη Γρατσία είναι αρχαιολόγος και συντονίστρια της MONUMENTA, μίας οργάνωσης που δραστηριοποιείται στην προστασία της φυσικής και της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς στην Ελλάδα και την Κύπρο. Και εκείνη υποστηρίζει ότι η βασική αιτία της εγκατάλειψης του κτιριακού αποθέματος είναι η έλλειψη κινήτρων. Η MONUMENTA έχει εντοπίσει και καταγράψει 11.500 κτίρια της περιόδου 1830-1940 στα επτά δημοτικά διαμερίσματα της Αθήνας, ενώ έχει προχωρήσει και σε αντίστοιχες καταγραφές στους δήμους Φιλοθέης, Κηφισιάς και Πειραιά. «Αν δεν υπάρξει οικονομική στήριξη προς τους ιδιοκτήτες, δεν πρόκειται να δούμε ουσιαστική μείωση των εγκαταλελειμμένων ακινήτων. Το κόστος αποκατάστασης είναι υψηλό και, σε πολλές περιπτώσεις, οι ιδιοκτήτες δεν διαθέτουν τα μέσα για να προχωρήσουν. Χρειάζονται διευκολύνσεις, τόσο σε επίπεδο χρηματοδότησης όσο και για την εκπόνηση των απαραίτητων μελετών», σχολιάζει η Ε. Γρατσία. Η ίδια αναφέρει, ότι εκτός από την οικονομική διάσταση, ζήτημα αποτελούν και οι μετέπειτα χρήσεις ιστορικών κτιρίων τα οποία αποκαθίστανται. «Κάποιες φορές μπορεί να διατηρείται η όψη, αλλά η μετατροπή των κτιρίων σε τουριστικά καταλύματα ή σε χώρους που προορίζονται για εμπορικές χρήσεις αλλοιώνει πλήρως το εσωτερικό τους. Χάνεται η αρχική διαρρύθμιση, η εσωτερική τους οργάνωση, που αποτελεί βασικό στοιχείο της αρχιτεκτονικής τους ταυτότητας».
Για να προχωρήσει η αποκατάσταση των ιστορικών κτιρίων της Αθήνας, η Ε. Γρατσία πιστεύει ότι, καταρχάς, η πολιτεία «θα πρέπει να γνωρίζει τι απόθεμα διαθέτει. Η καταγραφή αποτελεί βασικό εργαλείο: εμείς στη MONUMENTA έχουμε καταγράψει το σύνολο σχεδόν του κτιριακού αποθέματος της Αθήνας, μερικώς και του Πειραιά, καθώς και περιοχές όπως η παραδοσιακή Κηφισιά. Από εκεί και πέρα, απαιτείται ένα συνολικό σχέδιο: να καθοριστεί τι μπορεί και τι πρέπει να διασωθεί, όχι μόνο στα μεγάλα αστικά μέτωπα αλλά και στις μεσοαστικές και λαϊκές γειτονιές. Η διατήρηση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς δεν αφορά μόνο τα εμβληματικά κτίρια. Όλα αυτά όμως θα πρέπει να ενταχθούν σε ένα συνολικό σχέδιο που να κυριαρχείται από ένα όραμα, το οποίο να προσβλέπει στη διατήρηση της ιστορίας της πόλης».
Ο Γιώργος Κουρμαδάς, αρχιτέκτονας και μέλος του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, είναι ένας σταθερός παρατηρητής του αθηναϊκού χώρου. Παρακολουθεί και φωτογραφίζει αξιόλογα κτίρια της πόλης που φθίνουν, καταγράφει τις μεταβολές στη χρήση τους και τη σταδιακή απώλεια μορφολογικών στοιχείων που συγκροτούν την αρχιτεκτονική τους ταυτότητα και, κατ' επέκταση, την ταυτότητα της ίδιας της πόλης.
Με βάση αυτήν τη μακρόχρονη παρατήρηση, ο ίδιος έκανε την επιλογή των κτιρίων που ακολουθούν, πλην των δύο πρώτων που συνδέονται με τις δύο γυναικείες εμβληματικές φιγούρες. Πρόκειται για περιπτώσεις που δεν ξεχωρίζουν μόνο για την αρχιτεκτονική τους αξία αλλά και για το πλαίσιο εγκατάλειψης ή αβεβαιότητας στο οποίο βρίσκονται. Ο ίδιος κατέγραψε τα βασικά χαρακτηριστικά τους, το ύφος τους και, όπου υπάρχει, το καθεστώς προστασίας τους, μεταφέροντας παράλληλα έναν ευρύτερο προβληματισμό για τις προοπτικές διατήρησής τους.
«Τα εγκαταλελειμμένα κτίρια της Αθήνας, και ιδιαίτερα τα αξιόλογα νεοκλασικά που θεωρητικά προστατεύονται από τον νόμο, δημιουργούν αντιφατικές και αδιέξοδες σκέψεις. Από τη μια θρηνούμε την κατεδάφιση της νεοκλασικής Αθήνας κατά τη μεταπολεμική ανοικοδόμηση, από την άλλη δεν είμαστε σήμερα ικανοί να διατηρήσουμε τα λίγα εναπομείναντα δείγματα που χρειάζονται την προστασία μας. Ας υποθέσουμε ότι ως διά μαγείας έχουν λυθεί δύο από τα σημαντικότερα προβλήματα, που είναι το μπλεγμένο ιδιοκτησιακό καθεστώς σε πολλές περιπτώσεις και η γραφειοκρατία του ΥΠΠΟ ή/και του ΥΠΕΝ, όπου πολλοί φάκελοι μελετών περιμένουν χρόνια να εξεταστούν από τα αρμόδια όργανα που θα τους εγκρίνουν. Παραμένουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα. Ποιος θα πληρώσει την αποκατάστασή τους και γιατί;
Το κράτος εδώ και δεκαετίες δεν προσφέρει οικονομική βοήθεια, ούτε καν φοροελαφρύνσεις στους ιδιοκτήτες για να τους διευκολύνει. Μπορεί κανείς να φανταστεί πολλούς ευκατάστατους ιδιοκτήτες να πληρώνουν εκατομμύρια ευρώ για να επισκευάσουν ένα σπίτι ώστε να ζήσουν δίπλα στην πλατεία Κουμουνδούρου; Η εμπορική εκμετάλλευση με αυτές τις συνθήκες φαντάζει μονόδρομος: κτίρια σε εμπορικές ή τουριστικές ζώνες μετατρέπονται σε τράπεζες, καταστήματα, εστιατόρια και καφετέριες, ενώ αυτά που βρίσκονται σε δύσκολα σημεία γίνονται ξενοδοχειακές μονάδες. Μέχρι εκεί φτάνει η φαντασία μας, επειδή το κράτος δεν έχει στρατηγική και σίγουρα δεν θέλει να ξοδέψει πόρους για αυτόν τον σκοπό.
Μ' αυτόν τον τρόπο, όπως μας λέει, «ενισχύεται ο φαύλος κύκλος της τουριστικοποίησης του κέντρου της πόλης». Ωστόσο υπάρχει και κάτι άλλο, ακόμη πιο σοβαρό: «Αυτά τα κτίρια, αν δεν επισκευαστούν, δεν θα βρίσκονται εκεί για πάντα. Ήδη χάνονται τα χαρακτηριστικά της μορφολογίας τους, καθώς διαβρώνονται και πέφτουν οι σοβάδες τους. Έπειτα από έναν σεισμό ή μια βροχή ή και τελείως απροειδοποίητα, εφόσον δεν έχουν υποστυλωθεί για την προστασία τους, είναι πολύ πιθανόν να καταρρεύσουν ξαφνικά. Είναι άλλο ένα πρόβλημα, για το οποίο λείπει πρωτίστως το πολιτικό όραμα», υποστηρίζει ο Γ. Κουρμαδάς.
1. Οικία Καλλισπέρη στη συμβολή των οδών Νικολάου Καλλισπέρη και Παρθενώνος, Μακρυγιάννη
Διώροφο κτίριο του 1911, με νεοκλασικά και εκλεκτικιστικά χαρακτηριστικά, η οικία της οικογένειας Καλλισπέρη βρίσκεται στη συμβολή των οδών Νικολάου Καλλισπέρη και Παρθενώνος, στην περιοχή του Μακρυγιάννη. Το συγκρότημα περιλάμβανε την κύρια κατοικία, δύο βοηθητικά κτίσματα και κήπο και σήμερα παραμένει χωρίς χρήση, παρότι κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο το 2012, έπειτα από πρωτοβουλία της MONUMENTA. Η ιστορία του συνδέεται με τον Νικόλαο Καλλισπέρη, αγωνιστή της Επανάστασης του 1821 και στέλεχος της διοίκησης του νεοσύστατου κράτους. Κεντρική μορφή της οικογένειας υπήρξε η Σεβαστή Καλλισπέρη, η οποία αφιέρωσε τη ζωή της στην εκπαίδευση των κοριτσιών. Με τη διαθήκη της άφησε στο ελληνικό Δημόσιο το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας της, με όρο τη δημιουργία εκπαιδευτικού ιδρύματος με την επωνυμία «Εθνικόν Μορφωτήριον», κάτι που δεν υλοποιήθηκε. Στην περιουσία αυτή περιλαμβάνονταν και πολύτιμες βιβλιοθήκες της οικογένειας, που η ίδια επιθυμούσε να διατηρηθούν και να είναι επισκέψιμες. Τίποτε από αυτά δεν υλοποιήθηκε. Το σπίτι που βρίσκεται στον δήμο Χαλανδρίου λεηλατήθηκε με την πάροδο των δεκαετιών, ενώ το συγκρότημα κάτω από την Ακρόπολη φέρει εμφανή τα σημάδια της εγκατάλειψης και της φθοράς του χρόνου.
2. Συγκρότημα Σπάρτης Καρασταμάτη, Βεΐκου 30
Η Σπάρτη Καρασταμάτη έχει καταγραφεί ως η πρώτη Ελληνίδα βιομήχανος. Σήμερα, το κτιριακό συγκρότημα διακρίνεται δύσκολα ως ενιαίο σύνολο, όπως κάποτε ήταν. Μόνο από ψηλότερα σημεία της περιοχής αποκαλύπτεται η έκτασή του και η σχέση των επιμέρους κτισμάτων. Τα ίχνη της παραγωγικής λειτουργίας και της καθημερινής ζωής έχουν σε μεγάλο βαθμό σβηστεί από αυτό το σπάνιο δείγμα της πρώιμης βιομηχανικής δραστηριότητας της πόλης. Ένα κτιριακό συγκρότημα που θα άξιζε καλύτερη τύχη καθώς, όπως σχολιάζει η Ειρήνη Φρεζάδου, «αυτά τα εργοστασιακά σύνολα, στα οποία συνυπάρχουν οι χώροι παραγωγής, οι γραφειακοί χώροι και η κατοικία της οικογένειας, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα της βιομηχανικής οργάνωσης των τελών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Σήμερα έχουν απομείνει ελάχιστα. Ένα από αυτά είναι το κτήμα Δρακόπουλου στα Πατήσια. Γι’ αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διατηρηθούν, ώστε να διασφαλιστεί η διαχρονία της αστικής και βιομηχανικής κληρονομιάς».
Η ιστορία του συγκροτήματος της Σπάρτης Καρασταμάτη στη Βεΐκου 30 αποτυπώνεται μέσα από την καταγραφή της ομάδας ΒΙ.Δ.Α. (Βιομηχανικά Δελτία Καταγραφής), που ασχολείται συστηματικά με τη μελέτη και τεκμηρίωση της ελληνικής βιομηχανικής κληρονομιάς. Η τεκμηρίωση του συγκεκριμένου συνόλου κατεγράφη από την αρχιτέκτονα μηχανικό Μαρία Δανιήλ, που ασχολείται συστηματικά με θέματα διαχείρισης της νεότερης πολιτιστικής κληρονομιάς και ιδιαίτερα με την προστασία ιστορικών κτιρίων και συνόλων. Όπως προκύπτει από την έρευνα της ομάδας, «η κλωστοϋφαντουργία της Σπάρτης Καρασταμάτη ιδρύθηκε το 1870, όταν εκείνη μετοίκησε από την Καλαμάτα στην Αθήνα και έστησε το πρώτο εργαστήριο, με τρεις χειροκίνητους αργαλειούς. Αργότερα, το ατμοκίνητο πλέον εργοστάσιο στεγάστηκε σε ιδιόκτητο χώρο στην οδό Βεΐκου 30, στη συνοικία της Γαργαρέττας, δίπλα από την κατοικία της οικογένειας, παράγοντας εξαιρετικής ποιότητας μεταξωτά. Η επιχείρηση προμήθευε τη Βασιλική Αυλή, ενώ είχε τιμηθεί με πολλά βραβεία σε διεθνείς εκθέσεις.
Από προφορικές μαρτυρίες της κ. Ιωάννας Μπέσκου-Καρασταμάτη, που γεννήθηκε στο κτίριο αυτό, γνωρίζουμε ότι το εργοστάσιο ήταν κολλητό-συνεχόμενο με το σπίτι, δεξιά, μπαίνοντας από την κεντρική είσοδο της Βεΐκου. Αριστερά από την είσοδο και απέναντι από το σπίτι ήταν το κτίριο με τις γούρνες για το πλύσιμο των μεταξωτών». Απέναντι από την κεντρική είσοδο, στο βάθος, υπήρχε άλλο ένα μεγάλο οίκημα, το οποίο εικάζεται ότι λειτούργησε είτε ως εργοστάσιο με μηχανήματα είτε ως αποθήκη.
3. Κτίριο 77ου Δημοτικού Σχολείου στη συμβολή των οδών Υπερίωνος 13 και Δημοφώντος, Άνω Πετράλωνα
Στη γωνία των οδών Δημοφώντος και Υπερίωνος στα Άνω Πετράλωνα, πίσω από μια πέτρινη μάντρα, υπάρχει ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο που η μορφή του ξενίζει: είναι πολύ μακρόστενο, με το μεγαλύτερο μέρος του οικοπέδου μπροστά του να παραμένει κενό. Αν ήμασταν σε κάποιο χωριό, θα ήμασταν σίγουροι ότι πρόκειται για το τοπικό σχολείο. Η αλήθεια είναι πως το διώροφο αυτό κτίσμα είναι όντως ένα παρατημένο σχολικό κτίριο. Η κήρυξή του σε νεότερο μνημείο από το ΥΠΠΟ το αναφέρει ως «Κτίριο του 77ου Δημοτικού Σχολείου». Το ισόγειό του έχει εμφανή λιθοδομή, ενώ ο όροφος ήταν κατασκευασμένος με τούβλα που έχουν αρχίσει να φαίνονται κάτω από τους πεσμένους σοβάδες. Η είσοδός του τοποθετείται στο μέσον της μακριάς πλευράς, κάτω από έναν μπετονένιο εξώστη με πεσσούς. Το κτίριο είχε αγοραστεί από το ΚΕΘΕΑ, που έχει μια δυνατή παράδοση αγοράς και αποκατάστασης ιστορικών κτιρίων διεσπαρμένων σε όλη την πόλη για τη στέγαση των δραστηριοτήτων του. Μετά τη συγχώνευση του ΚΕΘΕΑ στον Εθνικό Οργανισμό Πρόληψης και Αντιμετώπισης Εξαρτήσεων (ΕΟΠΑΕ), το κτίριο του 77ου Δημοτικού περιμένει υπομονετικά την αποκατάσταση που θα το διασώσει.
4. Νεοκλασικό στην οδό Αριστονίκου 15, κοντά στην Αρδηττού
Ακόμα και στις πιο περιζήτητες γειτονιές της Αθήνας, υπάρχουν κτίρια που για μια σειρά από λόγους μπορεί να παραμένουν εγκαταλελειμμένα για χρόνια. Τέτοια είναι και η περίπτωση της κατοικίας στην οδό Αριστονίκου 15 στο Μετς. Πρόκειται για ένα λαϊκό νεοκλασικό σπίτι, μονώροφο με ημιυπόγειο και μια αυλόπορτα που θα έβγαζε στην πίσω αυλή. Δεν πρόκειται για κάποιο σημαντικό αρχιτεκτόνημα. Ωστόσο έχει μια μορφή και κλίμακα πολύ γνώριμη –αλλά υπό εξαφάνιση– για την εικόνα της παλιάς Αθήνας. Μόνα του μορφολογικά στοιχεία είναι το νεοκλασικό γείσο με τους «οδόντες» κάτω από τη στέγη του και μικρότερα γείσα πάνω από τα παράθυρα και την αυλόθυρα. Μέσα στην ατυχία του, το σπίτι της οδού Αριστονίκου υπήρξε τυχερό: δεν βρίσκεται ανάμεσα σε πανύψηλες πολυκατοικίες, όπως συμβαίνει συνήθως. Ίσως η θέση του κοντά στον λόφο του Αρδηττού και τον (αναξιοποίητο) αρχαιολογικό χώρο της Αγροτέρας Αρτέμιδος να έχει χαμηλότερους συντελεστές δόμησης και να προβλέπει αρχαιολογικές ανασκαφές που έχουν λειτουργήσει αποτρεπτικά για την ανοικοδόμηση. Πάντως στο τμήμα αυτό της οδού Αριστονίκου έχουν διασωθεί τα περισσότερα μονώροφα και διώροφα κτίρια κατοικίας, και αυτό είναι ένα από τα τελευταία που περιμένει την ανακαίνιση και την επιστροφή του στη ζωή της πόλης.
5. Παλιό κτίριο ΙΚΑ στην οδό Πειραιώς 167
Το παλιό κεντρικό κτίριο του ΙΚΑ καταλαμβάνει ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο ανάμεσα στις οδούς Πειραιώς και Αγησιλάου στο Μεταξουργείο, απέναντι από την πλατεία Κουμουνδούρου. Το κτίριο έχει κηρυχθεί διατηρητέο από το ΥΠΠΟ το 2021. Χτίστηκε το 1954 με επικεφαλής αρχιτέκτονα τον καθηγητή του ΕΜΠ Κυπριανό Μπίρη, ο οποίος είχε και άλλα μεγάλα δημόσια έργα στο ενεργητικό του, όπως το 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Είναι δείγμα ενός αυστηρού και λειτουργικού μοντερνισμού, με πολύ καθαρές γραμμές και απλή ογκομετρία. Αποτελείται από τρεις βασικούς όγκους. Ο μεσαίος όγκος στο κέντρο του οικοδομικού τετραγώνου αφήνει προκήπια προς τις πλαϊνές οδούς Μυλλέρου και Ακαδήμου. Η πτέρυγα προς την οδό Αγησιλάου είναι χαμηλότερη για να προσαρμοστεί στην κλίμακα της πόλης και τους στενούς πίσω δρόμους. Η όψη του προς την οδό Πειραιώς είναι χαρακτηριστική, με το ισόγειο να καταλαμβάνει μια παρόδια στοά με πεσσούς, ενώ καθένας από τους επτά υπερκείμενους ορόφους διακρίνεται από μια συνεχή λωρίδα παραθύρων από άκρη σε άκρη με ξύλινα ρολά παντζούρια.
Παρ’ όλο το μέγεθός του και την κεντρική του θέση, λόγω μιας σειράς συγκυριών το κτίριο παραμένει εγκαταλελειμμένο από το 1998. Ο σεισμός του 1999 οδήγησε στην ανάγκη στατικών ενισχύσεων, οι οποίες και ολοκληρώθηκαν. Εν τω μεταξύ, μετά την οικονομική κρίση το ΙΚΑ έπαψε να λειτουργεί ως αυτόνομος οργανισμός, ενώ υπερίσχυσε η λογική της αποκέντρωσης των δημόσιων υπηρεσιών, η οποία έχει οδηγήσει πολλά μεγάλα κτίρια του κέντρου σε εγκατάλειψη και έχει επιτείνει την απαξίωση του ίδιου του κέντρου της Αθήνας, με μόνη εναλλακτική –ή πρόδηλο στόχο– την τουριστικοποίησή του. Πιο πρόσφατα, στις αρχές του 2025, μια πυρκαγιά κατέστρεψε μέρος του εσωτερικού κάποιων ορόφων. Δημόσιοι διαγωνισμοί για την εμπορική αξιοποίηση του κτιρίου προκηρύχθηκαν το 2023 και 2024, με σκοπό τη μετατροπή του σε κτίριο γραφείων ή ξενοδοχείο. Παρά τη στεγαστική κρίση και τη μετατροπή του κέντρου της Αθήνας σε πάρκο ψυχαγωγίας για τουρίστες, το κράτος πριμοδοτεί την περαιτέρω τουριστικοποίηση. Η αξιοποίησή του για τη δημιουργία φοιτητικών ή προσιτών κατοικιών, κίνηση που θα ενίσχυε την κατοίκηση στο κέντρο της Αθήνας, όχι απλώς δεν αποτελεί στόχο, αλλά ούτε καν αντικείμενο συζήτησης.
Προς το παρόν, το συγκρότημα του ΙΚΑ, αποκλεισμένο με λαμαρίνες ολόγυρα που καταλαμβάνουν το πεζοδρόμιο, παραμένει μια πληγή για το Μεταξουργείο, μια «τρύπα» που δυσκολεύει τους πεζούς και μια εστία μόλυνσης για όλη τη γειτονιά λόγω της εγκατάλειψής του.
6. Κτίριο επί της οδού 3ης Σεπτεμβρίου 2, Ομόνοια
Μια πολύ γνώριμη εικόνα της Ομόνοιας, αλλά συγχρόνως το λιγότερο προβεβλημένο νεοκλασικό επί της πλατείας είναι αυτό που βρίσκεται στη γωνία με την οδό 3ης Σεπτεμβρίου. Μόλις το 2024 κηρύχθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού διατηρητέο. Έχει εντυπωθεί στους κατοίκους της πόλης χάρη στο χαρακτηριστικό σιέλ χρώμα του και το πολύ μεγάλο μεταλλικό στέγαστρο που σκεπάζει το πεζοδρόμιο μπροστά του, συνεχόμενο με το στέγαστρο του καφενείου Νέον που βρίσκεται ακριβώς στα δεξιά του. Το Μέγαρο Βογιατζίδη οικοδομήθηκε τη δεκαετία του 1870 και ανήκει στον όψιμο αθηναϊκό νεοκλασικισμό. Χαρακτηριστική είναι η στέψη του κτιρίου (παρόμοια και αυτή με του κτιρίου τού Νέον) με γείσο, που στηρίζει πυκνή σειρά από γεισίποδες και φουρούσια και συνεχόμενη σειρά από ακροκέραμα. Ενώ το ισόγειό του πάντα ήταν σε χρήση, με καταστήματα, όπως το θρυλικό καφεκοπτείο Brazita στη γωνία, που πρόσφατα έκλεισε, οι όροφοι απέπνεαν πάντα ένα μυστήριο, ειδικά ο ψηλότερος δεύτερος όροφος που πάντα είχε κλειστά παράθυρα. Τελευταία φορά άλλαξε ιδιοκτήτες το 2021, όταν, από τους κληρονόμους της οικογένειας Βογιατζίδη, πωλήθηκε έναντι μεγάλου αντιτίμου σε μια ξένων συμφερόντων εταιρεία και περιμένει το επόμενο κεφάλαιο της ζωής του.
7. Νεοκλασικό επί των οδών Επικούρου και Ευριπίδου
Στην γωνία των οδών Επικούρου και Ευριπίδου, διαγωνίως απέναντι από τα μπριζολάδικα που γνωρίζουν όλοι οι ξενύχτηδες της Αθήνας, βρίσκεται ένα εγκαταλελειμμένο νεοκλασικό κτίριο, σε κακή κατάσταση διατήρησης. Το κτίριο αυτό ξεχωρίζει για τρεις λόγους: Πρώτον, διαθέτει πολύ πλούσιο διάκοσμο στις όψεις του, ως επί το πλείστον κατασκευασμένο από σοβά. Απομίμηση ισόδομης τοιχοποιίας (σαν να ήταν φτιαγμένο το κτίριο από πλήρως ορθογώνια λαξευμένα αγκωνάρια) σε όλη την έκτασή του, πλούσια περιθυρώματα γύρω από τα ανοίγματα, ταινίες και γεισώματα με διακοσμητικά ανάγλυφα που το περιζώνουν σε διάφορες στάθμες. Τα τρία μαρμάρινα μπαλκόνια του ορόφου με τα περίτεχνα κιγκλιδώματά τους επίσης προσθέτουν σε αυτή την εικόνα πολυτέλειας. Το ημιγκρεμισμένο δώμα στη στάθμη του δευτέρου ορόφου, σαν σοφίτα, αποτελεί ένα επιπλέον γοητευτικό στοιχείο.
Δεύτερον, αποτελεί ένα σύνολο μαζί με άλλα δύο νεοκλασικά που το πλαισιώνουν, ένα ανακαινισμένο στα αριστερά του επί της οδού Επικούρου και ένα επίσης ερειπωμένο στα δεξιά του επί της οδού Ευριπίδου. Και τα τρία διαθέτουν αυτή την κεντρική «σοφίτα», κάτι που δεν είναι σύνηθες για τα αθηναϊκά νεοκλασικά, που συνήθως η όψη τους τελειώνει με την ευθεία γραμμή της βάσης της στέγης.
Τρίτον, η κακή του κατάσταση διατήρησης, από τη μια το απειλεί με κατάρρευση σε περίπτωση ενός σεισμού ή μιας νεροποντής, από την άλλη έχει δημιουργήσει μια «ρομαντική» εικόνα παρακμής που μαγνητίζει το βλέμμα. Οι σοβάδες έχουν αρχίσει να πέφτουν και για τον λόγο αυτό έχουν τοποθετηθεί λαμαρίνες στο πεζοδρόμιο από κάτω του, αποτελώντας ένα επιπλέον εμπόδιο για τους δύσμοιρους πεζούς αυτής της πόλης.
8. Οδός Τριπόδων 3 και Επιχάρμου, Πλάκα
Σχεδόν ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο της Πλάκας καλύπτουν τα δύο αυτά όμορα ακίνητα με τον περιβάλλοντα χώρο τους. Το πρώτο βρίσκεται στην οδό Τριπόδων 3, στον δρόμο που συχνά αποκαλείται «ο αρχαιότερος δρόμος της Ευρώπης», χωρίς όμως να υπάρχουν σχετικά τεκμήρια. Το κτίριο βρίσκεται σχεδόν κολλημένο στη χαμηλή, μισογκρεμισμένη, πετρόχτιστη μάντρα και είναι πλήρως ερειπωμένο. Η μορφή του φαίνεται λαϊκή νεοκλασική, με μια αυστηρότητα που θυμίζει και κτίριο δημόσιας χρήσης. Καταλαμβάνει μικρό τμήμα του οικοπέδου, ενώ κυριαρχεί η οργιώδης βλάστηση από βρομοκαρυδιές που έχουν καταλάβει κάθε ελεύθερη σπιθαμή.
9. Οδός Σχολείου 4, Πλάκα
Από την άλλη πλευρά του οικοδομικού τετραγώνου, στην πεζοδρομημένη οδό Σχολείου, στον αριθμό 4, βρίσκονται τα άλλα δύο κτίρια, ερειπωμένα και αυτά. Η μορφή τους θυμίζει λειτουργικά κτίρια, ίσως αποθήκες των τελών του 19ου αιώνα, με ανοίγματα που έχουν πρέκια από χαμηλωμένα τόξα (αντί για τα ευθύγραμμα πρέκια που συνήθως έχουν τα νεοκλασικά στην Αθήνα) και ένα στέγαστρο σε πρόβολο που τρέχει κατά το μεγαλύτερο μήκος της όψης.
Ιδιοκτήτης και των δύο ακινήτων είναι η κρατική «Κτιριακές Υποδομές ΑΕ», με την οποία έχει συγχωνευθεί μεταξύ άλλων και ο Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων. Τα δύο αυτά ακίνητα με την κεντρική θέση τους στην Πλάκα, τον μεγάλο ελεύθερο χώρο τους και την γειτνίασή τους με το σχολικό συγκρότημα της οδού Σχολείου ήρθε η ώρα να αξιοποιηθούν –πόσο κακοποιημένη λέξη!– για την ενίσχυση των σχολικών υποδομών ή/και του δημόσιου χώρου της περιοχής.
10. Συνεχές μέτωπο με 5 νεοκλασικές μονοκατοικίες: Οδός Σαμουήλ Καλογήρου 4, 6, 8, 10, 12 / Συνεχές μέτωπο με τρεις νεοκλασικές κατοικίες: Οδός Κορίνης 6, 8, 10
H oδός Σαμουήλ Καλογήρου είναι ένα μικρό δρομάκι κάθετο στην Πειραιώς, μεταξύ πλατείας Κουμουνδούρου και Κεραμεικού. Υπάρχουν πέντε συνεχόμενες νεοκλασικές κατοικίες στα νούμερα 4, 6, 8, 10 και 12 της Σαμουήλ Καλογήρου, καθώς και άλλες δύο στην απέναντι πλευρά του δρόμου, στο 11 και στο 13. Πρόκειται για μια σπάνια για αυτή την περιοχή του κέντρου συγκέντρωση κτιρίων του 19ου αιώνα, όλα τους δείγματα του αθηναϊκού νεοκλασικισμού, με τα πέντε μάλιστα να σχηματίζουν συνεχές μέτωπο. Τα έξι από τα επτά κτίρια είναι σε κακή κατάσταση διατήρησης, σχεδόν ετοιμόρροπα. Έχουν τοποθετηθεί σκαλωσιές και «σκάφες» για προστασία των διερχομένων από πτώση υλικών. Η αρχιτεκτονική αξία των επιμέρους κτιρίων δεν είναι ισοδύναμη. Το κτίριο στη γωνία με την Πειραιώς έχει ιδιαίτερα πλούσια μορφολογία, είναι τριώροφο και διαθέτει τρεις όψεις. Φαίνεται έργο επώνυμης αρχιτεκτονικής της εποχής. Το κτίριο στον αριθμό 13 αναπτύσσει επίσης το πλήρες λεξιλόγιο του αθηναϊκού νεοκλασικισμού, αλλά αντί για πολυτέλεια αποπνέει μια ανεπιτήδευτη απλότητα. Τα υπόλοιπα κτίρια είναι πιο απλής αρχιτεκτονικής, ωστόσο όλα μαζί συγκροτούν ένα σύνολο και εκεί έγκειται η σημασία τους. Αν κάποιο από τα σπίτια του συνεχούς μετώπου καταρρεύσει, οτιδήποτε και αν κατασκευαστεί στη θέση του η αξία του συνόλου θα διαρραγεί και η χρονοκάψουλα αυτή του αθηναϊκού νεοκλασικισμού θα χάσει αυτή την αίσθηση πληρότητας.
Αντίστοιχη περίπτωση είναι οι τρεις συνεχόμενες κατοικίες στην ίδια γειτονιά, στην οδό Κορίνης. Οι στέγες έχουν καταρρεύσει και μέσα από τα πορτοπαράθυρα βλέπεις το χάος.
