Πριν από λίγο καιρό πέρασα μερικές μέρες στα Τζουμέρκα. Η τρίτη επίσκεψη στην περιοχή επιβεβαίωσε μέσα μου τη μοναδικότητα της περιοχής: απίστευτη φύση, άνθρωποι φτιαγμένοι για να αντέχουν, ήπια τουριστική ανάπτυξη. Τα Τζουμέρκα δεν είναι πια ένα μυστικό ή μια «ψαγμένη» επιλογή. Συγκεντρώνουν όλο και περισσότερους επισκέπτες, αυτό όμως που δεν γνώριζα είναι πως τα τελευταία χρόνια αποτελούν και τη βάση μιας αρκετά μεγάλης και ζωντανής κοινότητας ανθρώπων που έχουν αφήσει τα μεγάλα αστικά κέντρα και έχουν επιλέξει μια διαφορετική ζωή σε μικρότερους τόπους – ανθρώπων με τους οποίους ασχολείται αυτή η στήλη.
Ξεκινώντας, λοιπόν, μια Τετάρτη του Μαρτίου από την Αθήνα, για να γνωρίσω όσο το δυνατόν περισσότερους από αυτούς, έκανα την πρώτη μου στάση ανεβαίνοντας από την Άρτα στη Ράμια. Είναι το χωριό που επέλεξε ως το νέο της σπίτι η Αντιγόνη Καρνεσιώτη έπειτα από δύο χρόνια πηγαινέλα Αθήνα-Τζουμέρκα. Ακολουθεί η ιστορία της με τα δικά της λόγια.
«Γεννήθηκα στο Παλαιό Φάληρο. Όταν ήμουν παιδί, πηγαίναμε στη μονοκατοικία της γιαγιάς μου, παίζαμε με τις γάτες στην αυλή κι είχαμε θέα τον Υμηττό. Η μονοκατοικία εκείνη δόθηκε για αντιπαροχή κι εμείς μείναμε στον 3ο όροφο. Μεγαλώνοντας εκεί, προτού ακόμη χτιστούν γύρω μας άλλες πολυκατοικίες, εξακολουθούσαμε να βλέπουμε τον Υμηττό ευθεία και τη θάλασσα δεξιά μας, από το μπαλκόνι. Κατεβαίναμε στις πιλοτές και παίζαμε κρυφτό με άλλα παιδιά της γειτονιάς. Η γιαγιά μου έμενε στον 1ο όροφο και έβγαινε έξω να μας φωνάξει για φαγητό. Μπορείς να πεις ότι είχαμε το δικό μας μικρό χωριό στο Παλαιό Φάληρο. Μεγάλωσα με αυτά τα ερεθίσματα, χωρίς όμως να καταλαβαίνω πόσο ιδιαίτερο ήταν αυτό. Έφτασα 30 χρονών για να το συνειδητοποιήσω, γιατί γύρω μου πια είχαν χτιστεί όλα. Δεν βλέπαμε πια τον Υμηττό. Βλέπαμε μόνο μια γραμμή θάλασσα. Τα παιδιά δεν παίζανε πια στο πεζοδρόμιο.
«Η αποκέντρωση, όπως και κάθε πράγμα σε τούτη τη ζωή, απαιτεί συλλογικότητα, αλληλεγγύη και φροντίδα».
Σε κάποια φάση μετακόμισα στην Oλλανδία, στην Ουτρέχτη. Εκεί συνειδητοποίησα για πρώτη φορά πώς είναι να ζεις με τρόπο πιο φιλικό προς το περιβάλλον. Πήγαινα παντού με το ποδήλατο, ακόμη και με πάγο στους δρόμους, με βροχή καταρρακτώδη. Περνούσα μέσα από τα πάρκα το πρωί, ανέπνεα οξυγόνο κι όχι καυσαέριο.
Μετά βρέθηκα στην Αυστρία, εκεί ξεκίνησε η αγάπη μου για το βουνό. Επιστρέφοντας λοιπόν στην Αθήνα, έκανα συχνά εξορμήσεις στο βουνό. Σύντομα όμως κατάλαβα ότι κάτι δεν μου κολλούσε στην καθημερινότητα της Αθήνας.
Έπαιρνα το μετρό για να πάω στη δουλειά κι ήταν όλοι θυμωμένοι ή στενοχωρημένοι γύρω μου. Μου έπαιρνε μια ώρα να φτάσω στη δουλειά μου και όταν έφτανα είχα κουβαλήσει ένα βάρος που δεν μου αναλογούσε, αυτό του να ζεις σε μια πόλη που δεν χωράει πια τους κατοίκους της – μεταφορικά και κυριολεκτικά.
Έτσι, μια μέρα, έκανα εκδρομή μόνη μου στα Τζουμέρκα. Πήρα το αμάξι μου, οδήγησα 5 ώρες μόνη μου πρώτη φορά στη ζωή μου κι έφτασα.
Επί δύο χρόνια έκανα το Αθήνα-Τζουμέρκα Παγκράτι-Κολιάτσου, που λέμε. Ήταν ξεκάθαρο για μένα ότι ήθελα πια να ζήσω σε αυτόν τον τόπο. Παραιτήθηκα από τη δουλειά μου και προσπάθησα να βρω διάφορους λόγους για να με φέρουν εδώ. Η αφορμή στην αρχή ήταν ένας έρωτας, μετά ένα μεταπτυχιακό και τέλος η δημιουργία μιας τουριστικής επιχείρησης. Έτσι, από τον περασμένο Οκτώβρη ζω στη Ράμια, στα Τζουμέρκα.
Η επιλογή ήταν συγκυριακή. Μαζί με την τουριστική επιχείρηση που ξεκίνησα να διαχειρίζομαι, μου δόθηκε αυτό το σπίτι που βλέπεις. Με το που είδα την αυλή και τη θέα, είπα “εδώ θέλω να είμαι”, να κοιτώ τις κορφές των Τζουμέρκων, να ακούω τα πουλιά που κελαηδούν και τα ποτάμια που περνούν από κάτω. Όραμά μου ήταν να ανοίξουν ξανά τα σπίτια του χωριού, να έρχονται άνθρωποι και να γνωρίζουν τη ζωή σε ένα ορεινό χωριό.
Το εγχείρημα όμως δεν μπόρεσε να πάει μακριά γιατί έκανα τη μετάβαση αυτή μόνη, χωρίς κεφάλαιο, κι ενώ υπάρχει επισκεψιμότητα και οι άνθρωποι θέλουν να επισκεφτούν τα χωριά μας, δεν υπάρχει η δυναμική να “τρέξει” κάτι τόσο μεγάλο προς το παρόν.
Παράλληλα, δεν σταμάτησα να κάνω τα μαθήματά μου διαδικτυακά. Διδάσκω ελληνικά σε ξένους και απόδημους, ως φιλόλογος και ως παιδαγωγός της ένταξης υποστηρίζω εξ αποστάσεως μαθητές και μαθήτριες. Αυτήν τη στιγμή λοιπόν, έχοντας το εισόδημα από τα μαθήματά μου, επιλέγω να παραμείνω στο χωριό και να διερευνήσω τα επόμενά μου βήματα. Μάλιστα, προτού μου γίνει πρόταση να αναλάβω αυτή την επιχείρηση, είχα σκεφτεί να νοικιάσω στα χωριά αυτά ένα σπίτι ούτως ή άλλως και να υποστηρίξω μαθητές και μαθήτριες που ζουν εδώ, εφόσον η πρόσβαση σε υπηρεσίες ειδικής αγωγής είναι κατά πολύ μειωμένες στην επαρχία και δη σε απομακρυσμένα χωριά.
Το μεγάλο όνειρο είναι να φτιάξω ένα κτήμα, στο οποίο θα καταπιάνομαι με διάφορα: περμακουλτούρα, βιωματική μάθηση μέσα στη φύση, κατασκευές, πολιτιστικά δρώμενα. Το θέμα όμως δεν είναι μόνο να το επισκέπτονται τουρίστες αλλά να γίνει παράδειγμα ενός εναλλακτικού τρόπου ζωής στη φύση και να δώσει διεξόδους σε παιδιά και ανθρώπους που ζουν ήδη εδώ.
Ο κύκλος και οι φίλοι μου ήταν γενικά πολύ υποστηρικτικοί. Από τη μια σαφώς στεναχωρήθηκαν που δεν θα έχουμε πια μια κοινή καθημερινότητα, από την άλλη καταλαβαίνουν ότι θέλω να ζήσω μια διαφορετική ζωή από αυτήν της πόλης. Πλέον πάντως δεν χρειάζεται να “εγκλωβιζόμαστε” σε ένα χωριό ή έναν τρόπο ζωής. Με τον σωστό σχεδιασμό, μπορείς να τα έχεις όλα. Σε ένα ιδανικό σενάριο, θα επιστρέφω στην Αθήνα για ένα μικρό διάστημα, θα βλέπω οικογένεια και φίλους κι έπειτα θα γυρίζω στη βάση μου. Έχουμε συνηθίσει το αντίθετο: οι άνθρωποι να μένουν στις πόλεις και να επιστρέφουν στο χωριό μόνο για διακοπές ή αργίες. Εγώ φαντάζομαι έναν κόσμο στον οποίο θα μπορούν οι άνθρωποι να ζουν στα χωριά ξανά, βγάζοντας τα προς το ζην με ποικίλους τρόπους, και θα πηγαίνουν για διακοπές στις πόλεις.
Η μετάβαση ήταν εύκολη στην αρχή. Είχα φίλους και φίλες που με βοήθησαν να κάνω τη μετακόμιση και για έναν μήνα το σπίτι δεν ήταν άδειο ποτέ. Όταν όμως άδειασε και ξεκίνησαν τα κρύα και οι βροχές, ήταν δύσκολα. Πέρασα αρκετό χρόνο μόνη μου και μέσα στο σπίτι. Αναρωτιόμουν αν αυτή είναι η ζωή εδώ. Ναι, αυτή είναι, τουλάχιστον για ένα διάστημα. Αυτό που έμαθα είναι ότι έτσι είναι η φύση μας και απλώς δεν το έχουμε συνηθίσει. Ο χειμώνας είναι καιρός για εσωτερικότητα, φροντίδα και χαμηλούς ρυθμούς, πνευματικά και σωματικά. Όταν είσαι σε μια πόλη κι έχεις μια συμβατική δουλειά, δεν τα σκέφτεσαι όλα αυτά. Προχωράς ρομποτικά και πρέπει να είσαι στη δουλειά σου κάθε μέρα, βρέξει χιονίσει.
Η ζωή στο χωριό επιτρέπει αυτή την παύση, όμως αυτό προϋποθέτει να έχεις κάνει τις “αποθήκες” σου τους προηγούμενους μήνες. Αυτήν τη στιγμή απολαμβάνω την άνοιξη και το πόσο ανθισμένα είναι όλα, το ότι ο ήλιος βγαίνει πιο συχνά και υπάρχει το εύφορο έδαφος για να “καλλιεργήσεις” ξανά. Είναι πραγματικά τρομερό ότι όλα αυτά σε μια πόλη είναι απλώς πληροφορίες, οι εποχές περνούν και δεν παρατηρούμε τη φύση γύρω μας ή τους ρυθμούς της. Είμαστε απορρυθμισμένοι ως κοινωνία και αν μας δινόταν η ευκαιρία έστω για λίγο να ξαναβρούμε το φυσικό μας κέντρο, νομίζω πως θα επαναδιαπραγματευόμασταν πολλά πράγματα, μέσα κι έξω μας. Θα παίρναμε λιγότερα ως δεδομένα.
Πέρα από τα μαθήματα, αυτήν τη στιγμή μού δίνεται η ευκαιρία για μεροκάματα σε διάφορα πλαίσια, κι όσο ζεις και ψάχνεσαι εδώ, μπορεί να προκύψουν διάφορες συνεργασίες – στην εστίαση, στην καθαριότητα, βοήθεια σε ξενοδοχεία ή αθλητικές δραστηριότητες, οικοδομές κ.ο.κ. Ως άνθρωπος που ασχολείται και με τη φωτογραφία και το βίντεο, είχα πρόσφατα μια συνεργασία με το Μπουλούκι/Boulouki, που δραστηριοποιείται στην περιοχή γύρω από τις παραδοσιακές τεχνικές δόμησης και βοήθησα με τη φωτογράφιση μιας τοπικής έκθεσης, αλλά κι ενός πρότζεκτ που τρέχει πολλά χρόνια τώρα (ανοικοδόμηση του δημοτικού σχολείου των Φράστων).
Κατά τα άλλα, αυτό που λατρεύω εδώ πέρα είναι να μπορώ να πηγαίνω σε διάφορα χωριά και να βοηθάω σε δουλειές που προκύπτουν και χρειάζονται χέρια – αφιλοκερδώς μεν, μου προσφέρουν όμως τόση γνώση.
Τη μια μέρα θα πάω στη φίλη μου τη Σοφία, στην Ατραπό, το τουριστικό περίπτερο Καταρράκτη. Την άλλη μέρα στους φίλους μου, την Αλέκα και τον Τρύφωνα, στην κοινωνική συνεταιριστική επιχείρησή τους, την Καρδιά της Μέλισσας, στην Καλλονή. Τον προηγούμενο μήνα πήγαμε να εξετάσουμε ένα παλιό μονοπάτι σε έναν καταρράκτη της Καλλονής για να δούμε αν μπορούμε να το φτιάξουμε εκ νέου. Βοηθήσαμε την Καρδιά της Μέλισσας να κλαδέψει τα μύρτιλα για να έχει μια καλή σοδειά. Η επόμενή μου βοήθεια θέλω να είναι στην κυρία Βάσω, στο χωριό, για να δω και να μάθω πώς ασχολείται με τον κήπο.
Επίσης, ασχολούμαστε με πολιτιστικές εκδηλώσεις στα χωριά: ετοιμάζουμε προβολές και φεστιβάλ για το καλοκαίρι, στην Ατραπό αλλά και στο Καταφύγιο Μελισσουργών.
Τέλος, αυτήν τη στιγμή ασχολούμαι και με την πτυχιακή μου που θα έχει να κάνει με ένα περιβαλλοντικό πρόγραμμα σε σχολεία της Άρτας για την επικονίαση, τις πεταλούδες, τη σημασία τους στο οικοσύστημα και το κλίμα.
Είναι ακόμα η αρχή αλλά έχω νιώσει πολλή ζεστασιά και μια μεγάλη αγκαλιά από το χωριό. Μπορώ να πω πως ακόμη συλλέγω πληροφορίες για το πως το χωριό “ζει”, από ντόπιους και απόδημους.
Έχουμε πολιτιστικό σύλλογο που οργανώνει συναντήσεις και δραστηριότητες κάθε βδομάδα, κυρίως τα ΣΚ, κι αυτό βοηθάει στην κοινωνικοποίηση. Υπάρχει ένα καφενείο στο χωριό που μαζεύονται οι χωριανοί σχεδόν κάθε βράδυ, το οποίο λειτουργεί και ως μίνι μάρκετ. Έχουμε λειτουργικό σχολείο, νηπιαγωγείο και δημοτικό. Έχουμε νέους που έχουν επιστρέψει, ασχολούνται με οικοδομές, αυλές ή δουλεύουν από απόσταση. Έχουμε διαδρομές που οδηγούν σε καταρράκτες και αλάνες μέσα στο δάσος για μεγάλες βόλτες και ανάπαυση. Είναι ένα χωριό που παλεύει να μη σβήσει.
Τα θετικά για μένα είναι πολλά: οξυγόνο άπλετο, παρατήρηση και μελωδίες πουλιών καθημερινά, μυρωδιές φυσικές, περισσότερος ελεύθερος χρόνος, θέα σε βουνά και δέντρα, καλύτερη διατροφή, με τοπικά πολλές φορές προϊόντα. Ως προς τη δουλειά μου, πραγματικά δεν μου έχει λείψει τίποτα. Νιώθω ότι εδώ μαθαίνω δεξιότητες που θα μου χρειαστούν μελλοντικά, και μάλιστα δωρεάν.
Το μόνο αρνητικό που βρίσκω είναι η έλλειψη σε δρώμενα κι ερεθίσματα. Θα ήθελα πιο πολλές κοινοτικές εκδηλώσεις και συζητήσεις – γίνεται μια προσπάθεια από τους Tzoumakers και τον Ορειβατικό Σύλλογο Καλεντζίου. Πιστεύω ότι μπορούμε κι άλλα χωριά να ακολουθήσουμε το παράδειγμά τους.
Το προηγούμενο Σαββατοκύριακο ήμασταν στο Κοινοτικό Εργαστήρι των Tzoumakers και φτιάξαμε, άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ μας και από διάφορα μέρη, μια μικρή ξύλινη ανεμογεννήτρια. Στο τέλος το γιορτάσαμε με μουσικές παραδοσιακές και όργανα στο καφενείο του διπλανού χωριού.
Από την Αθήνα μού λείπει η πολιτική δράση. Προσπαθώ να πηγαίνω στα Ιωάννινα για πορείες, διαμαρτυρίες κ.λπ. Νομίζω πως και στην Άρτα κάτι γίνεται σιγά σιγά, έχει επιστρέψει κάποιος νέος κόσμος με όρεξη για δράση. Αλλά κι εδώ, στα χωριά, κάτι γίνεται. Προς το παρόν προσπαθώ να παίρνω δύναμη από φίλους και φίλες που έχουν μετακομίσει εδώ και συμπορευόμαστε πολιτικά σε ιδέες και στο πώς ονειρευόμαστε τον κόσμο. Τον περασμένο Δεκέμβρη οργανώσαμε μια πεζοπορία για την Ημέρα των Βουνών στο χωριό του Καταρράκτη, με κύριο αίτημα τη βελτίωση των υποδομών στο οδικό δίκτυο, όπως και για να δηλώσουμε την εναντίωσή μας στην εγκατάσταση βιομηχανικών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Από την άλλη, συνειδητοποιώ ότι πολλές ανάγκες πολιτικής δράσης στην πόλη έχουν προκύψει από τον συνωστισμό και τη χαμηλή ποιότητα ζωής. Πιστεύω ακράδαντα πως αν δίνονταν ανάσες στις πόλεις και τους κατοίκους τους, ευκαιρίες να ζήσουν αλλού και να καλλιεργούν τη δική τους τροφή, τα προβλήματα στις πόλεις θα μειώνονταν. Εύχομαι ο κόσμος να μπορούσε να το δει αυτό και να υπήρχε βοήθεια από το κράτος για αυτήν τη μετάβαση.
Θα συμβούλευα κάποιον που σκέφτεται την αποκέντρωση να μην το κάνει μόνος/-η του/της. Το εγχείρημα είναι δύσκολο και χρειάζεται παρέα. Υπάρχουν χωριά που αναζητούν κόσμο να εγκατασταθεί και έχει χτιστεί μια βάση βοήθειας γύρω από την αποκέντρωση. Η Ζίτσα Ιωαννίνων είναι ένα τέτοιο ζωντανό παράδειγμα και τα Ψηλά Βουνά βοηθούν σε διάφορα διαδικαστικά ζητήματα. Η αποκέντρωση, όπως και κάθε πράγμα σε τούτη τη ζωή, απαιτεί συλλογικότητα, αλληλεγγύη και φροντίδα.
Τα χωριά μας και τόσα εγκαταλειμμένα μέρη στην Ελλάδα περιμένουν κόσμο και ζωή. Είναι δυνατή μια ζωή κοντά στη φύση, χτίζοντας μικρές κοινότητες. Αλλιώς, θα πάρουν τις κορφές και τα ποτάμια μας οι εταιρείες και τότε πραγματικά δεν θα έχει μείνει τίποτα πια που να μοιάζει με φυσικό τοπίο για να παλέψουμε. Η ζωή στις πόλεις, όπως τις έχουμε χτίσει, μας εξουθενώνει και μας αποχαυνώνει, μας απομακρύνει και μας πολώνει. Η ζωή σε ένα χωριό σε επαναφέρει στο κέντρο και σου θυμίζει έμπρακτα όλα όσα αξίζουν σε αυτήν τη ζωή. Είμαι κι εγώ με τη σειρά μου διαθέσιμη να βοηθήσω όποιον/-α θέλει να κάνει ένα τέτοιο βήμα. Μπορεί να επικοινωνήσει μαζί μου στο [email protected]».
Στείλτε τις προτάσεις σας για τη στήλη «Γειτονιές της Ελλάδας» στο [email protected]