ΠΡΙΝ ΑΠΟ 15.800 χρόνια, σε ένα ηφαιστειακό οροπέδιο στην κεντρική Ανατολία (σημερινή Τουρκία), μια σκύλα γέννησε τα κουτάβια της, τα οποία πέθαναν μικρά, ίσως μόλις λίγων μηνών. Οι άνθρωποι που ζούσαν στην περιοχή του Πινάρμπασι τα έθαψαν σκόπιμα στον ίδιο χώρο όπου έθαβαν και τους δικούς τους νεκρούς. Όσο αυτά ζούσαν, τα τάιζαν με ψάρια, αυτά που έτρωγαν και οι ίδιοι. Και ένα από αυτά τα κουτάβια θεωρείται πλέον ο παλαιότερος γενετικά ταυτοποιημένος οικιακός σκύλος, και η ιστορία του –που ανακατασκευάστηκε από θραύσματα οστών μεγέθους κόκκου καφέ– δημοσιεύτηκε πριν από λίγες μέρες στο περιοδικό «Nature» σε δύο μελέτες ταυτόχρονα που ξαναγράφουν την ιστορία του πώς ο σκύλος έγινε ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου.
Μέχρι τώρα, τα παλαιότερα γενετικά στοιχεία για τα οικόσιτα σκυλιά χρονολογούνταν περίπου 10.900 χρόνια πριν και είχαν βρεθεί σε έναν μεσολιθικό χώρο στην Καρελία της Ρωσίας. Η νέα έρευνα μεταθέτει αυτή την ημερομηνία πάνω από 5.000 χρόνια πίσω, στα τέλη της Ανώτερης Παλαιολιθικής Εποχής, όταν όλοι οι άνθρωποι ήταν ακόμα κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες και δεν υπήρχαν άλλα οικόσιτα ζώα. «Μιλάμε για περίπου 6.000 χρόνια προτού οι άνθρωποι αρχίσουν να ζουν μαζί με αγελάδες, κατσίκες ή χοίρους, και περισσότερα από 10.000 χρόνια πριν από τα άλογα», δήλωσε ο ερευνητής Lachie Scarsbrook του Πανεπιστημίου του Μονάχου, συν-συγγραφέας της κύριας μελέτης, κατά τη διάρκεια συνέντευξης τύπου που πραγματοποιήθηκε για την παρουσίαση της έρευνας.
Το πιο εντυπωσιακό εύρημα για τους ερευνητές είναι ότι ο σκύλος από το Πινάρμπασι και αυτός από τo Gough’s Cave, τοποθεσίες που απέχουν μεταξύ τους σχεδόν 2.500 μίλια, ήταν σχεδόν πανομοιότυποι γενετικά.
Η πρώτη μελέτη αναλύει υπολείμματα κυνιδών από δύο τοποθεσίες: το Πινάρμπασι στο Οροπέδιο της Κεντρικής Ανατολίας και το Gough’s Cave στο Σόμερσετ του Ηνωμένου Βασιλείου. Τα θραύσματα από το Πινάρμπασι είναι εξαιρετικά μικρά, αλλά η ομάδα κατάφερε να εξαγάγει αρκετό πυρηνικό DNA ώστε να επιβεβαιώσει ότι επρόκειτο για οικόσιτους σκύλους και όχι για λύκους, και να χρονολογήσει το παλαιότερο δείγμα στα 15.800 χρόνια πριν. Η δεύτερη μελέτη αναλύει περισσότερα από 200 ευρωπαϊκά υπολείμματα κυνιδών που χρονολογούνται από 14.000 έως 1.000 χρόνια πριν. Μεταξύ αυτών, επιβεβαιώνει την ταυτότητα ενός δείγματος που αποτελούσε αντικείμενο μακροχρόνιας συζήτησης, το οποίο βρέθηκε στο Κέσερλοχ της Ελβετίας και χρονολογείται στα 14.200 χρόνια πριν: είχε ήδη θεωρηθεί ότι επρόκειτο για οικιακό σκυλί με βάση τη μορφολογία του, αλλά η ταυτότητά του παρέμενε μέχρι τώρα υπό συζήτηση.
Το πιο εντυπωσιακό εύρημα για τους ερευνητές είναι ότι ο σκύλος από το Πινάρμπασι και αυτός από τo Gough’s Cave, τοποθεσίες που απέχουν μεταξύ τους σχεδόν 2.500 μίλια, ήταν γενετικά σχεδόν πανομοιότυποι. Οι κοινοί πρόγονοί τους έζησαν πριν από περίπου 16.900 χρόνια, μόλις λίγους αιώνες πριν από τα ίδια τα ζώα. Αυτό υποδηλώνει ότι ένας εξαιρετικά ομοιογενής πληθυσμός σκύλων είχε εξαπλωθεί με εκπληκτική ταχύτητα σε όλη τη Δυτική Ευρασία πριν από το τέλος της τελευταίας Εποχής των Παγετώνων.
Το παράδοξο είναι ότι οι άνθρωποι που ζούσαν μαζί με αυτά τα σκυλιά διέφεραν πολύ μεταξύ τους. Η περιοχή στη σημερινή Αγγλία κατοικούνταν από κυνηγούς της μαγδαληνικής περιόδου, που ήταν προσαρμοσμένοι στο ακραίο κρύο της Βόρειας Ευρώπης. Το Πινάρμπασι κατοικούνταν από κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες της Ανατολίας, οι οποίοι εκμεταλλεύονταν επίσης υδρόβιους πόρους. Η ανακάλυψη αυτή μάς αναγκάζει να αναθεωρήσουμε την αντίληψή μας για τις παλαιολιθικές πολιτισμικές ανταλλαγές: τα σκυλιά κυκλοφορούσαν μεταξύ γενετικά διαφορετικών ανθρώπινων ομάδων, πιθανώς ως πολύτιμα αγαθά ή ως εργαλεία κυνηγιού.
Η ανάλυση των οστών επιβεβαίωσε ότι τα σκυλιά και στις δύο τοποθεσίες έτρωγαν την ίδια τροφή με τους ιδιοκτήτες τους. Η συμβολική σχέση ήταν επίσης πολύ έντονη και στις δύο περιπτώσεις. Στο Πινάρμπασι, τα κουτάβια θάβονταν μαζί με τους ανθρώπους, με τα ίδια ταφικά τελετουργικά. Στο Gough’s Cave, όπου οι άνθρωποι ασκούσαν τελετουργικό κανιβαλισμό –τα κρανία των νεκρών τους μετατρέπονταν σε κύπελλα και τα οστά έφεραν σημάδια από ανθρώπινα δόντια–, η γνάθος του σκύλου είχε μια σκόπιμη διάτρηση, πανομοιότυπη με τον τύπο μεταθανάτιας τροποποίησης που γινόταν στα ανθρώπινα λείψανα. Αυτό σημαίνει ότι, σε απόσταση 2.500 μιλίων μεταξύ τους, δύο ριζικά διαφορετικές κουλτούρες αντιμετώπιζαν τους σκύλους τους με τρόπο ανάλογο με αυτόν που αντιμετώπιζαν τους δικούς τους νεκρούς.
Η δεύτερη μελέτη έφερε μία ακόμη έκπληξη: όταν αγρότες έφτασαν στην Ευρώπη από τη νοτιοδυτική Ασία πριν από περίπου 8.000 χρόνια αντικατέστησαν γενετικά το 80% έως 90% του ανθρώπινου πληθυσμού της ηπείρου. Ωστόσο, τα σκυλιά των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών δεν εξαφανίστηκαν: συνέβαλαν κατά το ήμισυ περίπου στην καταγωγή των σκύλων των νέων αγροτών. Οι ίδιοι οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες σχεδόν εξαφανίστηκαν γενετικά. Τα σκυλιά τους όμως όχι. Αυτή η γενεαλογία επιβιώνει μέχρι σήμερα: τα σύγχρονα ευρωπαϊκά σκυλιά, από τον γερμανικό ποιμενικό έως το σκυλί του Αγίου Βερνάρδου, φέρουν το αποτύπωμα αυτών των ζώων της Πλειστόκαινου στο γονιδίωμά τους.
Δύο κρίσιμα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Το πρώτο έχει να κάνει με το πού ακριβώς και πότε συνέβη η εξημέρωση. Κανείς δεν έχει εντοπίσει ακόμα τον πληθυσμό του γκρίζου λύκου από τον οποίο κατάγονται όλα τα οικόσιτα σκυλιά. Και οι δύο νέες μελέτες υποδεικνύουν τη δυτική Ευρασία ως την πιο πιθανή περιοχή προέλευσης, αλλά το μυστήριο παραμένει. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι η γενετική διαφοροποίηση στους σκύλους πριν από 16.000 χρόνια υποδηλώνει ότι η εξημέρωση συνέβη αρκετές χιλιάδες χρόνια νωρίτερα. Το δεύτερο ερώτημα αφορά τον ρόλο που έπαιξαν αυτοί οι πρώιμοι σκύλοι στις παλαιολιθικές κοινωνίες. «Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα, αλλά πρέπει να εξυπηρετούσαν κάποιο συγκεκριμένο σκοπό· ίσως ως “συστήματα συναγερμού” ή ως βοηθοί στο κυνήγι, επειδή η διατροφή τους ήταν δαπανηρή», σύμφωνα με τους ερευνητές. «Συγχρόνως όμως, τα παιδιά εκείνης της εποχής πιθανότατα έπαιζαν με τα κουτάβια».
Με στοιχεία από «El Pais»