Σε λιγότερο από έναν μήνα, η Εύη Σαουλίδου, μια από τις πιο προσηλωμένες στην τέχνη της ηθοποιούς της γενιάς της, θα ζωντανέψει επί σκηνής μαζί με τέσσερις άντρες, σε μια ελεύθερη θεατρική διασκευή, την ταινία του Μάρκο Φερέρι «Το μεγάλο φαγοπότι». Η παράσταση ανεβαίνει στο θέατρο Συγγρού 33, έναν χώρο που ταιριάζει πολύ σε αυτό το έργο, και θα επιχειρήσει να ανοίξει εκ νέου τη συζήτηση γύρω από τη λαιμαργία, την υπερκατανάλωση, τον μηδενισμό και τη βουβή κατάρρευση του δυτικού πολιτισμού· ζητήματα που σήμερα επιστρέφουν με νέα, επιτακτική ένταση.
Η Εύη υποδύεται μια γυναίκα που αποτελεί ίσως τη μόνη πραγματικά ζωντανή παρουσία σε έναν κόσμο αντρών που έχουν χάσει το νόημα της ζωής, οι οποίοι βρίσκονται μέσα σε μια βίλα με σκοπό να φάνε μέχρι τελικής πτώσης, σε ένα ξέφρενο γλέντι που δοκιμάζει τα όρια του σώματος, της ηθικής και της επιθυμίας. Οι ήρωες οδηγούνται ολοένα πιο κοντά στην αυτοκαταστροφή ή στη λύτρωση και τους διακατέχει μια σκοτεινή πείνα για νόημα, για επαφή, για υπέρβαση.
— Τι μας λέει σήμερα το Μεγάλο φαγοπότι, τι κρατάμε από αυτή την τόσο προκλητική και αμφιλεγόμενη αλληγορία;
Το πρώτο πράγμα που μας συμβαίνει όταν γεννιόμαστε είναι το να μας ταΐσει η μητέρα μας. Το σύμβολο της τροφής έχει να κάνει με τη φροντίδα και την ανάπτυξη και το πώς υπάρχουμε μέσα σε αυτό τον κόσμο. Αυτό που συμβαίνει στο Μεγάλο φαγοπότι, η εμπειρία αυτής της συνάντησης, είναι σαν όχημα το οποίο αφήνει ένα σαδιστικό σχεδόν αποτύπωμα πάνω σε μια διαδικασία που είναι τόσο αρχέγονη, τόσο αναγκαία, ώστε μεταφέρεται σαν εξουσία πάνω σε αυτήν τη λειτουργία. Τρως αδιάκοπα και αυτός είναι ένας τρόπος όχι για να φτάσεις σε ένα τέλος, στον θάνατο, αλλά για να βρεις την ηδονή που έχεις χάσει και την ξαναψάχνεις, την κυνηγάς, αλλά καταλήγεις στην ποσότητα. Από αυτό πεθαίνουν αυτοί οι άνθρωποι, από την ακόρεστη όρεξη να ανακαλέσουν τη λησμονημένη εμπειρία. Άρα αν θέλουμε να απαντήσουμε στο γιατί ανεβαίνει σήμερα αυτό το έργο, η απάντηση είναι μάλλον «γιατί έτσι είμαστε». Μας διακατέχει μια ακόρεστη επιθυμία να είμαστε στην κορυφή των πραγμάτων, να προχωρήσουμε ακόμη κι αν δεν μπορούμε, να ξεχάσουμε τις σωματικές λειτουργίες, να δούμε μέχρι πού μπορούμε να φάμε, μέχρι πού μπορούμε να μην κοιμηθούμε, προκειμένου να υπάρξουμε. Θέλουμε τα πάντα, ό,τι υπάρχει στη ζωή το θέλουμε πολύ, βουλιμικά.
«Αν υπάρχει κάτι που σίγουρα ξέρω σήμερα, είναι ότι κάθε φορά που μπαίνω για μάθημα ή κάθε φορά που μπαίνω να κάνω πρόβα, υπάρχει κάτι που με αφορά πολύ. Το θέλω και το έχω ανάγκη, αυτή η δουλειά είναι το "συν" της ζωής, του σπιτιού, των σχέσεών μας, και αυτό είναι ανεκτίμητο».
— Δουλεύεις πολλά χρόνια στο θέατρο. Τι είναι αυτό που ζητάς σε κάθε συνάντησή σου με κείμενα και ανθρώπους;
Αυτό που με απασχολεί και αναζητώ και στις δουλειές είναι το πώς γίνεται τα ίδια πράγματα να τα πιάνεις με τον ίδιο τρόπο, να μην αλλάζεις και συγχρόνως να έχεις αυτή την ανατροφοδότηση. Να κοιτάς τα γύρω πράγματα με νέο μάτι, αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα τα ακουμπήσεις να είναι ο ίδιος, με την ίδια τρυφερότητα, με την ίδια πίστη. Σαν αυτό που λέει ο Λορεντζάτος, «αν το γράψιμο δεν το πάρεις σα μια τέχνη όπως οι παμπάλαιες –πριν από τη γραφή–, το ζωγράφισμα, τη ρόδα του κανατά, τη δουλειά του χρυσικού, που οδηγούν σε ένα αποτέλεσμα με κάποια τελική χρησιμότητα στη ζωή μας, δεν απομένει άλλο τίποτα από ένα ψέμα ή μια προσπάθεια μάταιη να πεις όχι με τα δικά της λόγια τη ζωή αλλά με τα δικά σου, τη ζωή που δε μιλάει, και να τη ζήσεις άλλη μια φορά τάχατες (με το γράψιμο) έξω από τη μοναδική φορά που μπορείς να τη ζήσεις – τη ζωή που εκείνη δε γράφει γιατί σβήνει όλα τα άλλα, όσα οι άλλοι γράφουν γι’ αυτήν, και αναντικατάστατα μοναχά ζει, ζει και πάλι ζει, δεν ξέρει άλλο τίποτα, πηγή ύδατος αλλομένου απροσπέλαστη». Κάπως έτσι θα μιλούσα για το θέατρο.
— Ωστόσο το θέατρο σήμερα συνδέεται με την εποχή της εικόνας· για παράδειγμα, μια αρκετά σημαντική πηγή τροφοδότησής του είναι ο κινηματογράφος.
Υποθετικά μπορώ να κάνω αυτήν τη σύνδεση, η εικόνα μάς επηρεάζει, αν όμως συζητήσουμε για το θέατρο σήμερα και τα έργα που ανεβαίνουν, το βέβαιο είναι ότι δεν μπορούμε να κάνουμε παραστάσεις πολυπρόσωπες γιατί κοστίζουν και πολλά από τα έργα που δεν ανεβαίνουν πια έχουν πολλά πρόσωπα, και τα δικαιώματα σε περιορίζουν πολύ στις διασκευές. Αυτό που νιώθω για το θέατρο σήμερα είναι ότι δεν υπάρχει χρόνος να κάτσεις να ασχοληθείς με τον άνθρωπο μέσα στα έργα, επειδή υπάρχει η αποσπασματικότητα του διαδικτύου και του κινητού. Είναι σαν να δυσκολευόμαστε πάρα πολύ –αυτό συμβαίνει και με το βιβλίο– να μπούμε στη λογική μιας παράστασης, να παρακολουθήσουμε ένα έργο με αρχή, μέση, τέλος και εξέλιξη. Οπότε, πρέπει να πείσουμε τους ανθρώπους που έρχονται στο θέατρο ότι δεν χάνει κάποιος κάτι αν βυθιστεί μέσα σε μια ιστορία, στη συνέχεια ενός πράγματος.
— Μιλάμε για τον χρόνο που πρέπει να αφιερώσει ένας θεατής σε μια παράσταση;
Μιλώντας για τον χρόνο που αφιερώνει ένας θεατής σε μια παράσταση, δεν γίνεται να μη βάλουμε στη συζήτηση τι σημαίνει χρόνος και αφοσίωση και για έναν ηθοποιό. Σημαίνει χρήμα. Σημαίνει ότι θα πρέπει να κάνεις δυο δουλειές για να τα βγάλεις πέρα, οπότε περνάς τον περισσότερο χρόνο της ζωής σου δουλεύοντας. Αν μπορείς να είσαι σε μια δουλειά στην οποία αμείβεσαι καλά, έχεις χρόνο. Όποιος όμως δεν έχει χρόνο, δεν έχει και τρόπο να κατανοήσει τα πράγματα και να τα χωνέψει, απλώς διεκπεραιώνει. Δεν έχεις χρόνο να δουλέψεις σε ένα κείμενο, να μάθεις τα λόγια και να παραμείνεις σε αυτό, να περάσουν ένας, δύο, τρεις μήνες και μετά σιγά-σιγά να βγεις και να το πεις. Επίσης για μένα το παράδοξο που συμβαίνει εδώ είναι ότι δεν πληρώνεσαι στις πρόβες, αυτό πάντα με εκπλήσσει· δηλαδή, παλιότερα έλεγα «πληρώστε μου τις πρόβες και μη μου πληρώνετε τις παραστάσεις», δεν μπορεί να μη μου πληρώνετε τον κατεξοχήν κόπο, που είναι ο χρόνος των προβών.
— Αυτό συμβαίνει και στο εξωτερικό τα τελευταία χρόνια, μειώνεται ο χρόνος των προβών.
Στο εξωτερικό είναι ακόμα χειρότερα. Ο χρόνος προβών μειώνεται συνεχώς, έχεις δεκαπέντε-είκοσι πρόβες, έναν μήνα μάξιμουμ, ανεβαίνει το έργο και τέλος. Και βέβαια οι ηθοποιοί είναι σε μεγάλη ετοιμότητα με τα τεχνικά τους μέσα αλλά φτάνουν, νομίζω, μέχρι ένα ορισμένο βάθος, δηλαδή δεν σκάβεται κάτι για να βρεθεί εκ νέου. Πολλές παραστάσεις που έρχονται από το εξωτερικό είναι εντυπωσιακότατες όσον αφορά τη ρύθμιση, τις ικανότητες των ηθοποιών – κάτι που ζητείται ολοένα περισσότερο και στις σχολές, να έχουν όλο και περισσότερα εφόδια οι σπουδαστές, να ξέρουν να παίζουν ένα όργανο, να τραγουδάνε, να χορεύουν. Υπάρχει όμως κάτι που δεν πάει λίγο πιο κάτω, λίγο πιο μέσα, δεν ανοίγει ένας χώρος, είναι σαν όλα να είναι στο πάνω συρτάρι. Και έρχονται παραστάσεις τις οποίες θαυμάζεις για την αρτιότητά τους, για την τεχνική τους μελέτη, για τα βίντεο, τις κάμερες, τις οθόνες· όλα αυτά σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα μπορούν να στήσουν μια παράσταση, όμως βάθος πεδίου δεν υπάρχει.
— Είσαι μια ηθοποιός που αφήνει κάθε φορά βαθύ ίχνος, αλλά τολμάς και προχωράς και σε μέρη άγνωστα, δοκιμάζεις νέα πράγματα ή λείπεις για έναν χρόνο στο εξωτερικό. Σε έχουν τρομάξει, σε έχουν ανησυχήσει αυτές οι διακυμάνσεις ή τις θεωρείς εντελώς φυσικές στον δρόμο σου;
Αυτό που μπορώ να καταλάβω για μένα είναι ότι μέσα σε αυτή την «αστάθεια» υπάρχει κάτι πολύ σταθερό. Υπάρχουν σκηνοθέτες που σκηνοθετούν σε συγκεκριμένα θέατρα, ηθοποιοί που παίζουν σε συγκεκριμένους θιάσους· αν αυτό το φτιάξεις και το χτίσεις, έχεις μια αναγνωρισιμότητα, κατατάσσεσαι κάπως στη συνείδηση του κόσμου, πράγμα που μπορεί να είναι και καλό και κακό. Εμένα, νομίζω, με πάει το πράγμα εκεί που θέλω. Μου τραβάει κάτι την προσοχή και θέλω να το ακολουθήσω, θέλω να το δω, πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται ότι μπορεί και να το έχω ευχηθεί μέσα μου, κρυφά, προτού συμβεί. Το 2025 ήθελα να περάσω χρόνο εκτός Ελλάδας. Συνέβη και ταξίδεψα στην Ελβετία για να κάνω την παράσταση που κάναμε σε διαδοχικά διαστήματα, και τον Ιούνιο του 2025 κάναμε και μια ταινία στο Βέλγιο. Όλο αυτό κάπως το είχα ευχηθεί, όχι απολύτως συνειδητά, ήθελα όμως να πάρω μια απόσταση από τα πράγματα. Δεν το κυνήγησα καθόλου να λείψω από την Ελλάδα, ειδικά αυτή η δουλειά της Ελβετίας ήρθε και με βρήκε χωρίς να ξέρω πώς και τι.
— Ας μιλήσουμε γι’ αυτή την παράσταση που θα παιχτεί ξανά το φθινόπωρο και έχει γίνει με γυναίκες από όλο τον κόσμο.
Η σκηνοθέτις, Anina Jendreyko, θέλησε να μαζέψει κορίτσια από διαφορετικά μέρη της γης και να φτιάξει μια παράσταση στη Βασιλεία που έχει τίτλο Mutige Frauen (Γενναίες Γυναίκες), η οποία μιλάει για το πώς γυναίκες σε διαφορετικές χρονικές στιγμές αντιστάθηκαν στην αδικία, στην τυραννία, στον φασισμό και στον πόλεμο. Σε αυτή την παράσταση, μέσα από το τραγούδι, τη γλώσσα, τον χορό, μιλούν για την αναγκαιότητα της δράσης με αλληλεγγύη και φροντίδα. Στο δικό μου κομμάτι, με αφορμή τα ντοκιμαντέρ της Αλίντας Δημητρίου, ασχοληθήκαμε με την περίοδο της γερμανικής κατοχής, με τον φασισμό, με ένα κομμάτι του Εμφυλίου, και υπάρχει και ένας μονόλογος για την Ελλάδα τού σήμερα. Είναι μια πολύγλωσση παράσταση και το στοίχημα δεν ήταν να καταλάβει ο θεατής αυτό που λέγεται αλλά να νιώσει αυτό που συμβαίνει μπροστά του, τη γυναικεία αλληλεγγύη, τη γυναικεία αντίσταση και να υπάρξουμε όλες μαζί οι γυναίκες ως ένα. Εδώ μπορώ να μιλήσω ξανά για το κομμάτι του χρόνου: κάναμε σπαστά πρόβες, κάτι που σημαίνει ότι υπήρχε ο χρόνος να χωνέψεις κάτι και να το φέρεις πίσω. Κάθε φορά κάνω αυτήν τη διαπίστωση, ο χρόνος που περνάω με κάτι εγγράφεται. Αν περάσω χρόνο με ένα κείμενο, εγγράφεται, αν περάσω χρόνο σε μια πρόβα κάνοντας μια κίνηση, φαίνεται, γράφει. Εμένα αυτή η εμπειρία μού είναι απαραίτητη.
— Τι έχει αλλάξει στο θέατρο, είναι λιγότερο επίμονα τα πράγματα, λιγότερο σχολαστικά;
Δεν πιστεύω ότι είναι λιγότερο επίμονα ή λιγότερο σχολαστικά, αλλά βαδίζουν κυρίως σε μια κατεύθυνση τελειότητας ως προς την αισθητική, ως προς το οπτικό αποτέλεσμα. Έχει μετατοπιστεί το ενδιαφέρον προς μια άλλη κατεύθυνση, αυτό με προβληματίζει. Πειράζουμε λίγο το έργο, μειώνουμε τον αριθμό των προσώπων που συμμετέχουν, ως περιεχόμενο το κάνουμε πιο βατό, να μη δυσκολέψουμε με διανοητικές διαδικασίες τον κόσμο. Με προβληματίζει το ευκαιριακό, το γρήγορο, η προσέγγιση «να μη μείνω πολύ στο ίδιο πράγμα που θα με ταλαιπωρήσει». Γι’ αυτό και βλέπεις παραστάσεις με ταχύτητα, μιλάνε οι άνθρωποι πολύ γρήγορα για να μη χαθεί το ενδιαφέρον του κοινού. Δεν βλέπω ένα όραμα ή μια επιθυμία να δημιουργηθεί ένα ψυχικό τοπίο πάνω στο οποίο θα συναντηθούμε και θα ανταλλάξουμε υγρά. Είναι σαν να μη μας χρειάζεται αυτή η προσέγγιση. Όταν έρχεται κάποιος να δει μια παράσταση, φέρνει τη δική του ιστορία και βλέπει να διαδραματίζεται μια άλλη μπροστά του. Αν δεν συναντηθούν αυτές οι ιστορίες, αν δεν γίνει κάποια ζύμωση, αν δεν δει πουθενά ο θεατής τον εαυτό του, θα φύγει και δεν θα έχει συμβεί τίποτα.
— Είσαι μια ηθοποιός με κύρος, εργάζεσαι διαρκώς. Μπορείς να σχεδιάσεις τι θα κάνεις την επόμενη χρονιά, τα επόμενα χρόνια, χωρίς να έχεις το άγχος να συντηρείς το ενδιαφέρον γύρω από την εικόνα σου;
Εμένα αυτό που με προβληματίζει είναι ότι υπάρχουν στιγμές που δεν με βρίσκω στο θεατρικό τοπίο. Εννοώ ότι δεν με ενδιαφέρει καθόλου, δεν ξέρω και ούτε θέλω να μάθω πώς να τραβάω την προσοχή του κοινού ή την προσοχή των μέσων για να πουλάω τον εαυτό μου. Να γίνω δηλαδή ο μάνατζερ του εαυτού μου για να έχω δουλειά ή για να είμαι στα πράγματα, να καλλιεργώ μια εικόνα, να προσπαθώ να μην περνάει ο χρόνος από επάνω μου για να κρατάω το ενδιαφέρον των άλλων διαρκώς ζωντανό. Δεν ξέρω τι είδους κυνήγι είναι αυτό και γιατί πρέπει να το κάνω. Πιστεύω ότι η δουλειά μου είναι να διαβάζω, να βλέπω παραστάσεις και να κάνω κι άλλα πράγματα στη ζωή μου. Με ανησυχεί αυτό, αυτή η τάση να προσελκύει κάποιος την προσοχή, όχι γιατί θα με ξεχάσουν· μέσα στα εκατοντάδες θέατρα που υπάρχουν, κάπου θα βρεθώ να υπάρχω.
— Τι έχει αλλάξει σε ό,τι αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεις τη δουλειά σου;
Θα μπω πιο μαλακά σε μια δουλειά απ’ ό,τι παλιότερα, αυτό που θα διεκδικήσω θα είναι να είμαστε πιο καλά μεταξύ μας, θα διεκδικήσω, αν μπορώ, να ενδιαφερθώ περισσότερο για σένα προσωπικά. Παλιά, αν κάποιος ήταν εξαιρετικός σε αυτό που έκανε, μπορούσα να του συγχωρέσω και δυο τρία ατοπήματα, νεύρα, κάποιες δυσκολίες στον χαρακτήρα, ιδιοτροπίες. Τώρα με ενδιαφέρει περισσότερο να έχεις πολύ καλή πρόθεση, να υπάρξουμε παρέα μέσα στη δουλειά, και δεν με ενδιαφέρει τόσο –και μόνο– πόσο καλά θα κάνεις αυτό που έχεις να κάνεις. Μακάρι να το κάνεις πολύ καλά, αλλά πρώτα θέλω να δω ότι δεν σε καίει να με πατήσεις για να υπάρξεις κι άλλο.
— Είσαι φιλόδοξη;
Νομίζω έχω υπάρξει και είμαι φιλόδοξη. Ήθελα να υπάρχω στο θέατρο, το είχα ανάγκη. Κάθε φορά βέβαια σκέφτομαι ότι σαν από θαύμα να βρέθηκα όπου βρέθηκα.
— Μου το εξηγείς αυτό το θαύμα;
Για μένα ο δρόμος ήταν το ταχυδρομείο, να μπω να δουλέψω στο ταχυδρομείο στην Καβάλα. Επειδή είχα μπλέξει με τα θέατρα στο λύκειο, δεν διάβαζα για τις Πανελλήνιες και δεν πέρασα κάπου. Μετά είχα την επιλογή να ξαναδώσω Πανελλήνιες ή να πάω να δουλέψω στο ταχυδρομείο, αλλά είχα αρχίσει να αισθάνομαι ότι αυτό που έπρεπε να κάνω ήταν το θέατρο, να φύγω προς αυτή την κατεύθυνση. Ομολογώ πως, κάθε φορά που έκανα πρόβες σε μια δουλειά, σκεφτόμουν «μα πώς γίνεται να είμαι εδώ και να μην είμαι στο ταχυδρομείο;». Ήταν σαν ψέμα που δεν βρισκόμουν στο ταχυδρομείο, που δεν κατέληξα να δουλεύω εκεί, ότι έπρεπε να ήμουν αλλού και βρισκόμουν αλλού.
— Στην Αθήνα πώς έφτασες; Δεν σε έχω ρωτήσει ποτέ, νομίζω.
Όταν τέλειωσα το σχολείο στην Καβάλα, ήρθα και έδωσα εξετάσεις στο Εθνικό. Δεν με πήρανε. Έδωσα εξετάσεις στο Κρατικό και πέρασα με υποτροφία. Αλλά δεν ήθελα να μείνω στη Θεσσαλονίκη. Μάζευα χρήματα κάνοντας άσχετες δουλειές, τηλεφωνήτρια, σε μπαρ, σε μαγαζιά. Ήρθα, νοίκιασα ένα σπίτι και έδωσα οντισιόν στην Πειραματική του Εθνικού το 1999 και μετά, από οντισιόν σε οντισιόν, άρχισα να δουλεύω. Το ένα έφερνε το άλλο και δούλευα διαρκώς, χωρίς κενό, γιατί δεν μπορούσε να υπάρξει κενό, ήταν θέμα επιβίωσης. Ήμουν αποφασισμένη ότι έπρεπε να ζήσω εδώ και να κάνω αυτό που μου άρεσε. Αυτή ήταν η διαρκής σκέψη και το μέλημά μου. Με τίμημα, αφήνοντας ακόμα και την προσωπική μου ζωή πιο πίσω.
— Αυτός ο φόβος του ταχυδρομείου έχει παρέλθει;
Όχι, υπάρχει ακόμα αυτό το χτυποκάρδι. Αλλά από τον κορωνοϊό και μετά πήρα την απόφαση να ρισκάρω λίγο περισσότερο, θεωρώ ότι μπορώ να το κάνω. Ακόμα και στην Ελβετία που πήγα, ρίσκαρα. Αν υπάρχει κάτι που σίγουρα ξέρω σήμερα, είναι ότι κάθε φορά που μπαίνω για μάθημα ή κάθε φορά που μπαίνω να κάνω πρόβα, υπάρχει κάτι που με αφορά πολύ. Το θέλω και το έχω ανάγκη, αυτή η δουλειά είναι το «συν» της ζωής, του σπιτιού, των σχέσεών μας, και αυτό είναι ανεκτίμητο. Ανοίγεις μια διαδικασία και μπαίνεις σε έναν χώρο που δεν φαντάζεσαι, γιατί η επαφή με τη σκηνή σε φέρνει πάντα προ εκπλήξεων, σε κάνει να βρεθείς στην περιοχή που σε ενδιαφέρει, και εκεί να μπορέσεις να μην κρυφτείς, να μη φανείς υπερβολικά, να κατακτήσεις μια ενδιάμεση περιοχή. Για να συμβεί αυτό πρέπει να πατάς γερά, και στη ζωή σου και στο κείμενο. Για να μπορέσεις στη συνέχεια να βρεις έναν τόπο ησυχίας χωρίς να εγκλωβιστείς, να τολμάς να αναμετρηθείς κάθε φορά με κάτι που είναι ανάγκη σου και όχι γιατί είναι το μόνο που ξέρεις να κάνεις.
Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την θεατρική παράσταση «Το μεγάλο φαγοπότι» εδώ.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.