Η Χριστίνα Στριμπάκου κατά τη γνώμη μου μετουσιώνει τη σωστή νοοτροπία που πρέπει να έχει ένας νέος άνθρωπος που επιθυμεί να ζήσει μακριά από μεγάλα αστικά κέντρα. Μια νοοτροπία που χαρακτηρίζεται από ψύχραιμη αποτύπωση θετικών & αρνητικών του εκάστοτε τόπου και προπαντών μια ενεργή στάση απέναντι στα πράγματα.
Η Χριστίνα λοιπόν αποφάσισε να επιστρέψει στα Φιλιατρά, δημιούργησε το LIÁ, ένα premium ελαιόλαδο που συνδέει την παράδοση της ελαιοκαλλιέργειας με μια πιο σύγχρονη ματιά, αλλά και το LIÁ Olive Oil Hub έναν χώρο συνάντησης γύρω από το ελαιόλαδο, τη γαστρονομία, την εκπαίδευση, την έρευνα, τη βιωσιμότητα και τη σύγχρονη επιχειρηματικότητα.
Δεν έμεινε όμως μόνο στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Μαζί με μία καλή της φίλη, θεατρολόγο, ανέλαβαν ένα τοπικό μουσείο φωτογραφίας όπου διοργανώνουν δράσεις τέχνης για παιδιά, μαθήματα yoga, σεμινάρια φωτογραφίας, βιβλιοδεσίας, εκθέσεις, φιλοξενούν το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου, δράσεις του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, μουσικές, κ.ά. Ακολουθεί η ιστορία της Χριστίνας με τα δικά της λόγια.
«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στα Φιλιατρά, σε μια περιοχή όπου η ελιά είναι σχεδόν μέρος της ταυτότητας του τόπου. Μεγάλωσα όμως και σε μια εποχή όπου στα Φιλιατρά υπήρχαν κάποιοι φωτεινοί άνθρωποι που έφερναν τον πολιτισμό σε μια μικρή πόλη: φεστιβάλ κινηματογράφου, κινηματογραφική λέσχη, λέσχη ανάγνωσης. Αυτά τα πράγματα, για ένα παιδί, ανοίγουν ορίζοντες.
«Η ζωή σε έναν μικρότερο τόπο μπορεί να είναι πολύ δημιουργική, αρκεί να έχεις περιέργεια, επιμονή και την επιθυμία να χτίσεις κάτι από την αρχή. Δεν αρκεί να πας κάπου μικρότερα επειδή κουράστηκες από την πόλη και περιμένεις ότι όλα θα λυθούν από μόνα τους».
Από μικρή μου άρεσαν πολύ οι ξένες γλώσσες. Είχα και έχω μια περιέργεια για τις γλώσσες, τη ρίζα των λέξεων, τον ήχο τους. Ίσως γι’ αυτό με τραβούσε πάντα η επικοινωνία, ακόμη κι αν καμιά φορά η φωνή τρέμει ή χάνω τα λόγια μου όταν πρέπει να μιλήσω μπροστά σε κόσμο.
Μεγάλωσα επίσης μέσα σε έναν ελαιώνα. Οι γονείς μου είχαν μια φάρμα με ζώα και περνούσα εκεί πολύ χρόνο. Μέσα σε αυτόν τον ελαιώνα υπάρχει ένας μικρός βυζαντινός ναός, ο Ναός της Αναλήψεως, και θυμάμαι τον εαυτό μου να χαζεύει τα χρώματα των τοιχογραφιών. Ίσως εκεί να ήταν η πρώτη μου επαφή με την ιστορία της τέχνης, την οποία αργότερα σπούδασα.
Οι πρώτες μου εικόνες είναι η μητέρα μου να κλαδεύει, να φυτεύει, να μαζεύει ελιές. Για εκείνη η ελιά δεν ήταν ποτέ απλώς «δουλειά». Ήταν τρόπος ζωής, ταυτότητα, συνέχεια. Νομίζω ότι αυτό έμεινε μέσα μου πολύ βαθιά, ακόμη κι όταν αργότερα ήθελα να φύγω.
Όταν τελείωσα το σχολείο, είχα ανάγκη να ανοίξω τους ορίζοντές μου, να φύγω, να γνωρίσω άλλες πόλεις και άλλους τρόπους ζωής. Προσπαθούσα πάντα να ταξιδεύω, συχνά με αφορμή ένα μουσείο ή μια έκθεση. Ήθελα να καταλάβω πώς σκέφτονται αλλού οι άνθρωποι, πώς βλέπουν τον πολιτισμό, την αισθητική, την τροφή, τον τόπο.
Κάπου μέσα στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, μέσα από συζητήσεις με έναν Ολλανδό φίλο, άρχισε να ωριμάζει μέσα μου μια σκέψη: ότι αυτή η δυτική πλευρά της Ελλάδας όπου μεγάλωσα έχει μια ατίθαση δύναμη και ένα πολύ ιδιαίτερο φως. Άλλωστε εδώ το ηλιοβασίλεμα αργεί λίγο περισσότερο από αλλού.
Και κάπως έτσι άρχισα να βλέπω διαφορετικά τον τόπο από τον οποίο κάποτε ήθελα να φύγω. Από αυτή τη σκέψη γεννήθηκε και το LIÁ, ως ένας τρόπος να συνδεθεί η παράδοση της ελαιοκαλλιέργειας με μια πιο σύγχρονη ματιά, με εξωστρέφεια και επικοινωνία, αλλά χωρίς να χάνεις τις ρίζες σου.
Για πολλά χρόνια το ελαιόλαδο στην Ελλάδα ήταν κάτι αυτονόητο. Υπήρχε σε κάθε σπίτι, αλλά συχνά χωρίς αφήγηση, χωρίς γλώσσα, χωρίς έναν τρόπο να εξηγήσεις γιατί έχει σημασία. Σαν να ήταν τόσο δεδομένο που δεν χρειαζόταν ερμηνεία.
Εμείς θέλαμε να δείξουμε ότι το ελαιόλαδο μπορεί να είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο: ένας τρόπος να μιλήσεις για τον τόπο, το φως, τη γη και την ιστορία. Για το πώς καλλιεργείται κάτι, πώς το γεύεσαι, πώς το διαβάζεις, πώς το βάζεις μέσα σε ένα ευρύτερο πολιτισμικό και γαστρονομικό πλαίσιο.
Με έναν τρόπο το LIÁ είναι μια γέφυρα ανάμεσα στην παράδοση και σε μια νέα γενιά παραγωγών που θέλουν να κάνουν τα πράγματα λίγο διαφορετικά. Να μην αρκεστούν στο «έτσι το βρήκαμε», αλλά να το εξελίξουν.
Για μένα, το ελαιόλαδο δεν χρειάζεται άλλες γενικές συζητήσεις. Χρειάζεται ανθρώπους με όραμα και πολλή δουλειά. Χρειάζεται συνέπεια, σοβαρότητα, στρατηγική και καθημερινό κόπο. Και χρειάζεται να το δούμε όχι ως απλό αγροτικό προϊόν, αλλά ως οικοσύστημα πολιτισμού, γεύσης, γνώσης και σύγχρονης επιχειρηματικότητας.
Αυτό ακριβώς προσπαθούμε να κάνουμε στη LIÁ με τον αδερφό μου Κωνσταντίνο και το σύντροφό μου Δημήτρη. Από τον ελαιώνα μέχρι την ετικέτα, από το δέντρο μέχρι το αφήγημα, να χτίζουμε ένα brand που να εκφράζει ποιότητα, βιωσιμότητα, εμπορική σοβαρότητα αλλά και πολιτισμική αξία.
Δεν με ενδιαφέρουν οι άδειες συζητήσεις για premium προϊόντα. Με ενδιαφέρει το ελαιόλαδο να αποκτήσει πραγματική αξία: γευστική, εμπορική, εκπαιδευτική και ανθρώπινη
Η ελαιοκαλλιέργεια για μένα είναι ένας διάλογος με τον χρόνο. Δεν είναι μια γρήγορη διαδικασία. Δεν είναι κάτι που μπορείς να ελέγξεις απόλυτα. Θέλει υπομονή, παρατήρηση και έναν βαθύ σεβασμό στη φύση. Κάθε χρονιά είναι διαφορετική και σε μαθαίνει κάτι καινούργιο. Σε αναγκάζει να ξαναδείς τον τόπο, να αφουγκραστείς το κλίμα, να προσαρμοστείς, να παραδεχτείς ότι δεν είσαι εσύ το κέντρο.
Η ελιά είναι ένα δέντρο που ζει περισσότερο από εμάς. Όταν δουλεύεις σε έναν ελαιώνα, νιώθεις ότι συμμετέχεις σε κάτι που ξεκίνησε πριν από σένα και θα συνεχιστεί μετά από σένα. Αυτό σου δημιουργεί ευθύνη αλλά και ταπεινότητα.
Γι’ αυτό για μένα η ελαιοκαλλιέργεια δεν είναι απλώς παραγωγή. Είναι ένας τρόπος να συνδέεσαι με το τοπίο, το κλίμα, το φως και την ιστορία του τόπου. Είναι ένας τρόπος να μαθαίνεις διαρκώς ότι η γνώση δεν είναι ποτέ απόλυτη. Με τη φύση δεν έχεις ποτέ τη βεβαιότητα της απόλυτης γνώσης. Μαθαίνεις καθημερινά. Μοιάζει σαν αυτό που έλεγε η δασκάλα της κεραμικής ότι η τέχνη της κεραμικής κρύβει μεγάλη ματαιότητα καθώς ένα υπέροχο έργο μπορεί να σπάσει στο ψήσιμο, το ίδιο και στην ελαιοκαλλιέργεια, κάνεις τα πάντα και λίγο πριν την συγκομιδή ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο και πάνε όλα!
Και ταυτόχρονα, μέσα στην ελαιοκαλλιέργεια υπάρχει κάτι πολύ ανθρώπινο: η φροντίδα. Η επανάληψη. Η αντοχή. Η συνείδηση ότι αυτό που κάνεις πρέπει να μπορεί να συνεχιστεί. Γι’ αυτό η βιωσιμότητα για μένα δεν είναι trend ή μια ωραία λέξη. Είναι ευθύνη. Είναι ο μόνος τρόπος να έχει μέλλον αυτό που αγαπάμε.
Τα Φιλιατρά είναι ένας τόπος γεμάτος φως, γη και παραγωγή. Είναι μια μικρή πόλη που ζει σε άμεση σχέση με τη φύση και τον αγροτικό κύκλο. Τα τελευταία χρόνια όμως, όπως πολλές μικρές πόλεις της Πελοποννήσου, βρίσκονται σε μια περίοδο παρακμής γιατί απλά δεν υπάρχουν νέοι άνθρωποι. Και αυτό είναι κάτι που το νιώθεις καθημερινά. Το νιώθεις στον ρυθμό, στους άδειους χώρους, στις ευκαιρίες που δεν έρχονται, στα πράγματα που μένουν στη μέση.
Στη Μεσσηνία ακούμε συχνά για την ανάπτυξη, κυρίως μέσα από τον τουρισμό. Αλλά πέρα από εποχικές θέσεις εργασίας, δεν υπάρχουν πάντοτε οι υποδομές και οι δυνατότητες που θα έκαναν έναν νέο άνθρωπο να μείνει ή να επιστρέψει πιο εύκολα. Το ίδιο βιώνουν και τα Φιλιατρά και συνολικά ο Δήμος Τριφυλίας.
Πολλά πράγματα λειτουργούν στον αυτόματο πιλότο και συχνά έχεις την αίσθηση ότι ένας τόσο όμορφος, παραγωγικός και ιστορικός τόπος δεν αξιοποιεί τη δυναμική του όπως θα μπορούσε.
Εγώ προσπαθώ να δημιουργήσω τον μικρό μου κόσμο εδώ. Και το λέω πολύ συνειδητά αυτό. Δεν περιμένω παθητικά να αλλάξουν τα πράγματα. Προσπαθώ, μαζί με άλλους ανθρώπους, να φτιάξω χώρους και συνθήκες που θα κάνουν τη ζωή εδώ πιο ενδιαφέρουσα, πιο ανοιχτή, πιο ουσιαστική.
Μαζί με μια καλή φίλη, τη θεατρολόγο Ελένη Κίτσου, έχουμε αναλάβει ένα μουσείο φωτογραφίας. Εκεί, με έναν τρόπο, λειτουργούμε σαν να είμαστε μουσείο σε μια μεγάλη πόλη. Η Ελένη έχει αναλάβει εξαιρετικές δράσεις τέχνης για παιδιά. Κάνουμε yoga, σεμινάρια φωτογραφίας, βιβλιοδεσίας, εκθέσεις, φιλοξενούμε το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου, δράσεις του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, μουσικές.
Ουσιαστικά δημιουργούμε για εμάς, αλλά φυσικά και για την κοινότητα, ένα περιβάλλον τέχνης που μας γεμίζει, μας εμπνέει και που ελπίζουμε να δίνει και στα παιδιά μια άλλη εικόνα του τι μπορεί να είναι η ζωή σε μια μικρή πόλη. Όχι μόνο αναμονή ή έλλειψη, αλλά και δημιουργία, περιέργεια, συνάντηση.
Αυτό είναι για μένα τα Φιλιατρά: ένας τόπος με μεγάλες δυνατότητες, μεγάλες ελλείψεις, αλλά και μια βαθιά επιθυμία,σε όσους μένουν και αγαπούν αυτό το μέρος, να μη χαθεί το νήμα.
Παράλληλα με όλα τα άλλα δημιουργήσαμε και το LIÁ Olive Oil Hub στα Φιλιατρά. Και για μένα είναι πολύ σημαντικό να πω ότι δεν είναι μόνο ένας χώρος γευσιγνωσίας, δεν είναι showroom. Είναι ο χώρος όπου η παραγωγή αποκτά φωνή και η γνώση γίνεται εμπειρία. Είναι ένας χώρος συνάντησης γύρω από το ελαιόλαδο, τη γαστρονομία, την εκπαίδευση, την έρευνα, τη βιωσιμότητα και τη σύγχρονη επιχειρηματικότητα. Εκεί οργανώνουμε γευσιγνωσίες, συζητήσεις, σεμινάρια, επισκέψεις στον ελαιώνα, αλλά και εμπειρίες που βοηθούν τον κόσμο να καταλάβει τι σημαίνει πραγματικά το ελαιόλαδο σήμερα.
Γιατί το ελαιόλαδο σήμερα δεν είναι μόνο ένα τρόφιμο. Είναι γεύση, είναι αισθητηριακή γνώση, είναι γεωργία, είναι υγεία, είναι αγορά, είναι πολιτισμός.
Στο LIÁ Olive Oil Hub συναντιούνται παραγωγοί, επαγγελματίες, ταξιδιώτες, chefs, buyers, επιστήμονες και άνθρωποι που απλώς θέλουν να μάθουν. Με ενδιαφέρει πολύ να μπορεί αυτός ο χώρος να λειτουργεί ως πλατφόρμα γνώσης και ενδυνάμωσης, ιδιαίτερα για γυναίκες και νέους ανθρώπους που θέλουν να μπουν πιο ουσιαστικά στον κλάδο.
Παράλληλα, το Hub λειτουργεί και ως χώρος γευσιγνωσίας για ταξιδιώτες και επισκέπτες της χώρας, κάτι που δουλεύω χρόνια, με στόχο να συστήσουμε τις ελληνικές ποικιλίες μέσα από μια εμπειρία αυθεντική και σύγχρονη, όχι φολκλορική.
Με ενδιαφέρει να μιλήσουμε για ένα νέο μοντέλο: για πολυλειτουργικούς ελαιώνες, για ποιότητα, για βιώσιμες επιχειρήσεις στην περιφέρεια, για συνεργασίες, για εκπαίδευση, για πιο σοβαρή στρατηγική.
Οπότε τα μελλοντικά σχέδια δεν αφορούν μόνο το brand. Αφορούν τη δημιουργία ενός μεγαλύτερου οικοσυστήματος γύρω από το ελαιόλαδο. Ενός οικοσυστήματος που να παράγει αξία, γνώση, εμπειρία και κοινότητα.
Το μεγαλύτερο θετικό εδώ είναι η ποιότητα ζωής. Αν ζούσα σε μια μεγάλη πόλη, δεν θα είχα τον χρόνο να κάνω τόσα πράγματα. Δεν θα είχα αυτή την εγγύτητα με τη φύση, αυτό το διαφορετικό πέρασμα του χρόνου, αυτή την αίσθηση ότι η καθημερινότητα μπορεί να έχει έναν πιο ανθρώπινο ρυθμό.
Το να μπορείς μέσα στην ίδια εβδομάδα να δουλεύεις, να πας στον ελαιώνα, να κάνεις μια γευσιγνωσία, να δεις φίλους, να βρεθείς στη θάλασσα, να συμμετέχεις σε μια πολιτιστική δράση, να μαζέψεις χόρτα, αυτό για μένα είναι πλούτος.
Από την άλλη, υπάρχουν και δυσκολίες. Σε έναν μικρότερο τόπο δεν υπάρχει πάντα αυτός ο αυθορμητισμός να γνωρίσεις καινούργιους ανθρώπους, όπως σε μια μεγάλη πόλη. Κι εμένα μου αρέσουν πολύ οι άνθρωποι, μου αρέσει η κίνηση, η εναλλαγή, το απρόβλεπτο που έχει μια πόλη.
Επίσης, πολλές φορές πρέπει να διανύεις πολλά χιλιόμετρα για να έχεις πρόσβαση σε κάτι που σε ενδιαφέρει, είτε είναι μια υπηρεσία, είτε μια συνάντηση, είτε μια πολιτιστική εμπειρία. Συχνά πρέπει να δημιουργείς μόνος σου αυτά που λείπουν.
Οπότε ναι, υπάρχει ομορφιά, αλλά υπάρχει και κόπος. Απλώς για μένα, προς το παρόν τουλάχιστον, η ισορροπία γέρνει υπέρ της ομορφιάς.
Αν μπορούσα να αλλάξω κάτι θα άλλαζα τη νοοτροπία με την οποία διοικείται ο τόπος, και, αν είμαι ειλικρινής, μάλλον και αρκετούς από τους ανθρώπους που την εκπροσωπούν σήμερα.
Γιατί συχνά νιώθω ότι ένας τόπος με τεράστιες δυνατότητες βρίσκεται στα χέρια ανθρώπων χωρίς το απαραίτητο όραμα, χωρίς γνώση και χωρίς αισθητική. Και αυτό δεν οδηγεί απλώς σε στασιμότητα. Οδηγεί σε κάτι χειρότερο: σε έναν συντηρητισμό που αντιμετωπίζει με καχυποψία ή ακόμη και εχθρότητα οτιδήποτε νέο προσπαθεί να ανθίσει.
Τα Φιλιατρά θα μπορούσαν να είναι πολύ περισσότερα από αυτό που είναι σήμερα. Και αυτό που λείπει δεν είναι ο τόπος. Είναι η αντίληψη.
Θα ήθελα να δω μια διοίκηση που να καταλαβαίνει ότι η ανάπτυξη δεν είναι μόνο έργα της στιγμής, αλλά παιδεία, αισθητική, κοινότητα, φροντίδα και στήριξη των ανθρώπων που προσπαθούν πραγματικά να δημιουργήσουν κάτι εδώ.
Κάποιον που θα επιθυμούσε να φύγει από την πόλη θα τον συμβούλευα να το δει όχι σαν φυγή αλλά σαν δημιουργική επιλογή.
Η ζωή σε έναν μικρότερο τόπο μπορεί να είναι πολύ δημιουργική, αρκεί να έχεις περιέργεια, επιμονή και την επιθυμία να χτίσεις κάτι από την αρχή. Δεν αρκεί να πας κάπου μικρότερα επειδή κουράστηκες από την πόλη και περιμένεις ότι όλα θα λυθούν από μόνα τους. Χρειάζεται ενεργή στάση. Χρειάζεται να γίνεις μέρος του τόπου, όχι απλώς κάτοικός του.
Και χρειάζεται επίσης να αποδεχτείς ότι ίσως θα πρέπει να δημιουργήσεις μόνος σου κάποια από αυτά που θεωρούσες δεδομένα στην πόλη: κοινότητα, δίκτυο, πολιτισμό, ευκαιρίες, ρυθμό.
Αλλά αν το κάνεις αυτό, η ανταμοιβή μπορεί να είναι πολύ μεγάλη. Γιατί τότε δεν αλλάζεις μόνο τόπο. Αλλάζεις και τον τρόπο που σχετίζεσαι με τον χρόνο, με την τροφή, με τη δουλειά, με τους άλλους.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ουσιαστικό από όλα: να θυμηθούμε ότι η τροφή δεν είναι απλώς προϊόν, είναι σχέση. Ότι η γη δεν είναι φόντο, είναι μέλλον. Και ότι η ανάπτυξη, αν θέλουμε να έχει νόημα, πρέπει να ξεκινά από χαμηλά, από το χώμα προς τα πάνω.
Στείλτε τις προτάσεις σας για τη στήλη «Γειτονιές της Ελλάδας» στο [email protected]