Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης ενδέχεται να εντείνει τις οικονομικές ανισότητες, με τα μεγαλύτερα οφέλη να κατευθύνονται σε περιορισμένο αριθμό εταιρειών και επενδυτών, προειδοποίησε ο διευθύνων σύμβουλος της BlackRock, Λάρι Φινκ.
Στην ετήσια επιστολή του προς τους επενδυτές, ο επικεφαλής του μεγαλύτερου διαχειριστή κεφαλαίων παγκοσμίως, που διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία ύψους 14 τρισ. δολαρίων, εστίασε στους κινδύνους που συνοδεύουν την εκρηκτική ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. Όπως σημείωσε, η τεχνολογία αυτή έχει ήδη εξελιχθεί σε βασικό πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα.
Ο Φινκ υπογράμμισε ότι η ιστορική εμπειρία δείχνει πως ο πλούτος που δημιουργείται από μεγάλες τεχνολογικές αλλαγές κατευθύνεται κυρίως προς όσους ήδη διαθέτουν χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία. Όπως ανέφερε, η τεχνητή νοημοσύνη κινδυνεύει να επαναλάβει αυτό το μοτίβο σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην τάση ενίσχυσης των ήδη ισχυρών επιχειρήσεων, οι οποίες διαθέτουν τα δεδομένα, τις υποδομές και την πρόσβαση σε κεφάλαια που απαιτούνται για την ανάπτυξη εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης. Οι εταιρείες αυτές, όπως τόνισε, είναι σε θέση να αποκομίσουν δυσανάλογα μεγάλα οφέλη, διευρύνοντας το χάσμα με τους ανταγωνιστές τους.
Η δυναμική αυτή αποτυπώνεται και στις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις των εταιρειών τεχνολογίας που δραστηριοποιούνται στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης. Ενδεικτικά, η Nvidia, κορυφαίος κατασκευαστής μικροτσίπ που χρησιμοποιούνται σε εφαρμογές AI, έχει φτάσει σε αποτίμηση 4,3 τρισ. δολαρίων, καταγράφοντας εντυπωσιακή άνοδο τα τελευταία χρόνια.
Παρότι αναγνώρισε ότι η συγκέντρωση αξίας σε λίγους παίκτες δεν αποτελεί νέο φαινόμενο στην ιστορία της τεχνολογίας, ο Φινκ έθεσε το ζήτημα της συμμετοχής στα οφέλη της ανάπτυξης. Όπως σημείωσε, όταν η χρηματιστηριακή αξία αυξάνεται αλλά η ιδιοκτησία παραμένει περιορισμένη, η ευημερία γίνεται λιγότερο αισθητή για όσους βρίσκονται εκτός αυτής της δυναμικής.
AI: Φόβοι για απότομης «διόρθωση» στις διεθνείς αγορές
Οι τοποθετήσεις του έρχονται σε μια περίοδο αυξημένων ανησυχιών για πιθανή υπερτίμηση στον κλάδο της τεχνητής νοημοσύνης. Ορισμένοι αναλυτές εκφράζουν φόβους ότι η ταχεία εισροή κεφαλαίων θυμίζει τις συνθήκες που προηγήθηκαν της κατάρρευσης της «dotcom» φούσκας στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Τον Οκτώβριο, η Τράπεζα της Αγγλίας είχε επίσης προειδοποιήσει για τον κίνδυνο απότομης διόρθωσης στις διεθνείς αγορές, λόγω των υψηλών αποτιμήσεων των εταιρειών του κλάδου.
Παράλληλα, αυξάνεται ο έλεγχος σε μεγάλες συμφωνίες μεταξύ εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης, ιδίως σε περιπτώσεις κυκλικών επενδύσεων, όπου εταιρείες επενδύουν μεταξύ τους και στη συνέχεια προχωρούν σε εμπορικές συναλλαγές, γεγονός που ενισχύει τις ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του επενδυτικού μοντέλου.
Ο Φινκ δεν παρουσίασε συγκεκριμένη πρόταση για την αντιμετώπιση της ανισότητας, ωστόσο υπογράμμισε την ανάγκη ευρύτερης συμμετοχής των πολιτών στις κεφαλαιαγορές. Όπως ανέφερε, η αύξηση του κόστους στέγασης και οι αυστηρότεροι όροι δανεισμού έχουν καταστήσει δυσκολότερη την απόκτηση κατοικίας, ενώ τα συνολικά οφέλη από την ιδιοκτησία ακινήτων έχουν περιοριστεί λόγω φόρων, ασφαλίστρων και δαπανών συντήρησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, κάλεσε τους πολίτες να στραφούν περισσότερο στις επενδύσεις σε μετοχές ως μέσο δημιουργίας πλούτου. Όπως τόνισε, εφόσον η οικονομική αξία δημιουργείται ολοένα και περισσότερο στις κεφαλαιαγορές, η διεύρυνση της συμμετοχής σε αυτές αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διασφάλιση ευρύτερης ευημερίας.
«Η τεχνητή νοημοσύνη θα δημιουργήσει σημαντική οικονομική αξία», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η βασική πρόκληση είναι να διασφαλιστεί ότι τα οφέλη αυτής της ανάπτυξης θα διαχυθούν σε μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας.
Με πληροφορίες από Guardian