Την έκθεση «CATS!» την ανακαλύψαμε από μια κίτρινη αφίσα με μια μαύρη γάτα με κολάρο από ροζ πλεχτά ποντίκια που είδαμε στον δρόμο. Στη μοναδική περιοχή του Αμβούργου που επιτρέπεται να βάφεις με σπρέι, τη Hall of Fame Heimfeld, έμοιαζε με street art και εύκολα μπορούσες να την προσπεράσεις, αλλά ευτυχώς, ως γατόφιλοι, πλησιάσαμε να τη θαυμάσουμε και έτσι καταλήξαμε στο MARKK, το πρώην εθνολογικό μουσείο του Αμβούργου, σε μια καταπληκτική έκθεση για τις γάτες. Αν έχεις παιδιά, είναι μία από τις καλύτερες εκθέσεις που γίνονται αυτήν τη στιγμή στην Ευρώπη, αλλά και παιδιά να μην έχεις, είναι μια εξαιρετική έκθεση για τους φίλους της γάτας – παρότι δεν απευθύνεται μόνο σε αυτούς.
Η πολύ καλοστημένη έκθεση, που δεν σταματάει να σε εκπλήσσει από τη στιγμή που μπαίνεις μέχρι τη στιγμή που θα βγεις, επιχειρεί κάτι εξαιρετικά φιλόδοξο: να αφηγηθεί την παγκόσμια ιστορία της γάτας (ή έστω, ένα μέρος της) όχι ως κατοικιδίου ή ως χαριτωμένου διαδικτυακού φαινομένου, αλλά ως ενός από τα πιο φορτωμένα με συμβολισμούς ζώα στην ανθρώπινη ιστορία. Δεν είναι στημένη χρονολογικά· εκθέματα χιλιάδων χρόνων βρίσκονται διάσπαρτα σε έναν μεγάλο χώρο και απλώνονται σαν ένα αφήγημα που διατρέχει διαφορετικές χώρες και πολιτισμούς, ξεκινώντας από λατρευτικά αντικείμενα της αρχαιότητας και φτάνοντας μέχρι σημερινά σύμβολα της ποπ κουλτούρας, τη Hello Kitty, τη γάτα της Sailor Moon ή το pussyhat (αυτό που φοράει και ο Ακύλας) ως σύμβολο queer ανεξαρτησίας.
Το γεγονός ότι η μορφή της μας είναι οικεία –το ότι είναι «παντού»– την καθιστά ιδανικό μέσο για να περάσουν σύνθετα μηνύματα χωρίς διδακτισμό. Η γάτα έχει συνδεθεί περισσότερο με τις θηλυκότητες, κι αυτό φαίνεται ξεκάθαρα σε μεγάλο αριθμό των εκθεμάτων.
Η γάτα από τους αρχαίους πολιτισμούς μέχρι τα memes και το Instagram
Η διαδρομή ξεκινά από την αρχαία Αίγυπτο, όπου η γάτα δεν ήταν απλώς ζώο αλλά θεωρούνταν θεϊκή παρουσία. Η θεά Μπάστετ εμφανίζεται σε μικρά μπρούτζινα αγαλματίδια, σε αποτροπαϊκά αντικείμενα ή φυλαχτά και περίτεχνες μούμιες γατών, εκθέματα που προέρχονται από την αιγυπτιακή συλλογή του μουσείου και συνεργαζόμενων ιδρυμάτων. Οι λεπτομέρειες αυτών των αντικειμένων –τα κοσμήματα, οι στάσεις του σώματος, το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα– αποκαλύπτουν μια κοινωνία στην οποία η γάτα συνδέεται με τη γονιμότητα, την προστασία και τη μητρική φροντίδα. Αυτή η ιερότητα έρχεται σε έντονη αντίθεση με τη μεσαιωνική Ευρώπη, στην οποία η γάτα –ιδίως η μαύρη– μετατρέπεται σε σύμβολο απειλής. Στην έκθεση παρουσιάζονται ξυλόγλυπτα, χαρακτικά και λαϊκά φυλαχτά που τη συνδέουν με τη μαγεία και τις μάγισσες. Σε ορισμένα ευρωπαϊκά φυλλάδια του 16ου και 17ου αιώνα η γάτα εμφανίζεται ως «συνεργός» του διαβόλου, αποτυπώνοντας τη βαθιά φοβική στάση της εποχής.
Κάθε αντικείμενο λειτουργεί ως φορέας σύντομων ιστοριών παρουσιασμένων με χιούμορ, που λειτουργούν διασκεδαστικά και είναι προσιτές σε όλες τις ηλικίες – αν και το Σάββατο το πρωί είχε κυρίως ηλικιωμένους και παιδάκια που χρωμάτιζαν μάσκες με γάτες-τέρατα. Σκεφτόμουν ότι έτσι πρέπει να είναι στημένη κάθε έκθεση, για να μη σε κουράζει και να μη βαριέσαι ούτε στιγμή. Ήταν αδύνατο να προσπεράσεις έστω και ένα έκθεμα, είδαμε ολόκληρα ακόμη και (όλα) τα βίντεο – ίσως για πρώτη φορά σε επίσκεψη σε μουσείο.
Η μία πλευρά της έκθεσης, η «σοβαρή», είχε αρχαιολογικά ευρήματα και λαογραφία: αιγυπτιακές μούμιες γατών, τυλιγμένες με γεωμετρική ακρίβεια, που αποκαλύπτουν τη θρησκευτική και τελετουργική σημασία του ζώου, προκολομβιανά κεραμικά από το Περού και το Μεξικό, όπου αιλουροειδή –συχνά πιο κοντά στον ιαγουάρο παρά στη γάτα– εμφανίζονται ως υβριδικές, μεταμορφωτικές μορφές, οθωμανικές φιγούρες θεάτρου σκιών, συνδεδεμένες με τον Καραγκιόζη, όπου η γάτα εμφανίζεται άλλοτε ως κωμικό στοιχείο και άλλοτε ως σατιρική αντανάκλαση της κοινωνίας, ευρωπαϊκά παιχνίδια και λαϊκά αντικείμενα του 19ου αιώνα, που αποτυπώνουν τη μετάβαση της γάτας σε οικιακό, σχεδόν αστικό σύμβολο, ιαπωνικές Maneki-neko, σύμβολα τύχης και εμπορικής ευημερίας, αλλά και μάσκες δαιμόνων που ενσωματώνουν γατίσια χαρακτηριστικά. Αυτό το ετερόκλητο σύνολο δημιουργεί μια εντυπωσιακή «γεωγραφία της γάτας», όπου το ίδιο ζώο αποκτά διαφορετικές μορφές: θεότητα, τέρας, φυλαχτό, σύντροφος.
Η έκθεση δεν μένει στο παρελθόν. Ένα μεγάλο μέρος της είναι αφιερωμένο στη σύγχρονη τέχνη, για την οποία η γάτα λειτουργεί ως πολιτισμικό εργαλείο. Καλλιτέχνες όπως η Taewon Ahn, η Melanie Cervantes και ο Σερί Σερέν χρησιμοποιούν τη μορφή της για να μιλήσουν για ζητήματα ταυτότητας, φύλου και πολιτικής. Σε ορισμένα έργα, η γάτα εμφανίζεται ως σύμβολο queer ανεξαρτησίας· σε άλλα, ως φιγούρα αντίστασης απέναντι στην εξουσία. Το γεγονός ότι η μορφή της μας είναι οικεία –το ότι είναι «παντού»– την καθιστά ιδανικό μέσο για να περάσουν σύνθετα μηνύματα χωρίς διδακτισμό. Η γάτα έχει συνδεθεί περισσότερο με τις θηλυκότητες, κι αυτό φαίνεται ξεκάθαρα σε μεγάλο αριθμό των εκθεμάτων.
Η σύγχρονη ενότητα της έκθεσης εξετάζει τη γάτα ως ψηφιακό φαινόμενο. Από viral βίντεο μέχρι curated λογαριασμούς στο Instagram, η γάτα μετατρέπεται σε εικόνα που καταναλώνεται, αναπαράγεται και επανανοηματοδοτείται. Το ενδιαφέρον είναι ότι η έκθεση δεν αντιμετωπίζει αυτήν τη διάσταση ως «ελαφριά». Αντίθετα, τη συνδέει με μια μακρά ιστορία αναπαράστασης: όπως οι αρχαίοι Αιγύπτιοι τιμούσαν τη γάτα μέσα από αγαλμάτια, έτσι και σήμερα τη «λατρεύουμε» μέσα από pixels.
Ένα από τα πιο ζωντανά στοιχεία της έκθεσης «CATS!» είναι η ενσωμάτωση υλικού από το κοινό. Κάτοικοι του Αμβούργου συνεισφέρουν με φωτογραφίες και ιστορίες των δικών τους γατιών, δημιουργώντας μια απροσδόκητη συνομιλία ανάμεσα στο προσωπικό και το μουσειακό. Έτσι, μια απλή φωτογραφία από ένα σαλόνι μπορεί να σταθεί δίπλα σε ένα αρχαίο φυλαχτό, υπογραμμίζοντας μια από τις βασικές ιδέες της έκθεσης: ότι η σχέση ανθρώπου - γάτας, παρά τις αλλαγές, παραμένει εντυπωσιακά συνεκτική.
Η αφήγηση διευρύνεται και προς τις μεγάλες γάτες – τίγρεις, λεοπαρδάλεις, ιαγουάρους. Στους πολιτισμούς της Νότιας Αμερικής, τα ζώα αυτά συνδέονται με το νερό, τη γονιμότητα και τη μεταμόρφωση, μια αντίληψη που ανατρέπει τη δυτική εικόνα της γάτας ως υδρόφοβου και οικιακού πλάσματος. Περιέχει επίσης ρούχα εμπνευσμένα (ή φτιαγμένα) από τη γούνα των αιλουροειδών, όπου το λεοπάρ κυριαρχεί – το παλτό της Eartha Kitt από την ιστορική φωτογράφιση του Michael Ochs του 1957, το παλτό της βασίλισσας Ελισάβετ απ’ το 1962, τα λεοπάρ ρούχα ενός Αφρικανού φυλάρχου (που μπορείς να τα φορέσεις για να φωτογραφηθείς σε λεοπάρ φόντο). Ανάμεσα στα ρούχα που μπορείς να δοκιμάσεις και με τα οποία μπορείς να φωτογραφηθείς, είναι και kinky μεταμορφώσεις με μάσκες και αυτιά γάτας.
Από τα πιο εντυπωσιακά εκθέματα είναι οι γιαπωνέζικοι πίνακες με τις γκέισες που απεικονίζουν γάτες και γιγαντιαίες γάτες-δαίμονες, αλλά και οι ερωτικοί πίνακες με τις γάτες να παρακολουθούν από (πολύ) κοντά σεξουαλικές περιπτύξεις. Μεγάλο ενδιαφέρον έχει το ψηφιακό έργο «The Realm of Transcendence: Night Revel», που προσθέτει γάτες στον πίνακα «The Night Revels of Han Xizai», ένα από τα πιο διάσημα έργα της κινεζικής ζωγραφικής, γνωστό για τη λεπτομερή απεικόνιση της ζωής της ανώτερης τάξης κατά την περίοδο των Πέντε Δυναστειών και Δέκα Βασιλείων (907-960 μ.Χ.). Αρκετά σημεία της έκθεσης είναι διαδραστικά, και το κοινό καλείται να συμμετάσχει βγάζοντας φωτογραφίες για το Instagram, ή φτιάχνοντας memes με γάτες.
Ανάμεσα στις πολλές φωτογραφίες που απλώνονται στους τοίχους από την αρχή μέχρι το τέλος της έκθεσης υπάρχει και το εξώφυλλο του «Time» με την Taylor Swift ως πρόσωπο της χρονιάς με τη γάτα της γύρω απ’ τους ώμους, η γάτα-σύμβολο στην καμπάνια της Καμάλα Χάρις «Cats Ladies for Kamala» του 2024, οι εκατό χιλιάδες γάτες της Κωνσταντινούπολης, διάφορα διάσημα καρτούν: ο Ροζ Πάνθηρας, ο Σιλβέστερ, οι Αριστόγατες, o Γκάρφιλντ, ο Φέλιξ.
Η γάτα στη γιαπωνέζικη ποπ κουλτούρα
Σε ένα κεντρικό σημείο, μέσα σε έναν γυάλινο θόλο –που τον φωτογραφίζουν όλοι– υπάρχουν διάφορα αντικείμενα Hello Kitty, ένα αθώο σύμβολο που δεν είναι καθόλου αθώο τελικά: ένα σχέδιο χωρίς στόμα, χωρίς σαφή έκφραση, χωρίς ξεκάθαρη ηλικία, που είναι φορτωμένο με δεκαετίες πολιτισμικών προβολών. Η Hello Kitty δημιουργήθηκε το 1974 από τη Yuko Shimizu για τη Sanrio και δεν σχεδιάστηκε ποτέ ως «χαρακτήρας» με την κλασική έννοια. Δεν έχει αφήγηση, δεν εξελίσσεται, δεν αλλάζει. Είναι στατική, και ακριβώς γι’ αυτό επιβιώνει. Αυτό που την κάνει πραγματικά ενδιαφέρουσα δεν είναι αυτό που είναι, αλλά αυτό που επιτρέπει να γίνει.
Το πιο διάσημο χαρακτηριστικό της είναι η απουσία στόματος, μια λεπτομέρεια που μοιάζει απλώς σχεδιαστική, αλλά λειτουργεί σχεδόν φιλοσοφικά. Σε αντίθεση με άλλους ποπ χαρακτήρες που έχουν συγκεκριμένη προσωπικότητα, λειτουργεί ως «επιφάνεια προβολής». Είναι χαρούμενη αν είσαι χαρούμενος, μελαγχολική αν είσαι μελαγχολικός. Δεν επιβάλλει συναίσθημα, το φιλοξενεί. Με αυτή την έννοια, μοιάζει περισσότερο με σύμβολο παρά με χαρακτήρα. Είναι ένα πλάσμα που αλλάζει ανάλογα με το βλέμμα που το κοιτά.
Η Hello Kitty είναι ίσως η πιο «καθαρή» εκδοχή αυτής της ρευστότητας. Γεννήθηκε μέσα στην ιαπωνική κουλτούρα του kawaii – της χαριτωμενιάς που δεν είναι απλώς αισθητική αλλά κοινωνικός μηχανισμός. Το kawaii μαλακώνει τον κόσμο, κάνει την πραγματικότητα λιγότερο απειλητική. Όμως η Hello Kitty δεν έμεινε εγκλωβισμένη εκεί· από ένα απλό σχέδιο σε σχολικά είδη εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο ευέλικτα brands παγκοσμίως. Πέρασε από κουζινικά και αεροπλάνα μέχρι συνεργασίες με οίκους όπως η Gucci και η Balenciaga. Είναι ένα λογότυπο που μπορεί να κολλήσει σχεδόν παντού χωρίς να χάνει τη συνοχή του. Κι εδώ εμφανίζεται η πρώτη ρωγμή στην «αθωότητά» της. Γιατί η Hello Kitty συχνά αντιμετωπίζεται ως κάτι αφελές, σχεδόν παιδικό. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτή η αθωότητα είναι κατασκευασμένη – και εξαιρετικά αποτελεσματική. Σε έναν κόσμο γεμάτο ένταση, κρίσεις και υπερπληροφόρηση, η εικόνα της λειτουργεί ως καταφύγιο: soft, ουδέτερη, καθησυχαστική. Ακριβώς επειδή δεν παίρνει θέση, μπορεί να υπάρχει παντού. Και αυτή η ουδετερότητα είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημά της.
Έτσι, η Hello Kitty καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα παιδικό παιχνίδι, fashion statement, ειρωνικό meme, ακόμη και queer σύμβολο. Από ένα σημείο και μετά, υιοθετήθηκε από subcultures που τη διάβασαν διαφορετικά. Στον κόσμο του camp και της υπερβολής, η υπερβολική της «γλυκύτητα» μετατρέπεται σε σχόλιο πάνω στην κατανάλωση ή σε μορφή αισθητικής αντίστασης. Σε queer συμφραζόμενα, γίνεται ένα σύμβολο ρευστής ταυτότητας – κάτι που δεν ορίζεται αυστηρά, δεν περιορίζεται, δεν «μιλά» με έναν μόνο τρόπο. Αν τη δει κανείς μέσα από μια πιο ευρεία πολιτισμική οπτική, η Hello Kitty δεν είναι εξαίρεση αλλά συνέχεια. Η γάτα, ιστορικά, υπήρξε θεότητα, δαίμονας, σύντροφος, κυνηγός – ένα πλάσμα γεμάτο αντιφάσεις. Η Hello Kitty παίρνει αυτή την πολυσημία και την αποστειρώνει, κρατώντας μόνο τη «γλυκιά» εκδοχή της. Είναι μια γάτα χωρίς νύχια, χωρίς επιθετικότητα, χωρίς σκοτάδι. Και ίσως γι’ αυτό τόσο επιτυχημένη. Το πιο παράδοξο, όμως, είναι άλλο: δεν εξελίσσεται, και παρ’ όλα αυτά δεν παλιώνει. Δεν χρειάζεται reboot, δεν χρειάζεται rebranding. Απλώς επανατοποθετείται. Στα ’80s ήταν cute αντικείμενο, στα 2000s έγινε παγκόσμιο brand, σήμερα είναι ταυτόχρονα meme και luxury icon. Δεν εξαρτάται από την αφήγηση αλλά από τη χρήση. Ίσως τελικά η πιο ακριβής απάντηση στο τι είναι η Hello Kitty να είναι ότι δεν είναι χαρακτήρας αλλά μηχανισμός. Ένας μηχανισμός που απορροφά νόημα, προσαρμόζεται και επιβιώνει. Και μέσα σε αυτό, μοιάζει παράξενα με τις ίδιες τις γάτες: ανεξάρτητη, απρόβλεπτη, ελαφρώς αινιγματική.
Η γάτα κυριαρχεί στη σημερινή γιαπωνέζικη κουλτούρα, και εκτός από τη χαριτωμένη γάτα, υπάρχει και η γάτα-τέρας. Τα kaiju είναι ιαπωνικός όρος που σημαίνει «περίεργο θηρίο» ή «τέρας» και αναφέρεται σε γιγαντιαία τέρατα που πρωταγωνιστούν σε ταινίες γνωστές ως kaiju eiga. Ο πιο διάσημος εκπρόσωπός τους είναι ο Godzilla, ενώ άλλα γνωστά kaiju περιλαμβάνουν τους Gamera, Mothra και King Ghidorah. Χαρακτηρίζονται από το τεράστιο μέγεθος, την καταστροφή πόλεων και την αντιπαλότητα μεταξύ τους. Το Dajoh Negora είναι το πιο παράξενο kaiju, που γεννήθηκε από την αγάπη για τις γάτες. Με την πρώτη ματιά μοιάζει με μια γάτα με διογκωμένο σώμα, μικρά αυτιά, έντονα μάτια και μια σχεδόν αμήχανη στάση. Όμως όσο το κοιτάς, τόσο αντιλαμβάνεσαι ότι δεν πρόκειται απλώς για ένα ακόμη «cute» αντικείμενο. Το Daioh Negora είναι μέρος μιας ολόκληρης αισθητικής παράδοσης που συνδέει την ιαπωνική λαϊκή φαντασία με τη σύγχρονη κουλτούρα των designer toys. Η ίδια η λέξη «Negora» είναι ένα λογοπαίγνιο: συνδυάζει το «neko» (γάτα) με το «Gojira» (ο Godzilla). Αυτή η σύνθεση λέει σχεδόν τα πάντα. Το Daioh Negora είναι μια γάτα που φέρει μέσα της τη μνήμη των τεράτων, αλλά χωρίς την καταστροφή. Είναι kaiju χωρίς απειλή, ένα τέρας που δεν τρομάζει αλλά γοητεύει.
Η φιγούρα δημιουργήθηκε από τη Γιαπωνέζα καλλιτέχνιδα Konatsu, μια από τις πιο χαρακτηριστικές παρουσίες στον χώρο των sofubi (soft vinyl) παιχνιδιών. Η Konatsu έχει χτίσει έναν ολόκληρο μικρόκοσμο από πλάσματα που μοιάζουν να έχουν ξεπηδήσει από παραμύθια ή από κάποιο εναλλακτικό Τόκιο όπου τα τέρατα είναι κατοικίδια. Το Daioh Negora είναι το πιο εμβληματικό της δημιούργημα: ένα αντικείμενο που έχει κυκλοφορήσει σε δεκάδες παραλλαγές, χρώματα και περιορισμένες εκδόσεις, μετατρέποντας τη συλλογή του σε σχεδόν τελετουργική διαδικασία. Το Daioh Negora ανήκει στην κατηγορία των designer toys, δηλαδή αντικειμένων που δεν προορίζονται ακριβώς για παιχνίδι, αλλά για θέαση, συλλογή, ακόμη και επένδυση και που κάθε τους νέα έκδοση είναι σαν μικρό event: περιορισμένα κομμάτια, συνεργασίες με καλλιτέχνες, variations που εξαφανίζονται σχεδόν αμέσως από την αγορά. Η αξία τους δεν είναι μόνο υλική αλλά και συμβολική, ένα είδος πολιτισμικού κεφαλαίου γι’ αυτούς που γνωρίζουν.
Σε ένα ξεχωριστό pop-up μουσείο μέσα στον μεγάλο χώρο υπάρχει μια συλλογή από maneki-neko, τις μικρές γάτες με υψωμένο το ένα πόδι, που μοιάζουν να σε χαιρετούν ασταμάτητα. Η maneki-neko είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα της ιαπωνικής λαϊκής κουλτούρας και μάλλον ένα από τα πιο παρεξηγημένα, γιατί αυτή η γάτα δεν χαιρετάει, σε καλεί. Στη Δύση η παλάμη στραμμένη προς τα έξω σημαίνει «γεια». Στην Ιαπωνία, η ίδια κίνηση με την παλάμη προς τα μέσα και τα δάχτυλα να κινούνται προς τα κάτω, σημαίνει «έλα εδώ». Η maneki-neko δεν σε αποχαιρετά, σε προσκαλεί: στο μαγαζί, στην τύχη, στην ευημερία. Δεν είναι απλώς ένα διακοσμητικό αντικείμενο αλλά ένα φυλαχτό, ένας μικρός μηχανισμός προσέλκυσης του καλού.
Η προέλευσή της κινείται ανάμεσα σε λαϊκές ιστορίες και αστικούς θρύλους. Η πιο γνωστή αφήγηση συνδέεται με τον ναό Gotokuji στο Τόκιο. Σύμφωνα με τον μύθο, ένας φτωχός μοναχός φρόντιζε μια γάτα. Ένας σαμουράι που περνούσε απ’ έξω είδε τη γάτα να του κάνει τη χαρακτηριστική χειρονομία. Την πλησίασε και αμέσως μετά ένας κεραυνός έπεσε στο σημείο όπου στεκόταν πριν. Η γάτα, με άλλα λόγια, του έσωσε τη ζωή. Ο σαμουράι, ευγνώμων, έγινε προστάτης του ναού και η γάτα μετατράπηκε σε σύμβολο τύχης. Είτε αληθινή είτε όχι, η ιστορία αποτυπώνει κάτι βαθύτερο: τη γάτα ως μεσολαβητή ανάμεσα στο τυχαίο και το ελεγχόμενο, ανάμεσα στην απειλή και τη σωτηρία. Μια maneki-neko, όμως, δεν είναι ποτέ απλώς «μια γάτα». Κάθε λεπτομέρεια κουβαλά συγκεκριμένο νόημα –κυρίως το χρώμα. Η λευκή συμβολίζει την καθαρότητα και την ευτυχία, η χρυσή τον πλούτο και την οικονομική επιτυχία, η μαύρη την προστασία από το κακό, η κόκκινη την υγεία, ενώ η ροζ σχετίζεται με την αγάπη και τις ρομαντικές σχέσεις. Αυτή η κωδικοποίηση δείχνει ότι η maneki-neko δεν προσφέρει μια γενική ευλογία, αλλά μια στοχευμένη υπόσχεση.
Εξίσου σημαντικό είναι και ποιο πόδι σηκώνει. Το αριστερό προσελκύει πελάτες, το δεξί χρήματα και τύχη, ενώ και τα δύο μαζί θεωρούνται πιο «ισχυρά», αν και κάπως υπερβολικά. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες maneki-neko σε καταστήματα έχουν το αριστερό πόδι σηκωμένο – είναι, κυριολεκτικά, ένα εργαλείο marketing.
Κατά τον 19ο αιώνα, ιδιαίτερα στην περίοδο Edo, η maneki-neko άρχισε να διαδίδεται ευρέως στην Ιαπωνία. Με την εκβιομηχάνιση και την άνοδο της αστικής τάξης, μετατράπηκε από θρησκευτικό αντικείμενο σε εμπορικό προϊόν. Από εκεί και πέρα, η πορεία της ήταν σχεδόν αναπόφευκτη: πέρασε στην Κίνα και την υπόλοιπη Ασία, κατέκτησε τις δυτικές αγορές και έγινε τουριστικό σουβενίρ. Σήμερα υπάρχει σε κάθε πιθανό υλικό, από κεραμικό και πλαστικό μέχρι εκδοχές που λειτουργούν με ηλιακή ενέργεια ή ακόμη και ψηφιακές.
Η έκθεση «Cats!» στο μουσείο MARKK του Αμβούργου συνεχίζεται μέχρι τον Νοέμβριο (τελειώνει στις 29/11). Το Αμβούργο είναι πολύ πιο όμορφο το καλοκαίρι και έχει πολύ περισσότερα πράγματα να δεις και να κάνεις από ό,τι φαντάζεσαι…
Κι αυτή είναι μια playlist με τραγούδια για γάτες που επέλεξαν οι επιμελητές της έκθεσης: