«Μείνετε ζωντανοί»: Το Βερολίνο στα χρόνια του πολέμου

«Μείνετε ζωντανοί»: Το Βερολίνο στα χρόνια του πολέμου Facebook Twitter
Βερολίνο, Αύγουστος του 1945. Φωτογραφία του Ρόμπερτ Κάπα.
0


ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΩΣΗ ΤΟΥ
Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν το Βερολίνο βομβαρδιζόταν από τους Αμερικανούς την ημέρα και από τους Βρετανούς τη νύχτα, ο τρόπος με τον οποίο οι Βερολινέζοι αποχαιρετούσαν ο ένας τον άλλον δεν ήταν πλέον το παραδοσιακό «auf Wiedersehen». Αντ’ αυτού, έλεγαν «bleiben Sie übrig», δηλαδή «μείνετε ζωντανοί». Ο Ian Buruma χρησιμοποιεί αυτή την απελπισμένη προτροπή ως τον τίτλο του βιβλίου του, «Stay Alive: Berlin, 1939-1945», το οποίο, όπως σημειώνει ο ίδιος, είναι «μια ιστορία των πιο σκοτεινών χρόνων του Βερολίνου, όταν εκεί σχεδιάζονταν και διαπράττονταν φρικτά εγκλήματα». Αλλά είναι επίσης «εν μέρει μια ερωτική επιστολή» προς μια πόλη της οποίας η περίοδος του πολέμου δεν έχουν τύχει της προσοχής που τους αξίζει. «Ίσως οι φιλελεύθεροι Γερμανοί συγγραφείς αποφεύγουν εκείνη την περίοδο», γράφει, «προκειμένου να μην αφήσουν καμία υπόνοια εθνικής αυτολύπησης».

Η ναζιστική βαρβαρότητα είχε αφήσει τα σημάδια της, με αποτέλεσμα μια κοινωνική υποταγή που έκανε κάθε αντίσταση εξαιρετικά επικίνδυνη.

Ο Ολλανδός συγγραφέας, ο οποίος έχει γράψει στο παρελθόν για την ιστορία και τον πολιτισμό της Άπω Ανατολής, είναι επίσης καθηγητής ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοσιογραφίας στο Bard College και το βιβλίο γεννήθηκε από τη δική του στενή σχέση με το Βερολίνο της εποχής του πολέμου. Ο πατέρας του, Leo Buruma, έφτασε στην πόλη στα μέσα του πολέμου σε ηλικία 20 χρονών και εργάστηκε εκεί σε ένα εργοστάσιο όπλων,  μέχρι τον Μάιο του 1945, όταν ο σοβιετικός στρατός εισέβαλε στην πόλη.

Η ναζιστική βαρβαρότητα είχε αφήσει τα σημάδια της, με αποτέλεσμα μια κοινωνική υποταγή που έκανε κάθε αντίσταση εξαιρετικά επικίνδυνη.
Ian Buruma, «Stay Alive: Berlin, 1939-1945»

Πώς βρέθηκε ο πατέρας του στο Βερολίνο; Καθώς οι υγιείς Γερμανοί άνδρες επιστρατεύονταν για να πολεμήσουν, εργάτες από τα εδάφη που είχαν καταλάβει οι ναζί επιστρατεύονταν για να καλύψουν την έλλειψη εργατικού δυναμικού. Μερικοί από αυτούς τους ξένους εργάτες προσφέρθηκαν εθελοντικά, αλλά πολλοί, όπως ο Leo Buruma, στρατολογήθηκαν με τη βία και αναγκάστηκαν να πάνε στη Γερμανία. Έτσι, την άνοιξη του 1943, μεταφέρθηκε από την ολλανδική πόλη Νιμέγκεν, όπου γεννήθηκε, για να ενταχθεί στους 400.000 «Fremdarbeiter» (ξένους εργάτες) στο Βερολίνο. Υπολογίζεται ότι στην κορύφωση του πολέμου υπήρχαν περισσότεροι από τρία εκατομμύρια από αυτούς στη Γερμανία. Οι Ουκρανοί, οι Ρώσοι, οι Πολωνοί και άλλοι εργάτες από «κατώτερες φυλές» αντιμετωπίζονταν λίγο καλύτερα από σκλάβους. Ήταν τόσο υποσιτισμένοι, γράφει στο βιβλίο του ο Buruma, που πολλοί απ’ αυτούς πέθαναν. Όσοι προέρχονταν από χώρες της Δύσης, ωστόσο, ειδικά από εδάφη όπως η Ολλανδία που θεωρούνταν «γερμανικά, απολάμβαναν ορισμένες ελευθερίες.

Ο πατέρας του συγγραφέα ήταν ένα αγόρι από την επαρχία και, παρότι η καταναγκαστική εργασία και η απειλή των βομβών αποτελούσαν μια καθημερινή φρίκη, «το ναζιστικό Βερολίνο της εποχής του πολέμου είχε ορισμένα πλεονεκτήματα για έναν νεαρό Ολλανδό που δεν είχε ζήσει ποτέ πριν σε μια μεγάλη μητρόπολη». Στον ελεύθερο χρόνο του πήγαινε σε συναυλίες και στον κινηματογράφο, παρακολουθούσε ποδοσφαιρικούς αγώνες και δοκίμασε για πρώτη φορά κινέζικο φαγητό. Επίσης, έγινε φίλος με μια Ουκρανή εργάτρια ονόματι Νάντια, την οποία θυμόταν με νοσταλγία, ακόμη και στα γεράματά του, δεκαετίες μετά την τελευταία φορά που την είδε.

«Μείνετε ζωντανοί»: Το Βερολίνο στα χρόνια του πολέμου Facebook Twitter
Εναέρια λήψη του Βερολίνου από συμμαχικό αεροπλάνο.

Το βιβλίο του Buruma, παρότι αντλεί έμπνευση από παλιές φωτογραφίες και επιστολές από την περίοδο που ο πατέρας του βρισκόταν στο Βερολίνο, αφηγείται μια ευρύτερη ιστορία για το πώς οι Βερολινέζοι αντιμετώπισαν και διαχειρίστηκαν τον πόλεμο. Η ζωή υπό το ναζιστικό καθεστώς παρουσίαζε «κάθε είδους ηθικά διλήμματα» και δεν ήταν όλοι «φτιαγμένοι για να γίνουν ήρωες», σημειώνει. Ωστόσο, «αρκετοί Γερμανοί κατάφεραν να παραμείνουν αξιοπρεπείς, όταν η αξιοπρέπεια μπορούσε να είναι πολύ επικίνδυνη». Φυσικά, υπήρχαν άθλιοι καιροσκόποι μεταξύ των Βερολινέζων, «τραμπούκοι στους οποίους είχε δοθεί άδεια να κάνουν τα χειρότερα». Η πλειοψηφία, ωστόσο, δεν καθοδηγούνταν από κάποια ιδεολογία: «Απλώς συμμορφώνονταν, έκαναν ό,τι τους ζητούσαν και απέστρεφαν το βλέμμα τους από οτιδήποτε δυσάρεστο». Ήταν αυτό που «τόσο πολλοί Γερμανοί προσποιούνταν ότι ήταν μετά τον πόλεμο: unpolitisch, δηλαδή "απολιτικοί"».

Η αφήγηση του βιβλίου εξελίσσεται χρονολογικά, έτος προς έτος, ξεκινώντας από το 1939, όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος, στις 3 Σεπτεμβρίου, χωρίς τον πατριωτικό ενθουσιασμό που είχε συνοδεύσει την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914. Η ναζιστική βαρβαρότητα είχε αφήσει τα σημάδια της, με αποτέλεσμα μια κοινωνική υποταγή που έκανε κάθε αντίσταση εξαιρετικά επικίνδυνη. Υπήρχαν περίπου 90.000 Εβραίοι που ζούσαν ακόμα στο Βερολίνο (γύρω στο 2% του πληθυσμού της πρωτεύουσας), ο μισός αριθμός από όσους κατοικούσαν εκεί το 1933, όταν οι Ναζί ανέλαβαν την εξουσία. «Ένας συνηθισμένος χαιρετισμός μεταξύ των Εβραίων του Βερολίνου ήταν: "Πώς πάει η μετανάστευσή σου;"»

«Μείνετε ζωντανοί»: Το Βερολίνο στα χρόνια του πολέμου Facebook Twitter
Oι Γερμανίδες προσπαθούσαν να καθαρίσουν τα συντρίμμια και να απαλύνουν το σκηνικό ολοκληρωτικής καταστροφής.

Οι ναζί χρησιμοποίησαν τον κινηματογράφο για να διατηρήσουν υψηλό το ηθικό. Πολλές από αυτές τις ταινίες ήταν φαντασιώσεις διαφυγής, ο κινηματογράφος είχε όμως και τη σκοτεινή του πλευρά: μια ταινία όπως το «Jew Süss» (1940) παρουσίαζε με γλαφυρό τρόπο τα χειρότερα αντισημιτικά στερεότυπα. Όπως μάλιστα διαβάζουμε στο βιβλίο, οι ηθοποιοί που υποδύονταν τους ρόλους των Εβραίων απαίτησαν, πριν από τη συμμετοχή τους, διαβεβαιώσεις ότι οτιδήποτε γραφόταν στον Τύπο για την ταινία έπρεπε να καθιστά απολύτως σαφές ότι «κανένας από τους ηθοποιούς δεν είχε ούτε σταγόνα εβραϊκού αίματος».

Το χιούμορ βοήθησε τους Βερολινέζους να επιβιώσουν. Οι μουσικοί της τζαζ που ζούσαν σε καθεστώς παρανομίας χαιρετούσαν ο ένας τον άλλον με το «Swing Heil!» (αντί για το ναζιστικό «Seig Heil»). Τα ανατρεπτικά αστεία για το ναζιστικό καθεστώς έδιναν στους «ευπρεπείς Γερμανούς μια φευγαλέα αίσθηση αξιοπρέπειας, την αίσθηση ότι αντιστέκονταν». Ο πόλεμος τελειώνει με το Βερολίνο γεμάτο ερείπια, «μια θάλασσα από καπνισμένα χαλάσματα» και ο συγγραφέας κλείνει το βιβλίο του με μια εικόνα από τις ουρές που σχημάτιζαν οι Γερμανίδες που προσπαθούσαν να καθαρίσουν τα συντρίμμια και να απαλύνουν το σκηνικό ολοκληρωτικής καταστροφής. Ήταν η πρώτη μέρα ενός νέου μεταπολεμικού κόσμου και η ανοικοδόμηση μιας μεγάλης πόλης είχε ήδη αρχίσει.

Με στοιχεία από τη «Wall Street Journal»

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Γνώριζαν ή όχι οι Γερμανοί για τα εγκλήματα του Χίτλερ;

Βιβλίο / Γνώριζαν ή όχι οι Γερμανοί για τα εγκλήματα του Χίτλερ;

Πότε ακριβώς χάθηκε ο πόλεμος για τον Άξονα; Ποια ήταν η πιο σημαντική μάχη του πολέμου; Πόσο «συμμέτοχος» ήταν ο Γερμανικός λαός στο ολοκαύτωμα; Σ’ αυτά τα ερωτήματα επιχειρεί να απαντήσει μια νέα ογκώδης έκδοση με τίτλο «Η συνολική ιστορία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου».
THE LIFO TEAM

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ