Ο Νίκος Αμανίτης έχει διανύσει μια μακρά και πλούσια διαδρομή στον ελληνικό Τύπο, από την εποχή της ισχύος των μεγάλων εντύπων μέχρι τη σημερινή ψηφιακή πραγματικότητα. Τον συναντώ στο σπίτι του στο Παλαιό Φάληρο, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του «Ο αγνοούμενος του Ματαρόα», το οποίο ήδη γνωρίζει μεγάλη εμπορική επιτυχία. Το πρώτο πράγμα που μου δείχνει μόλις με υποδέχεται είναι ο πίνακας που στάθηκε η αφορμή για μια μεγάλη έρευνα και τελικά εξελίχθηκε στο βιβλίο του, ένα αντικείμενο που, όπως εξηγεί, άνοιξε τον δρόμο για να ξετυλιχτεί μια ολόκληρη ιστορία.
Στη συζήτησή μας, ο έμπειρος δημοσιογράφος θυμάται τα χρόνια του «Ταχυδρόμου», τη δημιουργική ατμόσφαιρα που επικρατούσε στις αίθουσες σύνταξης του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και τις ισορροπίες που χαρακτήριζαν εκείνη την περίοδο. Παράλληλα, περιγράφει πώς το τοπίο άρχισε να αλλάζει όταν οι συσχετισμοί δυνάμεων μέσα στον οργανισμό μεταβλήθηκαν. Δεν λείπουν και λιγότερο γνωστές ιστορίες από το παρασκήνιο της λειτουργίας του ΔΟΛ. Θυμάται, για παράδειγμα, ότι «όσο ζούσε ο Χρήστος Λαμπράκης, ο Σταύρος Ψυχάρης δεν κατέβαινε καν στις συσκέψεις των “Νέων”», ενώ αποκαλύπτει πως σε ορισμένες περιπτώσεις «λέγονταν ακόμη και ψεύτικοι τίτλοι στη σύσκεψη, για να μη διαρρεύσει το θέμα στο ανταγωνιστικό “Βήμα”». Ιδιαίτερη θέση στη μνήμη του κατέχει και το κλείσιμο του «Ταχυδρόμου», μια στιγμή που, όπως παραδέχεται, του άφησε τη μεγαλύτερη πικρία στην επαγγελματική του πορεία. «Ήταν ένα περιοδικό που είχε εξελιχθεί σε κάτι σύγχρονο και πολύ δυνατό. Το πώς μεταλλάχθηκε προτού κλείσει ήταν δύσκολο να το παρακολουθείς», σημειώνει.
«Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να πω ότι μου ταίριαζε ο Νίκος Κακαουνάκης. Είχε κάνει σημαντικά ρεπορτάζ, ήταν μυθικός ρεπόρτερ, εκπρόσωπος όμως μιας σχολής που εγώ, τότε, θεωρούσα ότι ήταν παλιά. Ωστόσο, θυμάμαι συχνά έναν στίχο του Διονύση Σαββόπουλου για την τελευταία επαγγελματική του περίοδο, αυτήν που εγώ γνώρισα: "Μούσι και τσαντάκι, ενημερωμένος από τον Κακαουνάκη"».
Η συζήτηση περνά αναπόφευκτα και στη νέα εποχή των ψηφιακών μέσων. Ο Νίκος Αμανίτης μιλά για τη συμμετοχή του σε εγχειρήματα όπως η Popaganda και αργότερα η Athens Voice, αλλά και για τη μεγάλη αλλαγή που έφερε στη δημοσιογραφία η λογική των κλικ. «Όταν κυνηγάς τα κλικ, γίνεσαι σκλάβος του κλικ», λέει χαρακτηριστικά. Σε μια συνέντευξη που συνδυάζει προσωπικές μνήμες, άγνωστες ιστορίες από ιστορικές αίθουσες σύνταξης και προβληματισμό για το μέλλον της ενημέρωσης, καταλήγει σε μια απλή αλλά διαχρονική αρχή: «Η δημοσιογραφία ξεκινά από τη διασταύρωση της είδησης και τον σεβασμό στον αναγνώστη». Με αφορμή το βιβλίο του «Ο αγνοούμενος του Ματαρόα», ο γνωστός δημοσιογράφος μιλά για την ιδέα που τον οδήγησε στη συγγραφή, για τις εμπειρίες που σημάδεψαν τη διαδρομή του, αλλά και για την πορεία της ελληνικής δημοσιογραφίας τις τελευταίες δεκαετίες.
Νίκος Αμανίτης, «Ο αγνοούμενος του Ματαρόα», εκδόσεις Μεταίχμιο
― Ας ξεκινήσουμε από την αρχή. Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το βιβλίο «Ο αγνοούμενος του Ματαρόα»;
Η ιδέα γεννήθηκε από έναν πίνακα που υπήρχε στο σπίτι μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Βρισκόταν στο σπίτι όπου γεννήθηκα, στην οδό Λιοσίων. Ο πίνακας αυτός ακολούθησε τις μετακομίσεις της οικογένειάς μου και μετά τον θάνατο των γονιών μου ήρθε και στο δικό μου σπίτι. Ήταν ένας μεγάλος, ανυπόγραφος πίνακας που πάντα μου έκανε εντύπωση, γιατί ήταν διαφορετικός από τους άλλους. Οι υπόλοιποι πίνακες στο σπίτι ήταν έργα του ζωγράφου Ορέστη Κανέλλη. Ο Κανέλλης ίσως σήμερα δεν είναι τόσο γνωστός, αλλά την περίοδο του Μεσοπολέμου ήταν σημαντική μορφή στον χώρο των Καλών Τεχνών, με συμμετοχές σε μεγάλες εκθέσεις και έντονη παρουσία στον καλλιτεχνικό κόσμο. Ο πατέρας μου ήταν Μυτιληνιός και φίλος του Κανέλλη, έτσι στο σπίτι μας υπήρχαν κυρίως πίνακές του, αλλά ανάμεσά τους υπήρχε και αυτός ο μεγάλος, διαφορετικός πίνακας.
― Πότε μάθατε την ιστορία πίσω από αυτόν τον πίνακα;
Λίγο προτού πεθάνει η μητέρα μου, τη ρώτησα ποιος τον είχε ζωγραφίσει. Τότε μου αποκάλυψε ότι ο ζωγράφος ήταν ένας φίλος της από την περίοδο της Κατοχής που ονομαζόταν Νίκος Μπαλόγιαννης, ο οποίος είχε φύγει από την Ελλάδα με το Ματαρόα και είχε πεθάνει το 1966 στη Νέα Υόρκη, όπου εργάστηκε ως καλλιτέχνης έχοντας αλλάξει το επίθετό του σε Bel-Jon. Στο κατοχικό ατελιέ του γίνονταν τα περίφημα «πάρτι της Αντίστασης». Ήταν συγκεντρώσεις νεαρών ανθρώπων που μαζεύονταν για να στρατολογήσουν κόσμο στην Αντίσταση. Έμεναν όλο το βράδυ, έβαζαν μουσική, χόρευαν, ώστε να μην τους υποψιάζονται οι Γερμανοί. Εκεί είχαν γνωριστεί.
― Τότε αρχίσατε να ψάχνετε την ιστορία του;
Όχι αμέσως. Όμως στις αρχές της πρώτης καραντίνας, όταν όλοι είχαμε κλειστεί στο σπίτι, σκέφτηκα να ψάξω λίγο αυτόν τον άνθρωπο. Δεν είχα στο μυαλό μου να γράψω βιβλίο. Ήθελα απλώς να δω τι θα βρω. Έψαξα στο διαδίκτυο και ανακάλυψα μια σελίδα που είχε φτιάξει η κόρη του στην Αμερική. Χωρίς να ξέρω αν θα απαντήσει, της έστειλα μια φωτογραφία του πίνακα. Την επόμενη μέρα μού απάντησε ενθουσιασμένη. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ένας πίνακας του πατέρα της βρισκόταν στην Αθήνα.
― Και από εκεί ξεκίνησε η έρευνα;
Ακριβώς. Αρχίσαμε να επικοινωνούμε. Εκείνη ζούσε στο Μεξικό και είχε αφιερώσει τη ζωή της στην ανάδειξη του έργου του πατέρα της. Κάποια στιγμή μου είπε ότι είχε ένα περίεργο κείμενο που είχε γράψει ο πατέρας της στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ήταν ένα μεγάλο ρολό χαρτιού, ένα είδος ημερολογίου, γραμμένο στα γαλλικά, που όταν το ξετυλίγεις φτάνει τα 27 μέτρα. Το σκάναρε και μου το έστειλε.
― Τι περιείχε αυτό το κείμενο;
Ήταν ένα ημερολόγιο που ξεκινούσε το 1941 και τελείωνε την ημέρα της απελευθέρωσης της Αθήνας. Όμως δεν ήταν απλώς ημερολόγιο. Ήταν γραμμένο σαν ένα μεγάλο γράμμα προς μια Γαλλίδα, τη Μουν, με την οποία ήταν ερωτευμένος ο Μπαλόγιαννης προτού ξεσπάσει ο πόλεμος. Είχαν γνωριστεί στο Παρίσι το 1938, στην École des Beaux-Arts. Δύο εβδομάδες προτού ξεσπάσει ο πόλεμος εκείνος αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα λόγω επιστράτευσης, πιστεύοντας ότι σύντομα θα ξαναγυρίσει. Στο ημερολόγιο, της περιγράφει την καθημερινότητα της Κατοχής στην Αθήνα αλλά και τις αναμνήσεις από τις τελευταίες ευτυχισμένες μέρες τους στο Παρίσι και σε ένα χωριουδάκι στη Νότια Γαλλία, όπου έζησαν με την οικογένειά της τον Αύγουστο του 1939.
― Τι σας εντυπωσίασε περισσότερο όταν το διαβάσατε;
Η ατμόσφαιρα της Κατοχής, γιατί δεν γράφει ημερολόγιο, αφηγείται την καθημερινότητά του και αυτό αλλάζει πολλά. Και η ατμόσφαιρα του λυκόφωτος του Μεσοπολέμου στο Παρίσι, της εποχής που ήταν ερωτευμένοι και ευτυχείς γιατί δεν ήξεραν τι πρόκειται να συμβεί σε λίγους μήνες, σε λίγες εβδομάδες, αυτή η απελπισμένη νοσταλγία που την αποτυπώνει στο γράμμα του κάποια κρύα βράδια της Κατοχής, στο ατελιέ του δίπλα στο Στάδιο. Και επίσης το ότι, όταν τελειώνουμε την ανάγνωση αυτής της επιστολής, την ημέρα της Απελευθέρωσης, δεν γνωρίζουμε τίποτα για τη συνέχεια της ζωής των δύο αυτών ανθρώπων, δεν γνωρίζουμε τίποτα για εκείνη. Η πρώτη απορία που μου γεννήθηκε ήταν: τι απέγινε η Μουν; Έζησε; Έγινε ζωγράφος, όπως πίστευαν ο Μόραλης, ο Σπυρόπουλος, συμφοιτητές του Μπαλόγιανη στην Αθήνα αλλά και στο Παρίσι, όπου τη γνώρισαν; Παντρεύτηκε; Γιατί δεν του απάντησε ποτέ; Το μόνο που είχα ήταν το μικρό της όνομα, την ηλικία της και το όνομα ενός χωριού στη Γαλλία. Έτσι άρχισε μια έρευνα σχεδόν αστυνομικού τύπου για να βρω τα ίχνη μιας κοπέλας που ήταν 19 χρονών το 1939.
― Το βιβλίο, όμως, δεν αφορά μόνο αυτή την αναζήτηση.
Όχι. Το βιβλίο είναι και η ανασύνθεση μιας ολόκληρης εποχής. Προσπάθησα να ξαναζωντανέψω την Αθήνα του Μεσοπολέμου και το Παρίσι λίγο πριν από τον πόλεμο. Διάβασα ό,τι είχε γραφτεί εκείνη την εποχή, από αναλυτικούς Οδηγούς της Αθήνας, ελληνικούς και ξένους, μέχρι διδακτορικές διατριβές για τον χορό ή την τζαζ στον Μεσοπόλεμο, και από εφημερίδες της περιόδου μέχρι μυθιστορήματα ή ημερολόγια ανθρώπων που έζησαν ταυτόχρονα με τον Μπαλόγιαννη, που μπορεί και να τον γνώρισαν, του Τερζάκη, του Θεοτοκά, του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, του Σεφέρη βέβαια. Το ωραίο ήταν πως ανακάλυψα ότι ο Μπαλόγιαννης ζούσε στην Πλάκα, λίγα μέτρα από εκεί που ζούσαν οι ήρωες της «Μενεξεδένιας Πολιτείας» και της «Αστροφεγγιάς» ή ο Σεφέρης στις «Έξι νύχτες στην Ακρόπολη», απέναντι από το σπίτι που πέθανε ο Παλαμάς, αλλά και δίπλα στο Αρχηγείο του Α’ Σώματος Στρατού, εκεί όπου ξεκίνησαν τα Δεκεμβριανά, ακριβώς μπροστά στην πόρτα του. Αγόρασα αεροφωτογραφίες της περιοχής τραβηγμένες τη δεκαετία του ’30 για να εντοπίσω το σπίτι του, είδα τις μοναδικές ταινίες της εποχής που είχαν γυριστεί σε εξωτερικό χώρο, σχεδόν δίπλα στο σπίτι του, τις «Περιπέτειες του Βιλάρ» και τους «Απάχηδες των Αθηνών», ξεκοκάλισα κάθε φωτογραφία της μεσοπολεμικής Αθήνας. Ήταν σαν να ζούσα μέσα σε εκείνη την εποχή. Τώρα πια βλέπω την πόλη με άλλα μάτια∙ κάτω από το ταλαιπωρημένο οδόστρωμα της Αμαλίας βλέπω τις πιπεριές της, μπροστά από το Στάδιο βλέπω το ποτάμι, Πανεπιστημίου και Θεμιστοκλέους, εκεί που σήμερα είναι ένα Coffee Island, βλέπω το Ντάνσινγ Βαλκάνια και τον Μπαλόγιαννη να χορεύει – και όχι μόνο αυτόν αλλά και τους γονείς και τους παππούδες μας, όλους όσοι πέρασαν κάποτε κάτω από τις πιπεριές της μεσοπολεμικής Αθήνας.
― Στο βιβλίο αναφέρεστε και στο πλοίο Ματαρόα. Μιλήστε μας και γι’ αυτό.
Το Ματαρόα είναι γνωστό ως το πλοίο που το 1945 μετέφερε στη Γαλλία πολλούς Έλληνες διανοούμενους και καλλιτέχνες. Ωστόσο, η έρευνα δείχνει ότι η επιχείρηση έγινε σε συμφωνία του Γαλλικού Ινστιτούτου με το ελληνικό κράτος. Δεν ήταν μια μυστική φυγάδευση, όπως έχει επικρατήσει. Ενδιαφέρον είναι επίσης ότι στο πλοίο δεν υπήρχαν μόνο αριστεροί. Υπήρχαν και άνθρωποι διαφορετικών πολιτικών απόψεων. Αυτό αποδεικνύουν και οι εργασίες των ιστορικών (με πρώτο τον καθηγητή Νικόλα Μανιτάκη) αλλά και τα έγγραφα που είχε κρατήσει ο Μπαλόγιαννης και μου έστειλε από το Μεξικό η κόρη του.
― Πότε δημιουργήθηκε ο μύθος γύρω από το Ματαρόα;
Ο μύθος δημιουργήθηκε αρκετά αργότερα, κυρίως τη δεκαετία του 1980, όταν Γάλλοι δημοσιογράφοι συνειδητοποίησαν ότι πολλοί σημαντικοί διανοούμενοι είχαν ταξιδέψει μαζί με αυτό το πλοίο. Τότε άρχισε να θεωρείται κάτι σαν «κιβωτός των Ελλήνων». Τη θεωρία του μύθου την προώθησε πρώτος ο επιβάτης του Ματαρόα, Κορνήλιος Καστοριάδης.
― Τι ήταν αυτό που σας συγκίνησε περισσότερο κατά τη συγγραφή του βιβλίου;
Το ότι ασχολήθηκα με «δανεικές αναμνήσεις». Μέσα από την ιστορία αυτού του ανθρώπου προσπάθησα να ανασύρω και τη ζωή των δικών μας προγόνων. Συνειδητοποίησα πόσες ερωτήσεις δεν έχουμε κάνει ποτέ στους γονείς και στους παππούδες μας. Και πόσα πράγματα χάνονται μαζί τους.
― Τι θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης από το βιβλίο;
Πολλοί αναγνώστες μου στέλνουν μηνύματα λέγοντας ότι το βιβλίο τούς έκανε να σκεφτούν τη δική τους οικογενειακή ιστορία. Αυτό που καταλαβαίνουν είναι ότι πρόκειται για ένα βιβλίο συλλογικής μνήμης. Μια βιογραφία όχι μόνο ενός ανθρώπου αλλά μιας ολόκληρης εποχής.
― Υπήρχε κάτι άλλο που σας γοήτευσε περισσότερο όσον αφορά την εποχή που ερευνήσατε για το βιβλίο;
Αυτό που με συγκλόνισε περισσότερο ήταν η περίοδος του Μεσοπολέμου, ειδικά τα χρόνια λίγο προτού ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Είναι μια εποχή που οι άνθρωποι ζουν κανονικά, κάνουν σχέδια, ερωτεύονται, γελούν, χωρίς να γνωρίζουν ότι σε λίγο καιρό όλα θα αλλάξουν δραματικά. Θυμάμαι ότι έψαχνα παλιά βίντεο από το Παρίσι εκείνης της εποχής. Είδα ένα από το Μαραί, που τότε ήταν εβραϊκό γκέτο. Σήμερα είναι από τις πιο ακριβές περιοχές της πόλης, αλλά τότε ήταν μια γειτονιά με μικρά μαγαζιά και σκοτεινά δρομάκια. Βλέπεις ανθρώπους να περπατούν το 1939, ένα ζευγάρι να κρατιέται από το χέρι, να γελάει, και σκέφτεσαι ότι σε λίγους μήνες, πιθανότατα, αυτοί οι άνθρωποι δεν θα υπάρχουν πια ή η ζωή τους θα έχει καταστραφεί. Αυτή η αίσθηση ότι οι άνθρωποι τρέχουν προς το μέλλον χωρίς να ξέρουν τι έρχεται είναι συγκλονιστική. Κάπως έτσι ένιωσα και όταν ξέσπασε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Ξαφνικά άρχισαν να αλλάζουν πολλά πράγματα και στη δική μας εποχή. Μερικοί μου είπαν ότι το βιβλίο περιγράφει μια περίοδο που μοιάζει με τη σημερινή, όπου αρχίζουμε πάλι να νιώθουμε φόβο για το μέλλον. Ίσως η δική μας γενιά να ήταν από τις πιο τυχερές, που έζησαν χωρίς μεγάλους πολέμους στην Ευρώπη.
― Ταξιδέψατε και στη Γαλλία για την έρευνα;
Ναι, πήγα. Ήθελα να δω τα αρχεία, να ψάξω στοιχεία για τη Μουν αλλά και για τον ίδιο τον ζωγράφο. Τα αρχεία στη Γαλλία είναι καταπληκτικά. Στη Γαλλική Εθνική Βιβλιοθήκη βρήκα πολλά βιβλία και υλικό που με βοήθησαν. Ήθελα να περπατήσω στους δρόμους όπου περπάτησαν μαζί πριν από σχεδόν 85 χρόνια, να πατήσω στα πατήματά τους. Έψαχνα επίσης ένα μέρος που αναφερόταν στο ημερολόγιο: ένα μικρό χωριό στη Νότια Γαλλία, αλλά δεν το έβρισκα πουθενά. Ακόμα και οι άνθρωποι στα γύρω χωριά δεν το γνώριζαν. Τελικά, μετά από πολλή αναζήτηση, κατάφερα να το εντοπίσω. Πήγα εκεί και προσπάθησα να βρω το σπίτι όπου είχαν περάσει τις τελευταίες εβδομάδες μαζί προτού αυτός φύγει, στις 15 Αυγούστου του ’39, από τη Μασσαλία.
― Το βιβλίο σας έχει χαρακτηριστεί παράδειγμα «νέας δημοσιογραφίας». Συμφωνείτε;
Ναι, σε κάποιο βαθμό. Κάποιοι δημοσιογράφοι, όπως ο Δημήτρης Δουλγερίδης, το χαρακτήρισαν έτσι. Το βιβλίο συνδυάζει στοιχεία έρευνας, αφήγησης και προσωπικής αναζήτησης. Είναι ένα είδος δημοσιογραφικής αφήγησης που θυμίζει τη λεγόμενη «new journalism», την αμερικανική σχολή όπου το ρεπορτάζ μπλέκεται με τη λογοτεχνική γραφή. Η αλήθεια είναι ότι το βιβλίο προέκυψε μέσα από μια πραγματική έρευνα. Ταξίδεψα, έψαξα αρχεία, μίλησα με ανθρώπους, προσπάθησα να ανασυνθέσω μια ιστορία.
― Ας πάμε όμως λίγο πίσω. Πώς ξεκίνησε το ενδιαφέρον σας για τη δημοσιογραφία;
Από μικρός ήθελα να γίνω δημοσιογράφος. Στο σπίτι μας διαβάζαμε πολλές εφημερίδες, κυρίως το «Βήμα». Δεν είχαμε καμία σχέση με τον χώρο, αλλά εγώ γοητευόμουν από τον τρόπο που γράφονταν τα άρθρα. Θυμάμαι ότι, όταν ήμουν φοιτητής, πήγαινα σε μαθήματα αγγλικών στα οποία συμμετείχαν και δημοσιογράφοι που έστελνε ο Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη για να βελτιώσουν τα αγγλικά τους. Όταν κατάλαβα ποιοι ήταν, τους αντιμετώπιζα σχεδόν σαν θεούς. Τους μιλούσα για άρθρα που είχαν γράψει, για άλλα κείμενα που είχα διαβάσει. Ήμουν ήδη «μέσα» στον κόσμο της δημοσιογραφίας ως αναγνώστης.
― Τι σπουδάσατε;
Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Εκείνη την εποχή ήταν έντονη πολιτικά περίοδος. Υπήρχαν συνεχώς συνελεύσεις, συζητήσεις, κινητοποιήσεις. Όταν τελείωσα τις σπουδές μου, έφυγα για το Παρίσι. Εκεί διάβαζα μανιωδώς τη γαλλική εφημερίδα «Le Monde». Εκείνη η περίοδος με επηρέασε πολύ.
― Ποια ήταν η πρώτη σας δημοσιογραφική δουλειά;
Το 1981, την περίοδο των εκλογών στη Γαλλία, όταν εξελέγη ο Φρανσουά Μιτεράν, έγραψα ένα άρθρο για το περιοδικό «Αντί». Μέχρι τότε δεν είχα δημοσιεύσει τίποτα. Όταν γύρισα στην Ελλάδα, μετά τον στρατό, ήθελα οπωσδήποτε να μπω στη δημοσιογραφία. Ένας φίλος των γονιών μου, ο δημοσιογράφος Νίκος Αλεξίου, μεγάλη μορφή της δημοσιογραφίας, διάβασε ένα κείμενό μου και μου είπε: «Είσαι δημοσιογράφος. Έλα να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε». Ήταν ο άνθρωπος που πήρε πρώτος το βραβείο Μπότση και δεν το δέχθηκε ποτέ. Με πήγε στα «Νέα» και στον εμβληματικό τότε διευθυντή της εφημερίδας, Λέοντα Καραπαναγιώτη. Ήταν το 1984.
― Και έτσι ξεκίνησε η καριέρα σας;
Ναι, αλλά όχι εύκολα. Στην αρχή με έστειλαν στο ελεύθερο ρεπορτάζ. Ήταν ένα περιβάλλον ιδιαίτερα σκληρό και απαιτητικό. Η δουλειά ξεκινούσε από νωρίς το πρωί και συχνά τελείωνε αργά τη νύχτα. Αρχισυντάκτης ήταν ο Νίκος Κακαουνάκης και η ατμόσφαιρα ήταν έντονη: φωνές, ένταση και η μόνιμη απαίτηση «πείτε μου θέματα». Την ίδια περίοδο εργάζονταν εκεί γνωστά ονόματα της δημοσιογραφίας, όπως η Λιάνα Κανέλλη, ο Κώστας Χαρδαβέλας και ο Γιώργος Λιάνης. Για έναν νέο άνθρωπο στον χώρο, το κλίμα δεν ήταν εύκολο. Επίσης, συχνά έγραφα κείμενα που τελικά δημοσιεύονταν με την υπογραφή άλλων συντακτών. Μάλιστα, θυμάμαι τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον Γιώργο Σιδέρη του Ολυμπιακού και τον Γιώργο Λιάνη να μαζεύονται στο γραφείο του Κακαουνάκη και να παίζουν χαρτιά μέχρι αργά το βράδυ, ενώ εμείς περιμέναμε να τελειώσουν για να μας πουν ότι μπορούμε να φύγουμε. Ήταν μια περίοδος που λειτούργησε ως μαθητεία, αλλά ταυτόχρονα μου άφησε και έντονη απογοήτευση. Τελικά, πήρα την απόφαση να φύγω.
― Τι κρατάτε από τον Νίκο Κακαουνάκη;
Τον γνώρισα σχετικά λίγο, οπότε δεν μπορώ να πω ότι είχα τον χρόνο να σχηματίσω μια ολοκληρωμένη εικόνα για τον χαρακτήρα του. Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να πω ότι μου ταίριαζε. Είχε κάνει σημαντικά ρεπορτάζ, ιδίως την περίοδο της δικτατορίας, ήταν μυθικός ρεπόρτερ, εκπρόσωπος όμως μιας σχολής που εγώ τότε, καλώς ή κακώς, θεωρούσα ότι ήταν παλιά. Ωστόσο, θυμάμαι συχνά έναν στίχο του Διονύση Σαββόπουλου για την τελευταία επαγγελματική του περίοδο, αυτήν που εγώ γνώρισα κυρίως: «Μούσι και τσαντάκι, ενημερωμένος από τον Κακαουνάκη».
― Και πού πήγατε μετά;
Στην ΕΡΤ, στο ραδιόφωνο, στο εξωτερικό δελτίο ειδήσεων. Εκεί έμαθα πραγματικά τη δουλειά. Οι ειδήσεις έρχονταν τότε μέσω τηλετύπων από πρακτορεία όπως το Associated Press, το Reuters και το Γαλλικό Πρακτορείο. Ήταν μια πολύ διαφορετική εποχή από τη σημερινή. Έπρεπε να διαβάζουμε τις ειδήσεις, να τις επεξεργαζόμαστε και να τις υπαγορεύουμε σε δακτυλογράφους που τις έγραφαν. Μία από αυτές ήταν μια χαρούμενη, νεαρή και όμορφη κοπέλα: την έλεγαν Ρούλα Κορομηλά. Σε λίγο θα γινόταν η πιο διάσημη Ρούλα της Ελλάδας. Ας με συγχωρεί η σύζυγος μου, η Ρούλα, αλλά η αλήθεια πάνω απ’ όλα.
― Τι θυμάστε περισσότερο από εκείνη την περίοδο;
Το γεγονός ότι τότε το ραδιόφωνο ήταν το βασικό μέσο ενημέρωσης. Δεν υπήρχαν ιδιωτικοί σταθμοί, ούτε ίντερνετ. Όταν έβγαινε ένα δελτίο ειδήσεων, πραγματικά το άκουγε όλη η Ελλάδα. Είχες την αίσθηση ότι αυτό που κάνεις έχει σημασία.
― Πώς θα περιγράφατε τον Χρήστο Λαμπράκη ως άνθρωπο και ως εκδότη;
Ο Λαμπράκης ήταν μοναδικός. Ήταν ένας άνθρωπος με απίστευτη διαίσθηση και διορατικότητα. Είχε τον τρόπο να ακούει τους πάντες και να καταλαβαίνει ακριβώς τι συμβαίνει. Θα σου πω πώς λειτουργούσε. Κάθε διευθυντής περιοδικού ή εφημερίδας είχε τον δικό του προϋπολογισμό και μπορούσε να κινηθεί σχετικά ελεύθερα. Στις αρχές Δεκεμβρίου γινόταν μια σύσκεψη όπου εξετάζονταν τα οικονομικά και τα σχέδια για την επόμενη χρονιά. Στη σύσκεψη ήταν ο διευθυντής του εντύπου, για παράδειγμα εγώ, ο οικονομικός διευθυντής, ο εμπορικός διευθυντής, η εκδότρια των περιοδικών, η σπουδαία Ρούλα Μητροπούλου, και ο ίδιος ο Λαμπράκης. Εγώ παρουσίαζα τα σχέδιά μου: πώς βλέπω να εξελίσσεται το περιοδικό, τι προσωπικό θα ήθελα, τι αλλαγές στη διαφήμιση, ποιες ιδέες είχα. Ο οικονομικός διευθυντής παρουσίαζε τα οικονομικά στοιχεία. Ο Λαμπράκης άκουγε τα πάντα χωρίς να διακόπτει. Κάποια στιγμή σηκωνόταν και έφευγε για δέκα λεπτά. Πήγαινε στο γραφείο του, έγραφε κάτι στη γραφομηχανή του, μια παλιά γραφομηχανή που είχε και ένα χαρακτηριστικό ελάττωμα, και μετά επέστρεφε. Είχε γράψει δέκα ή δεκαπέντε γραμμές. Σε αυτές τις λίγες γραμμές είχε συμπυκνώσει τι έπρεπε να γίνει. Ποια ήταν η κατεύθυνση. Τι έπρεπε να αλλάξει. Το εντυπωσιακό ήταν ότι ποτέ δεν σου έλεγε «αυτό είναι λάθος» ή «αυτό δεν πρέπει να γίνει». Πάντα σε άκουγε με σεβασμό και είχε μια εκπληκτική αίσθηση του τι χρειάζεται πραγματικά. Και συχνά ήταν μπροστά από τα γεγονότα.
― Και ο Σταύρος Ψυχάρης;
Ο Ψυχάρης ήταν τελείως διαφορετικός χαρακτήρας. Ήταν ένας άνθρωπος που λειτουργούσε συνεχώς με εμπόλεμη διάθεση, απέναντι σε όλους, ακόμη, και κυρίως, στα άλλα έντυπα του ΔΟΛ. Πράγμα που τον διασκέδαζε πολύ. Σκεφτόταν πάντα δύο και τρεις κινήσεις μπροστά, σαν σκακιστής. Προσπαθούσε να προβλέψει τι θα κάνουν οι άλλοι και να κινηθεί ανάλογα. Ήταν καλλιεργημένος και έξυπνος, αλλά έκανε και πολλά λάθη.
― Πώς ήταν η σχέση τους μέσα στον οργανισμό;
Ήταν μια περίεργη κατάσταση. Στην οδό Χρήστου Λαδά τα γραφεία τους ήταν δίπλα-δίπλα και πολύ μικρά. Η γραμματέας του Λαμπράκη καθόταν μπροστά από το γραφείο του Ψυχάρη και η γραμματέας του Ψυχάρη έξω από το γραφείο του Λαμπράκη. Όταν έλειπε ο Λαμπράκης, η γραμματέας του Ψυχάρη άνοιγε την αλληλογραφία του. Ο Λαμπράκης το γνώριζε αυτό, αλλά δεν τον ενοχλούσε ιδιαίτερα. Νομίζω ότι πίστευε πως ο Ψυχάρης έφερνε χρήματα στον οργανισμό, αν και βέβαια και ο ίδιος έβγαζε πάρα πολλά χρήματα. Ήταν πάντως εντυπωσιακό πώς κατάφερε ο Λαμπράκης να κρατήσει αυτόν τον οργανισμό ενωμένο για τόσα χρόνια.
― Πώς ήταν η προσωπική σας σχέση μαζί του;
Με συμπαθούσε πολύ. Ήμουν από τους λίγους που στο τέλος μού μιλούσε στον ενικό. Θυμάμαι μια περίοδο που το περιοδικό «Vita» δεν πήγαινε καλά και του είπα ότι σκέφτομαι να παραιτηθώ. Μου απάντησε: «Αν θέλεις να παραιτηθείς, εγώ δεν πρόκειται να σε αφήσω».
― Κάποια στιγμή υπήρξε μεγάλη ένταση με τον Θανάση Λάλα στον οργανισμό. Τι είχε συμβεί;
Ήρθε μια στιγμή, εκεί γύρω στο 2005, που έγινε φανερό ότι ο ΔΟΛ έμπαινε στο τέλος μιας εποχής. Η υγεία του Λαμπράκη ήταν ιδιαίτερα εύθραυστη από το 2000, ανησυχητικές φήμες κυκλοφορούσαν και για τον Ψυχάρη. Θυμάμαι σε συναντήσεις που είχα μαζί του να έχει αφήσει πάνω στο τραπέζι –δήθεν κατά λάθος– τα πολύ καλά αποτελέσματα ιατρικών εξετάσεών του έτσι ώστε να μπορώ να τα δω. Μέσα σε αυτή την αβέβαιη ατμόσφαιρα ο Λάλας, άτυπα δεξί χέρι του Ψυχάρη ως τότε, επιχείρησε να ελέγξει όλα τα περιοδικά. Απόλυτα λογικό για εκείνον, απολύτως μη αποδεκτό από τους διευθυντές των περιοδικών, κυρίως από τη Μόλυ Ανδριανού και από εμένα. Θυμάμαι μια συνεδρίαση της Εκδοτικής Επιτροπής όπου με κάλεσαν για να συζητήσουμε για το «Vita». Ο Λάλας υποστήριξε ότι το περιοδικό πρέπει να ενσωματωθεί στο «Βήμα». Αντέδρασα αμέσως και εξήγησα γιατί δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να συμβεί αυτό. Και τότε έγινε κάτι απρόσμενο: ο Λαμπράκης όχι μόνο πήρε το μέρος μου, αλλά μου πρότεινε να δημιουργήσω και δεύτερο περιοδικό. Μου είπαν αργότερα ότι ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε κάτι τέτοιο, γιατί μέχρι τότε συνήθως υποστήριζε τον Λάλα. Κατά τη γνώμη μου, το μεγάλο στρατηγικό λάθος του Λάλα ήταν ότι αυτονομήθηκε από τον Ψυχάρη προσπαθώντας να προσεγγίσει τον Λαμπράκη. Δεν το κάνεις αυτό στον Ψυχάρη. Έξι μήνες μετά, αποχώρησε από τον ΔΟΛ. Ένα συνεχές «Game of Thrones».
― Και πώς επιστρέψατε τελικά στον «Ταχυδρόμο»;
Μια μέρα με φώναξε ο Ψυχάρης και μου είπε: «Τι θα έλεγες να πας στον “Ταχυδρόμο”;» Εγώ του απάντησα ότι αυτή είναι η φυσική μου θέση αλλά ότι θέλω να κρατήσω και το «Vita». Μου είπε: «Θα το δούμε». Τελικά πήγα στον «Ταχυδρόμο», κάτι που δεν άρεσε στον Λαμπράκη γιατί με ήθελε στο «Vita», αλλά για κάποιο διάστημα διηύθυνα και τα δύο περιοδικά. Το σχέδιο του Ψυχάρη όμως ήταν διαφορετικό: ήθελε να περάσει τη διεύθυνση του περιοδικού σε άλλον άνθρωπο. Μου ζήτησε μάλιστα να του προτείνω εγώ ποιος θα μπορούσε να με διαδεχθεί, ζητώντας ταυτόχρονα από κοινό μας φίλο να με συμβουλέψει να προτείνω τη σύζυγό του. Στην αρχή αρνιόμουν να πω. Τελικά, μπροστά στο αδιέξοδο και την πίεση, δέχθηκα την πρόταση που δεν μπορούσα να αρνηθώ. Όμως, αυτός ο τρομερός παίκτης την απέρριψε! «Έχει και παιδιά να φροντίσει», μου είπε. Περίμενε να περάσουν δυο μήνες μέχρι να μου ανακοινώσει με ικανοποίηση ότι, τελικά, η «πρότασή» μου έγινε δεκτή. Ζούσε ακόμη ο Λαμπράκης, βλέπεις, και κάθε κίνησή του απαιτούσε πολύ λεπτούς χειρισμούς. Έτσι η Χριστίνα Ψυχάρη έγινε διευθύντρια του «Vita» (όπου, οφείλω να ομολογήσω, συνέχισε τη γραμμή του περιοδικού και κράτησε την ίδια εκλεκτή ομάδα δημοσιογράφων) και λίγο αργότερα έγινε η επικεφαλής του τομέα των περιοδικών, του μόνου τμήματος του ΔΟΛ που δεν ήλεγχε μέχρι τότε ο σύζυγός της, με εξαίρεση τα «Νέα». Φαντάσου ότι όσο ζούσε ο Λαμπράκης και διευθυντής των «Νέων» ήταν ο Παντελής Καψής, ο Ψυχάρης δεν πέρναγε ποτέ την πόρτα των «Νέων». Ο Καψής ήταν σκληρό καρύδι και διατηρούσε με πυγμή την αυτονομία της εφημερίδας του. Γινόταν μια σύσκεψη των διευθυντών των δύο εφημερίδων στο γραφείο του Λαμπράκη κάθε βράδυ –τότε το «Βήμα» ήταν καθημερινό– και ο Καψής έκρυβε τα καλά θέματα για να μην του τα κλέψει ο Ψυχάρης που, ως πρωινή εφημερίδα, κυκλοφορούσε πρώτος. Αυτό μου το έχει πει ο ίδιος ο Ψυχάρης – και μου έδωσε την εντύπωση ότι κατά βάθος το εκτιμούσε.
― Πώς ήταν η περίοδος που δουλεύατε στον «Ταχυδρόμο» και γενικά στα «Νέα» εκείνη την εποχή;
Ήταν μια εξαιρετική περίοδος. Τα «Νέα» τότε, ειδικά τα σαββατιάτικα ένθετα, ήταν πραγματικά απολαυστικά για τον αναγνώστη. Ο «Ταχυδρόμος» και το ένθετο «Πρόσωπα», πιο πριν, είναι από τα πράγματα που μου λείπουν ακόμα. Υπήρχαν πολύ καλές απόψεις, καλοί συντάκτες και γενικά μια πολύ δυνατή δημοσιογραφική ομάδα. Ήταν μια εποχή που έπαιρνες την εφημερίδα και έλεγες «τι ωραία εφημερίδα είναι αυτή». Και φυσικά, μόλις πέθανε ο Λαμπράκης και τη θέση του πήρε ο Ψυχάρης, έκλεισε τον «Ταχυδρόμο». Δεν ήθελε ανταγωνιστές στο δικό του «Βημαγκαζίνο» – έχω ακόμη στα χέρια μου επιστολή της Εμπορικής Διεύθυνσης Περιοδικών του ΔΟΛ που ζητούσε από τη διαφημιστική αγορά διαφήμιση για όλα τα περιοδικά του ΔΟΛ, εξαιρώντας τον «Ταχυδρόμο».
― Πότε αποφασίσατε να φύγετε από τον ΔΟΛ;
Έφυγα μόνος μου όταν άρχισα να βλέπω ότι τα πράγματα πήγαιναν άσχημα και ότι δεν περνούσα πια καλά. Είχα ήδη χάσει τον «Ταχυδρόμο» όπως τον ξέραμε και είχα γίνει υπεύθυνος των ενθέτων του Σαββατοκύριακου και των πολιτιστικών των «Νέων». Ήμουν πολύ πιο ήρεμος, ο νέος διευθυντής των «Νέων», ο Χρήστος Μεμής, ήταν και είναι σπουδαίος άνθρωπος και καλός φίλος, αλλά δεν είχα πια την ίδια δημιουργική ένταση. Όταν είδα ότι η πορεία του οργανισμού δεν ήταν καλή, αποφάσισα να φύγω με εθελουσία έξοδο προτού ξεσπάσει η μεγάλη κρίση που ήρθε το 2014.
― Πώς βιώσατε την κατάρρευση του ΔΟΛ;
Πολύ δύσκολα. Είχα φίλους και συναδέλφους εκεί. Έβλεπα την αγωνία τους και μιλούσαμε συχνά στο τηλέφωνο. Ήταν άνθρωποι που κινδύνευαν να χάσουν δουλειές, αποζημιώσεις, χρόνια ολόκληρα από τη ζωή τους. Ήταν το τέλος μιας εποχής για το σύνολο της ελληνικής δημοσιογραφίας.
― Πιστεύετε ότι ο Σταύρος Ψυχάρης ήταν το πρόσωπο-κλειδί για την πορεία του οργανισμού;
Ναι, σε μεγάλο βαθμό. Ήταν σίγουρα ένας πολύ ικανός δημοσιογράφος και γνώριζε καλά τις δημοσιογραφικές ιδιαιτερότητες. Είναι πολύ καλό για τους δημοσιογράφους να εργάζονται σε ένα μέσο του οποίου ο ιδιοκτήτης είναι συνάδελφος. Είχε και επιτυχίες. Προφανώς και ήταν ένας καλός businessman. Όμως ως εκδότης πήρε και αποφάσεις που οδήγησαν στο τέλος του οργανισμού.
― Πώς ξεκίνησε η συνεργασία σας με την Popaganda;
Μόλις έφυγα από τον ΔΟΛ με προσέγγισαν κάποια παιδιά που ήξερα ήδη από τον «Ταχυδρόμο», ο Σταύρος Διοσκουρίδης και ο Παναγιώτης Μένεγος. Μου πρότειναν να συμμετάσχω στο εγχείρημα και έτσι μπήκα στην αρχή, περισσότερο για να βοηθήσω. Πολλές από τις ιδέες που εφαρμόστηκαν εκεί είχαν επηρεαστεί από τη δουλειά που κάναμε μαζί στον «Ταχυδρόμο»: να πιάνεις την επικαιρότητα με έναν διαφορετικό, πιο ανθρωποκεντρικό τρόπο. Να δίνεις σημασία στη φωτογραφία. Να μένεις μακριά από τα κλισέ.
― Πόσο καιρό μείνατε στην Popaganda;
Έμεινα μέχρι τη στιγμή που τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν. Υπήρξαν προσπάθειες να πουληθεί η Popaganda σε κάποιον μεγαλύτερο όμιλο, όμως υπήρχαν διαφωνίες και αντιρρήσεις μεταξύ μας. Σιγά-σιγά δημιουργήθηκαν εντάσεις και τελικά αποφάσισα να αποχωρήσω μαζί με τα μισά ιδρυτικά μέλη, που ήταν πρακτικά το δημοσιογραφικό team του site. Στην Popaganda πολλές φορές ήταν θετικό ότι υπήρχε μια αίσθηση παρέας. Ωστόσο, αυτό δεν λειτουργούσε πάντα προς όφελος της δουλειάς. Το μεγαλύτερο πρόβλημα εκείνη την περίοδο ήταν ότι δεν υπήρχε ξεκάθαρη ιεραρχία. Εγώ είχα την εμπειρία να συμβάλω στη διαμόρφωσή της, αλλά μιλάμε για νέα και ιδιαίτερα ταλαντούχα παιδιά, με δικαιολογημένες φιλοδοξίες, που ήθελαν να κάνουν τα πράγματα με τον δικό τους τρόπο και δεν είχα καμία πρόθεση να τους κάνω τον δάσκαλο. Έτσι, τελικά, συχνά επικρατούσε ένα είδος χάους.
― Μετά πήγατε στην Athens Voice;
Ναι, πήγα στην Athens Voice ως υπεύθυνος του newsroom. Παράλληλα, όμως, είχα ξεκινήσει να ετοιμάζω και το πρότζεκτ του βιβλίου. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι δεν μπορούσα να κάνω και τα δύο.
«Τη μεγαλύτερη πικρία μου άφησε το κλείσιμο του "Ταχυδρόμου". Ειδικά ο τρόπος με τον οποίο έγινε. Ήταν πολύ πικρό να βλέπεις να κλείνει από μια στενοκέφαλη και χωρίς λογική απόφαση ενός ανθρώπου – η λιγότερο σημαντική αλλά η πρώτη από μια σειρά αποφάσεις που οδήγησαν στη γρηγορότερη κατάρρευση του ΔΟΛ».
― Πώς βλέπετε σήμερα την κατάσταση της δημοσιογραφίας;
Λέω συχνά, και το γράφω και στο μικρό βιογραφικό του βιβλίου, ότι είμαι δημοσιογράφος όπως όλος ο κόσμος. Κοιτάξτε: τα έντυπα μέσα αντιμετωπίζουν σήμερα τεράστια προβλήματα, αλλά εξακολουθώ να πιστεύω ότι μπορείς να τα εμπιστευτείς. Και στο διαδίκτυο υπάρχουν ορισμένα sites που μπορεί κανείς πραγματικά να εμπιστευτεί, αλλά είναι λίγα. Προσωπικά παρακολουθώ πολύ τα ξένα μέσα, όπως τους «New York Times», για να δω πώς συνδυάζουν το γραπτό κείμενο με τις ψηφιακές δυνατότητες. Το μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα είναι ότι δεν ξέρεις εύκολα τι να εμπιστευτείς, πέρα από τις καλά συντεταγμένες δημοσιογραφικές ομάδες. Fake news, αναρτήσεις με ανεξέλεγκτες «ειδήσεις» που οι πάντες μπορούν να ανεβάσουν, deepfake, επεξεργασμένα από την ΤΝ βίντεο και φωτογραφίες που κυκλοφορούν στα social media: Έχω χάσει τη χαρά της έκπληξης μπροστά σε ένα ενδιαφέρον βίντεο, το βλέπω δέκα φορές προτού βεβαιωθώ ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, είναι όντως προϊόν της ΤΝ. Εδώ πραγματικές φωτογραφίες βλέπουμε και νομίζουμε ότι είναι προϊόντα της τεχνητής νοημοσύνης, σαν τον Λαφαζάνη προχθές με το πορτρέτο του Χαμενεΐ, αν και σε αυτή την περίοδο της γενικής παραφροσύνης, η φωτογραφία του Λαφαζάνη με τον Χαμενεΐ είναι σχεδόν καθησυχαστική∙ λες, να και κάποια πράγματα που μένουν σταθερά, ο Λαφαζάνης παραμένει πάντα Λαφαζάνης.
― Τι συμβουλή θα δίνατε σε έναν νέο δημοσιογράφο;
Να διασταυρώνει πάντα την είδηση. Να σκέφτεται πολύ προτού γράψει. Να επαληθεύει τις πηγές του και να τις προστατεύει. Να σκέφτεται τον αναγνώστη. Σήμερα βλέπουμε τίτλους που δεν λένε τίποτα, μόνο για να σε κάνουν να κάνεις κλικ. Η είδηση κρύβεται στο τέλος ή δεν υπάρχει καν. Αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα.
— Ποια στιγμή της καριέρας σας σάς άφησε τη μεγαλύτερη πικρία;
Το κλείσιμο του «Ταχυδρόμου». Ειδικά ο τρόπος με τον οποίο έγινε. Ήταν ένα περιοδικό που είχε καταφέρει να γίνει σύγχρονο και δυναμικό, και ήταν πολύ πικρό να βλέπεις να κλείνει από μια στενοκέφαλη και χωρίς λογική απόφαση ενός ανθρώπου – η λιγότερο σημαντική αλλά η πρώτη από μια σειρά αποφάσεις που οδήγησαν στη γρηγορότερη κατάρρευση του ΔΟΛ, η οποία φοβάμαι ότι ήταν αναπόφευκτη μετά τον θάνατο του Χρήστου Λαμπράκη, αλλά αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ.
― Αν ξεκινούσατε σήμερα ένα νέο μέσο ενημέρωσης, πώς θα το φανταζόσασταν;
Θα μπορούσα να πω πώς θα το φανταζόμουν σήμερα που μιλάμε, αλλά φοβάμαι πως ό,τι φαντάζομαι σήμερα θα είναι ήδη ξεπερασμένο αύριο. Είναι πολύ δύσκολο να προβλέψει κανείς τι θα γίνει. Ζούμε σε μια εποχή μεγάλων αλλαγών. Δεν ξέρουμε τι θα κάνει η τεχνητή νοημοσύνη στα media, ούτε πώς θα εξελιχθούν τα κοινωνικά δίκτυα. Αυτό που ελπίζω είναι ότι θα συνεχίσουν να υπάρχουν κάποια μέσα που έχουν γίνει θεσμοί και που στηρίζονται ακόμη στη σοβαρή δημοσιογραφία.
― Είστε αισιόδοξος για το μέλλον;
Δεν ξέρω. Ζούμε σε μια περίοδο μεγάλης αβεβαιότητας. Δεν γνωρίζουμε τι θα συμβεί με τον πόλεμο, με την Ευρώπη, με την πολιτική στη χώρα μας. Το ίδιο ισχύει και για τα μέσα ενημέρωσης. Από μια άποψη, όμως, είναι και μια συναρπαστική εποχή. Υπάρχουν μεγάλες προκλήσεις αλλά και δυνατότητες για νέους δρόμους. Όσον αφορά τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και τη δημοσιογραφία, βλέποντας, μέσα στον κατακλυσμό των social, των αφερέγγυων, τάχα μου δημοσιογραφικών, ιστοσελίδων και των απαίδευτων αυτοαποκαλούμενων δημοσιογράφων κάποια σοβαρά μέσα, θα τα πω θεσμικά, έντυπα ή ψηφιακά, αριστερά ή δεξιά, εναλλακτικά ή παραδοσιακά, να επιμένουν στην ποιότητα και κυρίως να εμπιστεύονται και να αναδεικνύουν νέα παιδιά, με παιδεία, ευρυμάθεια, ταλέντο, δημοσιογραφικό ήθος, ε, τότε δεν επιτρέπεται να πω ότι είμαι απαισιόδοξος. Στηρίζομαι πάνω σε αυτά τα media, ακουμπάω σε αυτά τα παιδιά και παίρνω μια βαθιά ανάσα αισιοδοξίας.